Κυριακή, Ιουνίου 13, 2010

aB- nOrMa- L

Έξω φως ημέρας και σκουπίδια σε κάδους. Βάζω τα γυαλιά μου την ώρα που μια κοπέλα κατάξανθη κοντοστέκεται απέναντι μου. Την κοιτάω ανέκφραστη. Στα ποδιά της λάμπουνε βραχιόλια, στα μαγουλά της δάκρυα, στο στήθος της ιδρώτας. Φτιαγμένη λες από γάλα και μέλι. Με ρωτάει αν θέλω τσάι η καφέ. Χαμογελάω και της λέω πως θέλω μια μικροσκοπική σελήνη να χωράει ίσα ίσα στην παλάμη μου. Με ακολουθεί μέχρι που μπαίνω στο αυτοκίνητο μου. Αυτά ακριβώς που θέλουμε να κρατήσουμε μας διαφεύγουν με αδυσώπητη βεβαιότητα.

Ηρώδειο. Ουρανός οινοπνευματί. Ούτε ένα σύννεφο αραχνοΰφαντο από πάνω. Στο γεμάτο κογχύλι του θεάτρου άνθρωποι με κακώσεις ψυχών. Και καθώς η Νόρμα φτιάχνει όρκους και προσευχές μπροστά μας τσιρίζοντας σχεδόν για αγάπη σε σκέφτομαι ψευτοπληγωμένο, ψευτοανίκανο, ψευτοχαμογελαστό. Βάζω το χέρι μου στον ώμο σου και χωρίς να μου μιλάς συμπίπτουν οι χαμηλοί μας ψίθυροι. Την ώρα που η Νόρμα ανεβαίνει στην πυρά, θυμάμαι την πρώτη και τελευταία φορά που σε ερωτεύτηκα. Κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό νομίζω. Ήταν Αύγουστος κι όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν κάπου. Έξω από το μετρό με περίμενες φορώντας μαύρα. Και μετά το κενό. Στην επιστροφή μου χάιδεψες τα μαλλιά με ένα τρόπο που (μάλλον έτυχε) δεν το είχε κάνει κανείς. Εκείνη την στιγμή σε επικύρωσα. Σαν εκείνα τα παγωμένα μηχανήματα εισιτηρίων. Ακίνητα καταπίνουν αυτό που τους δίνεις κι έπειτα με μια τεράστια δαγκωνιά το ακυρώνουν. Έτσι και γω μετά που κατέβασες το χέρι και το έβαλες στην τσέπη σου. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία μου φορά μαζί σου. Και η Νόρμα καίγεται και η αυλαία κλείνει.
Επιστρέφω περασμένα μεσάνυχτα με ένα σπασμένο χαμόγελο. Η πόλη κοιμάται. Απόλυτη ησυχία. Έχουν σωπάσει ακόμα και τα σκυλιά στις μακρινές γειτονιές. Κανένα αλύχτισμα. Ένας πόνος στην κοιλιά κοντά στον αφαλό με μουδιάζει. Αντέχω όλους του πόνους, εμπρόσθιους και οπίσθιους άλλα μου την σπάει όταν κλείνει η φωνή μου από τα ξενύχτια. Αυτό δεν αντέχω. Την βραχνάδα και το μπάσο της φωνής μου. Βγαίνω στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Στο απέναντι δωμάτιο ένας άντρας ντυμένος γυναίκα κάθεται σε ένα ντιβάνι με έναν ανεμιστήρα δίπλα του. Ο τοίχος πίσω του είναι καλυμμένος με μια λουλουδάτη ταπετσαρία. Στέκει έτσι για ώρες ακούγοντας Στραβίνσκι. Τον κοιτάω σχεδόν βουρκωμένη.

Η δυστυχία επινοείται.

8 σχόλια:

Hfaistiwnas είπε...

Αρχίσανε οι ζέστες...
η Νόρμα φώναζε, ο δικός σου λαιμός έκλεισε..

άλις είπε...

θα'ταν ομορφη αφισα αυτο το κολλαζ..

και ποσο μ'αρεσει το χρωμα του ουρανου που περιγραφεις.
θελω να σου πω πως κι η ευτυχια καμια φορα επινοειται και τοτε στ'αληθεια συμβαινει.

Μικρές ανάσες είπε...

Αν η δυστυχία επινοήτει, μήπως τότε η ευτυχία επιδιώκεται???

Απλώς αναρωτιέμαι αυτές τις μέρες...

Ανώνυμος είπε...

Διαβάζω πάντα όσα γράφεις. Κι ας μην γράφεις συχνά. θα θελα να μπορούσα να απαντήσω αλλιώς σ΄αυτό το άρρητο αίτημα που απευθύνεις...Θα θελα να ακουμπήσω τη γυμνή σου πλάτη, προς παρηγορίαν που δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο κάποτε, τίποτε παρά μόνον η σιωπή. Να γίνει η σιωπή όπως ένα πένθος. Δεν μπορώ όμως και σου στέλνω 3 πράγματα της δικής σου γλώσσας: 1.http://www.youtube.com/watch?v=ClvTYd4XnEc
2.http://www.youtube.com/watch?v=S8XdoV70Vt8&feature=related 3.http://www.youtube.com/watch?v=9rxpfO90mg8
ώστε να τα θυμηθείς....

DukeTravellington είπε...

... όπως πάντα γοητευτική και μυστηριακή με τα μικρά καθημερινά γύρω μας....
όσον αφορά τη βραχνάδα της φωνής σου, ανήκει κι αυτή σ' αυτή τη γοητεία.... έτσι να την "κρατήσεις", βραχνούλα και μυστηριακή
η δυστυχία νομίζω έπεται της ευτυχίας... πώς γίνεται βρε παιδί μου και είναι σαν φυσική απόρροιά της...
θα συμφωνήσω με "Μικρές ανάσες" ότι η ευτυχία επιδιώκεται και ως εκ τούτου φτάνουμε κάποιες φορές να την επινοούμε επειδή αυτή η ανάγκη ενίοτε γίνεται υπέρτατη (άννα, ξέρεις τι εννοώ από την προχθεσινή μας κουβεντούλα)...
γι' αυτό ας είμαστε πρωτίστως αυτόφωτοι, ας μην επιδιώκουμε την ευτυχία (μέσα) από τους άλλους ή την ευτυχία των άλλων ή από την συνύπαρξη με "συγκεκριμένους" άλλους....

Ανώνυμος είπε...

Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι η δυστυχία επινοείται. Η μελαγχολία ίσως. Η δυστυχία όμως είναι μέγγενη, φτιαγμένη από την ίδια της την ετυμολογία: κακή τύχη –κι όσο πιο απίθανη, τόσο πιο τύχη• κι όσο πιο μη αναστρέψιμη, τόσο πιο κακή. Η δυστυχία σε χτυπάει απ’ έξω κι εξαπλώνεται σαν μύκητας, η μελαγχολία ανθίζει από μέσα μας και καταλαμβάνει τον χώρο ακριβώς που της δίνουμε, είναι φτιαγμένη από τα υλικά που της προσφέρουμε: τις μουσικές και τα ποιήματα που αγαπήσαμε, τις εικόνες που μας στοίχειωσαν, τα δάκρυα που επιδιώξαμε, τις απουσίες που (η ψυχούλα μας γνωρίζει με πόσο κόπο) τις κάναμε παρουσίες, έστω και υπό μορφή ίσκιων…
(Φαίνεται σαν να διαφωνούμε σε κάτι. Αλλά δεν είναι έτσι.:) )
Voiceless (κι επειδή κατά τα φαινόμενα θα συχνάζω εδώ πέρα, το βαρέθηκα αυτό το βλακώδες "voiceless". Μαρία με λένε.)

Κολοκύθι είπε...

δεν εχω ακουσει κατι καλυτερο απο την τελευταία φράση.

efoudi είπε...

μου΄λειψες.
καλό καλοκαίρι.