Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

mAy FoOtAgE




Μαγιάτικο πρωινό γεμάτο βλέννες φωτός  και μπαγιάτικο ουρανό. Ξυπνάω και κοιμάμαι με τα υπολείμματα μιας ξεχασμένης, παλιάς ζωής κρυμμένα κάτω από τα νύχια μου. Βράδια ολόκληρα, σας το λέω, ξύνω τους τοίχους και τους αρμούς στο μπάνιο μπας και μου φανερωθεί. Δύο μήνες υπό περιορισμό μετακινήσεων. Καμία συνάντηση, καμία αγκαλιά, κανένα πνιχτό γέλιο στα αυτιά μου. Δύο μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς πυρά, με γάντια μιας χρήσης και μάσκα. Στα στενά, στους κεντρικούς, άνθρωποι τρέχανε μίλια μακρυά, περπατούσαν μίλια μακρυά, σα να έφευγαν για πάντα απο κάπου. Σαν να ξεχύθηκε μια μελί ανισορροπία ξαφνικά από τα βουνά προς τους δρόμους. Η μόνη επαφή γινόταν μέσα από σπασμένες φωνές στα τηλέφωνα και άπειρες videoκλήσεις. Γονείς σε καραντίνα, μήνυμα στο 13033 για «βοήθεια στο σπίτι» και μετά πάλι πίσω. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Βαθύ σπίτι, σαν καταπιόνα φάλαινας. Χαμηλά φώτα και μια θέα, σκοτεινή σαν σπλάχνο. Εγώ και ο Ιωνάς κάθε βράδυ συναντιόμασταν και μιλάγαμε  συνεπαρμένοι για κοσμοθεωρίες, ορισμούς αγάπης, συγχρονικότητες και θεωρίες αυτοπραγμάτωσης, χωρίς καμία υπόσχεση για το μέλλον. Ανταλλάζαμε πεμπτουσία σε ένα σπίτι φάλαινα, γεμάτο βραδινή υγρασία και μούχλα μοναξιάς. Και όταν πια κόντευε να ξημερώσει φοράγαμε την μάσκα και κλαίγαμε χωρίς λυγμούς, κλαίγαμε σα να ήμασταν πλημυρισμένοι με μια μικρή διαρροή από τα μάτια. Τέτοιο κλάμα. «Θα μιλήσουμε κι άλλο, μου έλεγε, κουβαλάμε και οι δύο πολλά.» Οι 52 μέρες καραντίνας έφυγαν όπως μπήκαν. Ούτε που τις κατάλαβα, δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό. Το κατάλαβα στην τελευταία πανσέληνο. Διαπίστωσα δηλαδή ότι ήδη ήξερα, πως εγώ είχα τα μάτια, την εικόνα, και η σελήνη το φως. Κι έτσι ένα πρωί, καθάρισα τα υπολείμματα, στόλισα τα μαλλιά μου με μικρά ανθάκια και γέμισα τα βάζα με λευκές ορχιδέες. Έβαλα στην θέση του, την παλιά μου γραφομηχανή και τον μικρό μου πρίγκιπα μαζί με την αλεπού του. Σε όλη την καραντίνα κρυβόντουσαν πίσω από βάζα με κιτρινοπορτοκαλί τριαντάφυλλα, περιμένοντας το φίδι. Ναι, αυτό που φοράω για μενταγιόν στο λαιμό μου.
Ευτυχώς για όλους μας η  Άνοιξη με τις λευκές τις γάμπες έχει καταλάβει μεγάλο μέρος εκεί έξω όπως κ εσύ εδώ μέσα στο ξυστά κατεστραμμένο μου κρανίο. Την πιάνω να ξενυχτάει μαζί μου σε υποφωτισμένα σαλόνια με κρασί ροζέ. Κόσμοι έρχονται και μπλέκονται μαζί με τον δικό μου. Κελαηδίσματα πουλιών, καρδινάλιοι, φτέρες αντί για τελείες και πορτοκάλια ζουμερά κωδικοποιούν την κάθε μέρα μου. Σπαστά ποδήλατα με χαλασμένες σέλες και φρένα. Βόλτες στα ερείπια του παλιού αερολιμένα Αθηνών, στο Ελληνικό. Και από πάνω μας γαλανοί φωσφοριζέ ουρανοί. Μουδιασμένα σώματα. Κραδασμοί, από την φαγωμένη άσφαλτο, ανακατεύουν μέσα μας τα λιμνάζοντα νερά που αφήσαμε. Ο πόνος για αυτό που δεν πραγματοποιήθηκε. Η απουσία κι έπειτα η παρουσία και το μεταφυσικό στοιχείο του ερώτα. Όλα εδώ βαλμένα με λάθος σειρά. Και στο τέλος πάντα να φεύγω με βλέμμα κινηματογραφικό. Και συ να κοιτάς, όπως όλοι, γοητευμένος. Και απομακρύνομαι μέχρι να ζιπαριστώ σε μια μαύρη γυαλιστερή τελεία μαζί με τα 265 κόκκαλα μου. Δεν  περιμένω τίποτα. Ο Μάης μου αρκεί για τώρα και πριν το ξεκίνημα.