Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2018

sUmMeR FoOtAgE (AuGuSt)*



Χθες για πρώτη φορά σε ονειρεύτηκα.  Δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά. Η μάλλον συνέβαινε μόνο όταν στεκόσουν δίπλα μου ή αντικριστά μου εκείνες τις λίγες φορές που σε συνάντησα. Ήταν μέρα και φορούσες ένα μαύρο παλτό. Μακρύ παλτό. Σε βρήκα πίσω από ένα  μισογκρεμισμένο τοίχο, λευκό. Περίμενες κάτι. Όχι έμενα. Κάτι. Σου μίλησα χωρίς εγωισμό και φόβο κάτι που μόνο εκεί μπορώ να κάνω. Και συ επίσης. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε αποφύγω  ή να κάτσω να σε χαζέψω λίγο ακόμα. Χωρίς να σου δίνω σημασία ξεκίνησα μια τοιχογραφία. Ανέβηκα σε ένα ξύλινο μικρό τετράγωνο σκαμνί και άρχισα να κολλάω τα άκρα στον λευκό τοίχο. Με σήκωσες  ξαφνικά, να φτάσω, σαν να φοβόσουν να μην σπάσω. Είμαι ήδη σπασμένη σου είπα. Με φίλησες και γω τραβήχτηκα. Δεν είχες πια το πρόσωπο που ήξερα. Με κράταγες ακόμα σα να φοβόσουν να  μην σπάσω και συνέχισες να με φιλάς πιέζοντας με όλο και πιο δυνατά μέχρι που δεν μπορούσα να ανασάνω. Ήταν τόσο αληθινό που  ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια και σηκώθηκα, έτσι απλά. Σηκώθηκα και  πήγα να βάλω καφέ. Χωρίς κανένα συναίσθημα. Σκέφτηκα μόνο κρίμα. Κρίμα που δεν κατάφερες να με πνίξεις μέσα σε εκείνο εκεί το όνειρο, να με σπάσεις έστω. Μεγάλο κρίμα, μα δεν έχει σημασία.
Στο δρόμο την μέρα είμαι μόνο εγώ, όπως και τη νύχτα. Οδηγώ εντελώς μηχανικά. Καμία σκέψη, κανένα συναίσθημα. Γνωρίζω καλά πως είμαι μέσα στον κύκλο του Αύγουστου και απλά πάω. Κυκλοφορώ κυρίως νύχτα μεθυσμένη ή και μη. Η Αθήνα γυμνή και γκρι αηδιάζει που με βλέπει έτσι. Αδιαφορώ. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μετρώ τις βαλίτσες και τα ποδήλατα που είναι στοιβαγμένα μέσα κι έξω από τα αυτοκίνητα που φεύγουν. Να τα μετρώ και να ονειρεύομαι ότι με παίρνουν και μένα μαζί  στο πίσω μέρος του αυτοκίνητου τους στριμωγμένη και κενή. Με εκείνα  τα παλιά κίτρινα γουόκμαν  να σκεπάζουν τα αυτιά μου  παίζοντας μουσικές που δεν αντέχω να ακούω πια. Οδηγώ μηχανικά, εκεί είχαμε μείνει κι  όταν κάποτε βραδιάζει βάζω τα γυαλιά ηλίου μου και κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι πολύ προσεχτικά. Είναι κάτι  που με ευχαριστεί γιατί  αλλάζει  η ματιά μου απέναντι στην ζωή επιτελούς. Σκουραίνει αλλά έχει και απίστευτες αντανακλάσεις, ιδίως αυτός ο γαμημένος  Αττικός  ουρανός νύχτα με γυαλιά ηλίου. Μέχρι και το σπίτι μοιάζει  σαν μωβ πανσές με κιτρινοπορτοκαλί έπιπλα, ως και οι μυρωδιές διαστρεβλώνονται στο μπαλκόνι. Κρίμα που δεν κυκλοφορούμε έτσι έξω. Κρίμα που δεν έχουμε το θάρρος. Μεγάλο κρίμα, μα δεν έχει σημασία.
Αύγουστος 2018 και είμαστε σχεδόν και πάλι εδώ λιγοστεύοντας. Λιγότερο αγαπημένοι, περισσότερο καμένοι περνάμε μέσα από τοίχους σπάζοντας πιάτα στο νεροχύτη για να μην ακούμε τα δελτία ειδήσεων .Μετράμε κεφάλια και φωνάζουμε δυνατά τα επίθετα να δούμε αν είμαστε όλοι εδώ. Ανοίγουμε λαγούμια με τα νύχια από  υπέρμετρο εγωισμό και φόβο. Καθόμαστε απέναντι από τις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών λιωμένοι με αυτή την κάποια υποτιθέμενη μελαγχολία και αναπνέουμε μηχανικά, πίνοντας την μια νύχτα τζιν την άλλη νεγκρόνι. Κοίτα, κάποιες φορές ζούμε κι όλας και έξω από τα bar, γελώντας φωναχτά και ατενίζοντας τους ανθρώπους μύγες. Ξέρετε εκείνους που προτιμούν να κάθονται στα σκατά κατεδαφίζοντας τους παραδείσους που τους χαρίστηκαν. Κρίμα.
Σκληρός μήνας  ο Αύγουστος, μα δεν έχει σημασία.



https://www.youtube.com/watch?v=EcaxrqhUJ4c

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018

JuNe FoOtAgE










Είμαι απέναντι από την θάλασσα και την κοιτάω μέχρι που το βλέμμα μου γίνεται θάλασσα που με κοιτά πίσω. Μοιάζει τόσο οικεία. Σαν πρόσωπο γονέα. Νοιώθω σα να μην έφυγα από κοντά της ποτέ. Ποτέ από τα καλοκαίρια που προηγήθηκαν αυτού εδώ. Τα  λίγα αυτά καλοκαίρια της ζωής μας. Ήμουν όπως ήσασταν  και εσείς κάποτε ή όπως πιθανόν  να είστε τώρα. Συμβαίνει τόσο συχνά μια παράξενη αρχή να έχει μια συνέχεια παράξενη. Μια συνέχεια που μοιάζει με συναίσθημα λιποταξίας. Μια λιποταξία που συμπάσχει με την  παράξενη αυτή ζωή με τα τόσα λίγα καλοκαίρια απέναντι από  θάλασσες που μοιάζουν  με πρόσωπο γονέα, το οποίο δεν αποχωρίστηκες ποτέ. Τόσα λίγα τα  καλοκαίρια και τόσες πολλές οι θάλασσες με τα νησιά στην ράχη. Που να πρωτοταξιδέψεις;  Που να πρωτοσταθμεύσεις το βλέμμα σου. Σε ποια νησιωτική χώρα, σε ποιο πολύβουο λιμάνι; Σε ποια κυκλάδα.  Περιφέρω το σαρκίο μου  σε ανέμους νοτιοδυτικούς, με λινά μακρυμάνικα και μια μυρωδιά ψημένου αντηλιακού. Εδώ και καιρό, δεν είμαι φίλη με πολλούς πια και δεν ξέρω γιατί δεν με πονά. Τους συναντώ μόνο καθώς περπατώ μόνη και φιλέρημη. Δεν υπάρχουν στ’αλήθεια κοντά μου, παρά μόνο σε ένα ασφυκτικό σελοφάν με θύμησες.  Σαν τρομαγμένα καναρίνια προχωρούν με γρήγορα μικρά βήματα  στο βάθος του δρόμου που ξεδιπλώνεται σαν κορδέλα απέναντι από παλιές θάλασσες  και είναι σα να ταξιδεύουν στον άνεμο. Δεν νοιώθω καμία ανάγκη να τους πλησιάσω. Δεν με νοιάζει πια, μιας και πάντα βρίσκω κάποιον να μιλήσω, καθώς θα ξέρετε, πως η ομιλία είναι τροφή, άσχετα αν τον τελευταίο καιρό δεν έχω κάτι  να πω, ούτε να ακούσω.
Τον τελευταίο καιρό στις καλοκαιρινές περατζάδες σκέπτομαι ότι λυπάμαι συχνά. Λυπάμαι για ένα παιδί που το μάλωσαν μπροστά σε κόσμο, για μια γυναίκα που τις απαρνήθηκαν τον έρωτα, για ένα γατάκι πατημένο στο δρόμο, για έναν άστεγο που παίζει ένα μίζερο ακορντεόν στον τελευταίο συρμό. Λυπάμαι για το τότε που δεν θα ξαναγίνει ποτέ το τώρα, και για χιλιάδες πράγματα που δεν λυπόμουν πριν. Μα πιο πολύ λυπάμαι για τα καλοκαίρια. Για τα καλοκαίρια  που είναι πιο λίγα και από το ελάχιστο και μέχρι να βγάλεις το καπέλο το αντηλιακό και την ψάθα από το αυτοκίνητο που ζεματά, έχουν χαθεί. Το λιμάνι κοιμάται. Βασιλεύει ένα μισοσκόταδο. Είναι μόνο 12.Πράσινο και κόκκινο φως στο έμπα του. Κάποιος φάρος πολυλογεί. Το τρίξιμο των καταρτιών. Μυρωδιά απόνερων. Ένας σκύλος που αλυχτά. Μουσικές που τις φέρνει ο αέρας από κάπου μακριά, μπορεί και από άλλα περασμένα καλοκαίρια. Τότε που ήμουν όπως ήσασταν  και εσείς κάποτε ή  όπως πιθανόν  να είστε τώρα. Κάποτε που  δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε, τίποτα να κερδίσουμε, τίποτα που δεν θέλαμε πια, εκτός από το να κάνουμε την ζωή μας  ένα έργο τέχνης. Τι εφήμερα που ήταν τα θέλω μας, ε; Το πρωί ανοιχτά και το βράδυ έκλειναν.
Τώρα δεν υπάρχουν καν θέλω. Υπάρχει μόνο  ένα συνηθισμένο μεσημέρι κι ένα όμοιο απόγευμα. Τώρα πια φανταστείτε δεν ξέρω ούτε αν η χθεσινή νύχτα έγινε στον ύπνο μου.

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2018

mAy FoOtAgE/ ReVeRiE




Τέλη Μαΐου,2018. Έξω ο καιρός περίεργος. Οι βαθμοί του Κελσίου  αγγίζουν καλοκαιρινές κλίμακες. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, θολή και κίτρινη. Σκόνη παντού. Στα κάγκελα του μπαλκονιού, στα παπούτσια μου, στα μαλλιά μου, στα αυτοκίνητα έξω, στα τζάμια, στα νύχια, στις κλειδώσεις που σταμάτησαν να θορυβούν, στους πνεύμονες, στον πυθμένα της ελαττωματικής καρδιάς μου. Hey babe/what do you expect me to say? / I could tell you that I'm doing great/But darling I'm just not okay.Η φωνή του Isaac Gracie, συντροφιά στα ακουστικά μου, σηκώνει κι άλλο σύννεφο βούρκου στον πυθμένα και εμποδίζει οποιαδήποτε παρατήρηση. Αποστασιοποιούμαι συνεχώς . Μακραίνω τα άκρα μου σαν  να είναι από ζύμη, σε περίπτωση που γύριζες, να έχω κάτι να σε πιάσω και αφήνω το μυαλό μου να φύγει μακριά και αυτό, πίστεψε με, είναι τρομερά επώδυνο.Hey babe/Why did we throw it away?/Without you I just ain't the same/And darling I'm just not okay. Είμαι στο τέρμα και κατεβαίνω ολοένα και πιο βαθιά. Χάνομαι αργά σε ένα μονότονο αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν ψάχνω τίποτα, ούτε καν τροφή. Απλά χάνομαι μέχρι να με ξεχάσεις. Βλέπεις ,εγώ δεν έχω αισθανθεί κανένα αίσθημα εκπλήξεως  ή φόβου από τότε που σε συνάντησα. Φαίνεται πως ζούσα όλη μου την ζωή σε αυτά τα μεγάλα βάθη και κάτω από τρομακτικές συναισθηματικές πιέσεις. Hey babe/I've been putting on my bravest face/Just looking for ways to replace you/And darling I'm just not okay.Για πρώτη φορά όλα τα Σάββατα που είχε στο ημερολόγιο ο Μάης με έβγαζαν στο μεγάλο ξημέρωμα της Κυριακής, πιωμένη, κλαμένη, συμπιεσμένη κατά 7 χιλιοστά. Με μικρά χτυπήματα στο κεφάλι και διάσπαρτες μελανιές στο υπόλοιπο σώμα, κατέβηκα μέχρι το τέρμα. Σε κάθε ανατολή, το χρώμα μου «έσκαγε» και  μερικά κομμάτια σοβά από το σώμα μου αποσπάσθηκαν. Όμως, παρ όλη αυτή την κακοποίηση που υπέστη από σένα εξ αιτίας  της τιτάνιας συναισθηματικής αναπηρίας σου, μια νέα εποχή καρφώθηκε στο πίσω μέρος του αυχένα μου σαν καμάκι από ψαροντούφεκο και με τράβηξε προς την επιφάνεια. Hey babe/It isn't like me to complain/But you don't look at me the same/And darling I'm just not okay.Το ταξίδι αυτό του γυρισμού από τα μεγάλα βάθη, στα οποία έζησα για τρεις μήνες, διήρκεσε 7 μέρες και 27 λεπτά, δηλαδή λιγότερο από την κάθοδο μου. Το ανέβασμα ήταν απλό, χωρίς ενδιαφέρον και χωρίς απρόοπτα, ένας δρόμος που τον είχα ξαναδιαβεί. Ανέβηκα από μια μικρή σκάλα που έμοιαζε πολύ με αυτή του πατρικού μου. Αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το κεφάλι μου, όμως αυτή τη φορά δεν με ένοιαζε αν θα ήσουν μέσα. Ο ήλιος έκαιγε. Μου φάνηκε πολύ μεγάλος. Φως στη διαπασών. Τότε κατάλαβα πόσο ωραίο είναι. Φυσούσε όταν έφτασα ξανά στη στεριά μου, ένας αέρας ζωογόνος. Κάθισα σε ένα τραπέζι που είχε μόνο μια καρέκλα χωρίς πλάτη. Έφαγα ένα πολύ ωραίο γεύμα μετά από καιρό και κοιμήθηκα σχεδόν μια μέρα μονοκόμματη. Το μόνο που θυμήθηκα ξυπνώντας είναι εκείνο το άρωμα που αναδυόταν  από το καπνιστό negroni που πίναμε και τίποτε άλλο,cause darling I am just OK.



https://www.youtube.com/watch?v=PP42GYqDWxw

Σάββατο, Απριλίου 14, 2018

ApRil FoOtAgE




Καλοκαίριασε για λίγο και η χαρά μεγάλη που ξεφορτώθηκα χιλιάδες ρούχα και μπουφάν από πάνω μου. Που ξεφορτώθηκα εσένα από μέσα μου με μια 7ημερη αντιβίωση με γεύση φράουλας. Έστεκες δίπλα στα πνευμόνια  μου σαν ένα τεράστιο κίτρινο μικρόβιο σε μορφή κρέμας καραμελέ  και κάθε νύχτα με έκανες να ιδρώνω και να ξενυχτάω, βήχοντας και ανασαίνοντας κοφτά. Σε ξεφορτώθηκα μαζί με τον ζαλισμένο  μου χειμώνα που ξεροστάλιαζε για λίγη υγρασία στο πίσω μέρος του ηλεκτρισμένου μου κρανίου. Το μόνο που έμεινε να αχνοφέγγει είναι η μικρή άρκτος που σχηματίζουν οι ελιές σου στο δεξί σου μπράτσο και μια φέτα αγγούρι στο τελειωμένο μου ποτό.

Καλοκαίριασε για λίγες μέρες και η χαρά μεγάλη για αυτό το κάψιμο που θα έρθει  όπου να ναι να μας βρει. Πύραυλοι πάνω από το κεφάλι μου, υποψία θανάτου, πτώματα εδώ κι εκεί σαν κορμοί κομμένων δέντρων, αρρώστιες,φτώχια,αδυναμία συγκέντρωσης, έλλειψη αγάπης, μοναξιές σαν τεράστιοι ιστοί αράχνης,κι ένας  πυρετός που αναβοσβήνει μέσα μου και ξερυθμίζει όλα όσα συνήθισα να είμαι. Καλοκαίριασε για τρεις μέρες και ακόμα να έρθουν  τα πράγματα στην θέση τους. Μια αραίωση μου επιτρέπει να μετεωρίζομαι τις μέρες σαν μικρό οζίδιο και να βυθίζομαι τις νύχτες σαν αποσυντεθειμένο κουφάρι μη ξέροντας αν θα ξυπνήσω το επόμενο πρωί. Κι αν ξυπνήσω,με ποια μορφή θα ξυπνήσω;Πόση απώλεια θα έχω,πόσο πόνο στο σώμα;

Καλοκαίριασε και δεν έχω κανέναν να το ζήσω.Κι έτσι μαζί με το μικρό μου το γατί καθόμαστε και πάλι οι δυο μας σε εκείνη την τεράστια βεράντα αγκαλιά, κάτω από τα  αγριεμένα και παρατημένα μου  φυτά και σιωπηλές αφήνουμε τον ήλιο να μας κάψει. Επιτρέπουμε αυτή την μικρή καταστροφή να μας συμβεί,  μιας και γλυτώσαμε από άλλες μεγαλύτερες με μόνο δυο τρεις βαθιές ουλές.Κι έτσι το σώμα γεμίζει και πάλι φως και εκείνο το χαλασμένο φωτοστέφανο αρχίζει και παίρνει μπρος και μια, μία,όλες οι ηλεκτρισμένες αρτηρίες ξεκινάνε και πάλι να δουλεύουν από την αρχή. Ίσως σωθούμε και αυτή την φορά. Ίσως όχι. Προς το παρόν οι δυο μας καίμε ότι πολύτιμο έχουμε κάτω από την απελπισία του φωτός που βιάστηκε να καλοκαιριάσει τον Απρίλη.
Ένα αεροπλάνο πετάει με δύναμη πάνω από το κεφάλι μου.Εύχομαι να μου το κόψει. Το ξανακοιτώ . Άραγε μπορεί να σε φέρνει; Για μισό λεπτό,ας περιμένω. 

Άραγε αληθεύει  ότι η ζωή είναι ωραία;