Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

JuNe FoOtAgE





Έξω αρχές καλοκαιριού. Ιούνης πατημένος σαν λεμόνι στην άσφαλτο , μα το άρωμα του ακόμα κρατά. Κυκλοφορώ στο σπίτι γυμνή με μια πουά πετσέτα κουζίνας για αυτοσχέδια φούστα. Τα παράθυρα μονίμως μισάνοιχτα και από τις χαραμάδες τους παρακολουθώ τον κόσμο να λιώνει. Στο διαμέρισμα επικρατεί μια διακριτική ανακατωσούρα. Σα να ζούσε κι άλλος μαζί μου και ξαφνικά να έφυγε. Στο μικρό ατελιέ, εκεί που κάποτε ήταν το δωμάτιο των ξένων, ξεφυτρώνουν μπογιές,  πινέλα, πινάκες μισοτελειωμένοι και κρεμασμένοι στα πόμολα της ντουλάπας, ανοιχτά κουτιά με βερνίκι, ξύλα κοπής με ζωγραφιές, κουμπαράδες κεραμικοί με ασημένιες φουντίτσες, μαζί με απλήρωτους λογαριασμούς, κοινόχρηστα και ποτήρια καφέ από προηγούμενα πρωινά. Αναρχία παντού. Που και που φυσάει. Κι έτσι κάπως με αυτό το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι που σκάει από διαφορετικά σύμπαντα θαρρείς, θυμάμαι πως κάποτε υπήρξα νέα σε αυτό το σπίτι, χωρίς όλα αυτά, μόνο με την νιότη μου και την αυθάδεια που μου φορούσε τα καλοκαίρια αντί για αυτήν την πουά πετσέτα κουζίνας. Ούτε να κλάψω δεν μπορώ. Οι  κοίτες των ματιών μου έχουν γεμίσει με μικρά χαλάζια. Μπορεί να φταίει που τα βράδια χαζεύω τον ουρανό για ώρες αμίλητη. Μπορεί όλη αυτή η αστερόσκονη εκεί πάνω να μου έκανε την ζημιά.
Μεγαλώνω στο σελοφάν μιας γαλαζωπής μοναξιάς χωρίς να χρωστάω σε κανένα. Ούτε σε συγγενή, ούτε σε φίλο. Ότι έδωσα, έδωσα κι ήταν πολύ. Δεν υπάρχουν άλλα αποθεματικά για αυτούς πια, παρά μόνο για μένα. Η φλόγα της γαλαζωπής μοναξιάς κοστίζει πολύ για να με συντηρεί ακέραια και αυτοί όλοι εκεί έξω δεν θα καταλάβουν ποτέ. Τα βράδια κοιμάμαι χωρίς ενοχές . Κοιμάμαι εύκολα. Κι έτσι εύκολα ξυπνώ και συνεχίζω, χωρίς δεσμούς, χωρίς μακροπρόθεσμες εικόνες, χωρίς φροντίδα, χωρίς χάδια, χωρίς  ελπίδες, χωρίς συνοδοιπόρους, χωρίς πολλά, πολλά.  Με λίγα λόγια, συνεχίζω αυτόφωτη και  γεμάτη εγκαύματα αλλά συνεχίζω.
Ιούνης και τα μέρη που φουντάρω τις νύχτες μου είναι μαγευτικά, σχεδόν εξωπραγματικά, σαν σκηνή από ταινία του Βέντερς. Τα φτερά του έρωτα χωρίς τον έρωτα πια. Όλοι είναι ψεύτικοι, προσποιούνται κάτι που δεν καταλαβαίνω ποτέ με τι μοιάζει. Άγευστοι και ωχροί από τις καταχρήσεις, ανούσιοι και μισότρελοι. Μόνο τα ποτά είναι καθαρά πια. Για αυτό πίνω αρκετά. Στον μακροσκελή  γυρισμό μου το μπαλκόνι ανάβει τους χαμηλούς φωτισμούς του και τα  τεράστια κυανοπράσινα φυτά μου ανασαίνουν με ανακούφιση που επέστρεψα. Ανάβω το φιδάκι για τα κουνούπια και πάω  αναίμακτα πίσω σε εκείνα τα αρχαία χρόνια που λιμνάζουν μέσα μου τον πιο ωραίο βυσσινί βούρκο. Και είναι όλοι πάλι εκεί. Η μαμά, ο μπαμπάς, οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι φίλοι των φίλων τους, οι παιδικοί μου φίλοι, ο αφρός στα μάτια από το Johnsons, στο αυτοσχέδιο ντους της αυλής μετά το μπάνιο, τα γεμιστά στο χτιστό τραπέζι, τα μαγιό απλωμένα, κάποια κογχύλια μαζί με ροζ καύκαλα αχινών χωμένα σε ψάθινα καπέλα, πετσέτες  με αλμύρα απλωμένες κόβουν τον ήλιο στην μέση σαν φρούτο. Η Αλεξία, η Άννα, η Μύρινα ο κυρ Σπύρος, ο Δημήτρης της Γαρυφαλλιάς, ο Πέτρος και ο Παύλος και γω. Είμαι και γω όπως ήμουν αληθινά. Γυμνή με μια αυτοσχέδια πετσέτα κουζίνας για φούστα γύρω στα 7, με μαλλιά ξανθά και βλέμμα θυμωμένο από τότε. Ναι είμαι και εγώ και  βγάζω σαν αόρατη ρουκέτα εκείνο το  παιδικό γέλιο,μπορώ ακόμα να το κάνω και σήμερα, όταν κάποιες φορές για ένα απόσπασμα νιώθω ευτυχισμένη. Ιούνιος και ούτε που ξέρω τι θα μας βρει. Αλλά έχω την αλήθεια μου, εμένα ακέραιη ακόμα, το γαλαζωπό σελοφάν, τα καθαρά ποτά, τις νύχτες του Βέντερς, τα φτερά μου, τις ημέρες του Γκοντάρ και πάντα εκείνο εκεί τον βυσσινί βούρκο να με περιμένει. Αλλά που να καταλάβετε εσείς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2018

SePtEmBeR FoOtAge

    Φωτο: Δημήτρης Ασιθιανάκης.


Περνάνε γρήγορα όλα, μήνες ,μέρες, εποχές, θάνατοι, άνθρωποι από δίπλα μας, αστραπές, φωτιές, μπλέ φεγγάρια, πύρινες ανατολές. Έχω την αίσθηση ότι η γη γυρίζει όπως την γυρίζαμε εμείς  στα σχολεία σπρώχνοντας  την με το δάχτυλο. Σα να λιγοστεύουν όλα πια. Να απομακρύνονται. Και εκείνες οι εποχές από τις όποιες βγήκαμε έφηβοι με δεμένες  πλάτες και βελούδινα πρόσωπα, λες και δεν στάθηκαν ποτέ όρθιες. Όλα κατεδαφίζονται και λιγοστεύουν. Και  μεις, κρατώντας τους σοβάδες του παλιού κόσμου στα χέρια, σαστισμένοι. Και όλα όσα νιώθουμε, και όσα μπορούμε, και όσα θα θέλαμε να γίνουμε, και όλα όσα είμαστε, και όσα αντέχουμε, και όσα έχουμε δίπλα μας, και όσα αγαπάμε και για όσα παλεύουμε, και σε όσα πιστεύουμε. Όλα πιο λίγα. Ζωγραφίζω αρχαγγέλους σε κατεστραμμένες εκκλησίες φωνάζοντας βοήθεια. Αφήνω φαντάσματα με ακρυλικές  υφές και  χάρτινα μέλη σε ότι ερείπιο υπάρχει, φωνάζοντας βοήθεια. Προσπαθώ να αφήσω ένα στίγμα για τους επόμενους φωνάζοντας βοήθεια. Αλλά είναι μεγάλη η αλήθεια μου και ίσως τρομάζει. Γιατί ο κόσμος που λιγόστεψε άρχισε να ψεύδεται για να νιώσει πιο αληθινός.
Ψεύδεται ευθαρσώς μπροστά σου. Τίποτα δεν ισχύει από αυτά που λέει και γράφει. Γενικώς και ειδικώς. Γελάω πνιχτά. Λένε σε θέλω και δεν ξέρουν ότι γράφεται με δυο παχιά θήτα που ρυμουλκούν κάθε εγωισμό και απάθεια. Λένε σε χρειάζομαι και δεν κάνουν βήμα να σε αρπάξουν από την μέση. Ο κόσμος ψεύδεται ευθαρσώς σε ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια και παλιούς καναπέδες  μιλώντας για μεσογειακούς κυκλώνες  που σφυροκοπούν, αλλά στην πραγματικότητα είναι κυκλώνες  χωρίς μάτια και ύπουλες καταστροφές. Κυκλώνες που χαμηλώνουν ξαφνικά την ένταση από βαρεμάρα και μόνο, χωρίς φωτορυθμικά και εξτρίμ καταστάσεις. Μόνο με βροχές σαν ατέλειωτα κλάματα και σιωπηλές σκοτίες. Με όλα τα δέντρα και τις πινακίδες στην θέση τους, με λίγους αχτένιστους φοίνικες να πηγαίνουν βαρετά πέρα δώθε και κύματα που χασμουριούνται βγαίνοντας προς τα έξω, από βαρεμάρα και αυτά. Θέλω να δω τον κόσμο άνω κάτω να παλεύει να ξαναγίνει αληθινός. Θέλω μεγάλες φυσικές καταστροφές και όχι κινδυνολογίες για τις θεαματικότητες. Θέλω όταν λες σε χρειάζομαι να ματώνεις όπως τα ζώα στο δρόμο, όταν λες να ήσουν εδώ να το λες μέσα από μεγάλο πυρετό και ανημπόρια. Όταν περιμένεις κυκλώνες με το όνομα Ζορμπά να είσαι έτοιμος να χορέψεις πάνω από συντρίμμια μικρών καταστροφών. Θέλω αλήθειες από δω και πέρα. Ένα κόσμο  άνω κάτω , μα αληθινό.
Θέλω έναν  άνθρωπο, που να  μπορεί να σταματήσει την μηχανή του κόσμου.


https://www.youtube.com/watch?v=LKmrRhYYdq0

Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2018

sUmMeR FoOtAgE (AuGuSt)*



Χθες για πρώτη φορά σε ονειρεύτηκα.  Δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά. Η μάλλον συνέβαινε μόνο όταν στεκόσουν δίπλα μου ή αντικριστά μου εκείνες τις λίγες φορές που σε συνάντησα. Ήταν μέρα και φορούσες ένα μαύρο παλτό. Μακρύ παλτό. Σε βρήκα πίσω από ένα  μισογκρεμισμένο τοίχο, λευκό. Περίμενες κάτι. Όχι έμενα. Κάτι. Σου μίλησα χωρίς εγωισμό και φόβο κάτι που μόνο εκεί μπορώ να κάνω. Και συ επίσης. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε αποφύγω  ή να κάτσω να σε χαζέψω λίγο ακόμα. Χωρίς να σου δίνω σημασία ξεκίνησα μια τοιχογραφία. Ανέβηκα σε ένα ξύλινο μικρό τετράγωνο σκαμνί και άρχισα να κολλάω τα άκρα στον λευκό τοίχο. Με σήκωσες  ξαφνικά, να φτάσω, σαν να φοβόσουν να μην σπάσω. Είμαι ήδη σπασμένη σου είπα. Με φίλησες και γω τραβήχτηκα. Δεν είχες πια το πρόσωπο που ήξερα. Με κράταγες ακόμα σα να φοβόσουν να  μην σπάσω και συνέχισες να με φιλάς πιέζοντας με όλο και πιο δυνατά μέχρι που δεν μπορούσα να ανασάνω. Ήταν τόσο αληθινό που  ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια και σηκώθηκα, έτσι απλά. Σηκώθηκα και  πήγα να βάλω καφέ. Χωρίς κανένα συναίσθημα. Σκέφτηκα μόνο κρίμα. Κρίμα που δεν κατάφερες να με πνίξεις μέσα σε εκείνο εκεί το όνειρο, να με σπάσεις έστω. Μεγάλο κρίμα, μα δεν έχει σημασία.
Στο δρόμο την μέρα είμαι μόνο εγώ, όπως και τη νύχτα. Οδηγώ εντελώς μηχανικά. Καμία σκέψη, κανένα συναίσθημα. Γνωρίζω καλά πως είμαι μέσα στον κύκλο του Αύγουστου και απλά πάω. Κυκλοφορώ κυρίως νύχτα μεθυσμένη ή και μη. Η Αθήνα γυμνή και γκρι αηδιάζει που με βλέπει έτσι. Αδιαφορώ. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μετρώ τις βαλίτσες και τα ποδήλατα που είναι στοιβαγμένα μέσα κι έξω από τα αυτοκίνητα που φεύγουν. Να τα μετρώ και να ονειρεύομαι ότι με παίρνουν και μένα μαζί  στο πίσω μέρος του αυτοκίνητου τους στριμωγμένη και κενή. Με εκείνα  τα παλιά κίτρινα γουόκμαν  να σκεπάζουν τα αυτιά μου  παίζοντας μουσικές που δεν αντέχω να ακούω πια. Οδηγώ μηχανικά, εκεί είχαμε μείνει κι  όταν κάποτε βραδιάζει βάζω τα γυαλιά ηλίου μου και κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι πολύ προσεχτικά. Είναι κάτι  που με ευχαριστεί γιατί  αλλάζει  η ματιά μου απέναντι στην ζωή επιτελούς. Σκουραίνει αλλά έχει και απίστευτες αντανακλάσεις, ιδίως αυτός ο γαμημένος  Αττικός  ουρανός νύχτα με γυαλιά ηλίου. Μέχρι και το σπίτι μοιάζει  σαν μωβ πανσές με κιτρινοπορτοκαλί έπιπλα, ως και οι μυρωδιές διαστρεβλώνονται στο μπαλκόνι. Κρίμα που δεν κυκλοφορούμε έτσι έξω. Κρίμα που δεν έχουμε το θάρρος. Μεγάλο κρίμα, μα δεν έχει σημασία.
Αύγουστος 2018 και είμαστε σχεδόν και πάλι εδώ λιγοστεύοντας. Λιγότερο αγαπημένοι, περισσότερο καμένοι περνάμε μέσα από τοίχους σπάζοντας πιάτα στο νεροχύτη για να μην ακούμε τα δελτία ειδήσεων .Μετράμε κεφάλια και φωνάζουμε δυνατά τα επίθετα να δούμε αν είμαστε όλοι εδώ. Ανοίγουμε λαγούμια με τα νύχια από  υπέρμετρο εγωισμό και φόβο. Καθόμαστε απέναντι από τις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών λιωμένοι με αυτή την κάποια υποτιθέμενη μελαγχολία και αναπνέουμε μηχανικά, πίνοντας την μια νύχτα τζιν την άλλη νεγκρόνι. Κοίτα, κάποιες φορές ζούμε κι όλας και έξω από τα bar, γελώντας φωναχτά και ατενίζοντας τους ανθρώπους μύγες. Ξέρετε εκείνους που προτιμούν να κάθονται στα σκατά κατεδαφίζοντας τους παραδείσους που τους χαρίστηκαν. Κρίμα.
Σκληρός μήνας  ο Αύγουστος, μα δεν έχει σημασία.



https://www.youtube.com/watch?v=EcaxrqhUJ4c

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018

JuNe FoOtAgE










Είμαι απέναντι από την θάλασσα και την κοιτάω μέχρι που το βλέμμα μου γίνεται θάλασσα που με κοιτά πίσω. Μοιάζει τόσο οικεία. Σαν πρόσωπο γονέα. Νοιώθω σα να μην έφυγα από κοντά της ποτέ. Ποτέ από τα καλοκαίρια που προηγήθηκαν αυτού εδώ. Τα  λίγα αυτά καλοκαίρια της ζωής μας. Ήμουν όπως ήσασταν  και εσείς κάποτε ή όπως πιθανόν  να είστε τώρα. Συμβαίνει τόσο συχνά μια παράξενη αρχή να έχει μια συνέχεια παράξενη. Μια συνέχεια που μοιάζει με συναίσθημα λιποταξίας. Μια λιποταξία που συμπάσχει με την  παράξενη αυτή ζωή με τα τόσα λίγα καλοκαίρια απέναντι από  θάλασσες που μοιάζουν  με πρόσωπο γονέα, το οποίο δεν αποχωρίστηκες ποτέ. Τόσα λίγα τα  καλοκαίρια και τόσες πολλές οι θάλασσες με τα νησιά στην ράχη. Που να πρωτοταξιδέψεις;  Που να πρωτοσταθμεύσεις το βλέμμα σου. Σε ποια νησιωτική χώρα, σε ποιο πολύβουο λιμάνι; Σε ποια κυκλάδα.  Περιφέρω το σαρκίο μου  σε ανέμους νοτιοδυτικούς, με λινά μακρυμάνικα και μια μυρωδιά ψημένου αντηλιακού. Εδώ και καιρό, δεν είμαι φίλη με πολλούς πια και δεν ξέρω γιατί δεν με πονά. Τους συναντώ μόνο καθώς περπατώ μόνη και φιλέρημη. Δεν υπάρχουν στ’αλήθεια κοντά μου, παρά μόνο σε ένα ασφυκτικό σελοφάν με θύμησες.  Σαν τρομαγμένα καναρίνια προχωρούν με γρήγορα μικρά βήματα  στο βάθος του δρόμου που ξεδιπλώνεται σαν κορδέλα απέναντι από παλιές θάλασσες  και είναι σα να ταξιδεύουν στον άνεμο. Δεν νοιώθω καμία ανάγκη να τους πλησιάσω. Δεν με νοιάζει πια, μιας και πάντα βρίσκω κάποιον να μιλήσω, καθώς θα ξέρετε, πως η ομιλία είναι τροφή, άσχετα αν τον τελευταίο καιρό δεν έχω κάτι  να πω, ούτε να ακούσω.
Τον τελευταίο καιρό στις καλοκαιρινές περατζάδες σκέπτομαι ότι λυπάμαι συχνά. Λυπάμαι για ένα παιδί που το μάλωσαν μπροστά σε κόσμο, για μια γυναίκα που τις απαρνήθηκαν τον έρωτα, για ένα γατάκι πατημένο στο δρόμο, για έναν άστεγο που παίζει ένα μίζερο ακορντεόν στον τελευταίο συρμό. Λυπάμαι για το τότε που δεν θα ξαναγίνει ποτέ το τώρα, και για χιλιάδες πράγματα που δεν λυπόμουν πριν. Μα πιο πολύ λυπάμαι για τα καλοκαίρια. Για τα καλοκαίρια  που είναι πιο λίγα και από το ελάχιστο και μέχρι να βγάλεις το καπέλο το αντηλιακό και την ψάθα από το αυτοκίνητο που ζεματά, έχουν χαθεί. Το λιμάνι κοιμάται. Βασιλεύει ένα μισοσκόταδο. Είναι μόνο 12.Πράσινο και κόκκινο φως στο έμπα του. Κάποιος φάρος πολυλογεί. Το τρίξιμο των καταρτιών. Μυρωδιά απόνερων. Ένας σκύλος που αλυχτά. Μουσικές που τις φέρνει ο αέρας από κάπου μακριά, μπορεί και από άλλα περασμένα καλοκαίρια. Τότε που ήμουν όπως ήσασταν  και εσείς κάποτε ή  όπως πιθανόν  να είστε τώρα. Κάποτε που  δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε, τίποτα να κερδίσουμε, τίποτα που δεν θέλαμε πια, εκτός από το να κάνουμε την ζωή μας  ένα έργο τέχνης. Τι εφήμερα που ήταν τα θέλω μας, ε; Το πρωί ανοιχτά και το βράδυ έκλειναν.
Τώρα δεν υπάρχουν καν θέλω. Υπάρχει μόνο  ένα συνηθισμένο μεσημέρι κι ένα όμοιο απόγευμα. Τώρα πια φανταστείτε δεν ξέρω ούτε αν η χθεσινή νύχτα έγινε στον ύπνο μου.