Τετάρτη, Ιούλιος 01, 2009

ΠιΟ γΡήΓοΡα ΙοΥλΙε,ΠιΟ γΡήΓοΡα


Πονηρά απαρέμφατα και αόριστοι παιδεύουν την ήδη πάσχουσα σκέψη μου. Δεν με ακουμπάνε ούτε οι αιφνίδιοι θάνατοι των ειδώλων, ούτε οι λιγωτικές κριτικές του Antony. Γουστάρω να είμαι μόνιμα απούσα. Εν υπνώσει και σε λήθαργο. Αλήθεια το γουστάρω.
Έξω, και μόλις αυτή την ώρα, μαίνεται ο Ιούλιος και μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο του μεσημεριού απαγγέλω ενθαρρυντικούς στίχους μεγάλων ποιητών, βλαστημώ με τρόπο θεατρικό, αναπαριστώ σκηνές που είδα να συμβαίνουν στο δρόμο και γενικά χάνω την επαφή με την νοσηρή πραγματικότητα. Το μόνο ενδιαφέρον.
Περιμένω ξανά στην ουρά των αεροδρομίων με τις βαλίτσες να μου βγάζουν τους ώμους από το σούρσιμο και διαβάζω βιαστικά τις εφημερίδες μέχρι να φτάσω στην πόλη του βορά. Η ολυμπιακή έχει πάντα καθυστέρηση και πάντα εκείνες τις αλλόκοτες αεροσυνοδούς που είναι λες και το έχουν σκάσει από την Αλίκη στην χώρα των Θαυμάτων.
Το φεγγάρι μου κρατάει συντροφιά. Πόσο διαφορετικά φαντάζει από αέρος και πόσο αλλιώς από το παράθυρο του «Ιντερσίτι». Πλησιάζοντας στην Αθήνα μετά από ένα ηλιοκαμένο τριήμερο, κάπου στα βάθη της Χαλκιδικής, ονειρεύομαι πως η νέα γραμμή του μετρό κάνει στάση στο κρεβάτι μου ακριβώς.

Μπήκε πάλι ο Ιούλιος με χνούδι στα μάγουλα, σαν έφηβος αναψοκοκκινισμένος. Τα σύννεφα πύκνωσαν σήμερα. Μια υποψία βροχής. Έτρεξα να φέρω Billie Holiday να ακούσω και συγκεκριμένα το ” The Man I Love.Άστο να λιώσει στο cd player μέχρι να βγει ξανά εκείνο το φεγγάρι που τόσο καλά ξέρω. Αγόρασα πεπόνια, γερμάδες και κατακόκκινα κεράσια. Θα πέσω με τα μούτρα πάνω τους λίγο πριν παγώσουν.

Κατά τ΄άλλα το κάπνισμα, ευτυχώς, απαγορεύτηκε σε κλειστούς χώρους. Και ξαφνικά γέμισε η αιθρία με άπειρους ανθρώπους να καπνίζουν πανικοβλημένοι. Σαν άρρωστο είδος που κάποιος εξόρισε στα βρωμισμένα κράσπεδα. Μην μου κακιώσετε για το ευτυχώς, αλλά δεν είμαι παρά μια ασθματική πεταλούδα που χάρηκε για το λίγο παραπάνω καθαρό οξυγόνο που της δόθηκε. Το παίρνω απόφαση, το κάπνισμα φαντάζει γοητευτικό μόνο στις παλιές ταινίες του Χόλυγουντ.
Και οι μέρες συνεχίζονται με ιλιγγιώδη δράματα καθημερινότητας ενώ η Αττική οδός με τυλίγει από παντού πια σαν στοργικός βόας.
Τα μεσημέρια μου καίνε τα χέρια και το πρόσωπο, οι νύχτες με ποτίζουν καϊπιρίνιες και τεκίλες μαργαρίτα για να βαρύνουν τα ματοτσίνορα λίγο πριν πάει 4, και η μοναξιά με ανατριχιασμένες βλεφαρίδες μου γλείφει τις μαυρισμένες γάμπες μου.
Στο βάθος οι διακοπές μου, πλησιάζουν με ψηλά τακούνια και τσιμπιδάκι φρυδιών. Τις καμαρώνω. Από στιγμή σε στιγμή θα χαθώ μαζί τους.
Από στιγμή σε στιγμή.Tour de force!
Καλό σας μήνα.

Τρίτη, Ιούνιος 23, 2009

ΤοΥ ΕνΕσΤώΤος


Μ’ άρπαξε από τα μπράτσα ο Ιούνης και με έβαλε σε ένα ξελιγωμένο αμάξι που όλο έσβηνε. Ο τόπος μύριζε αγριομέντα και πρωινή υγρασία. Οι δεκαοχτούρες με ζάλιζαν τα πρωινά. Η σπάθη των αγγέλων με ηρεμούσε καθώς μικρά μουδιάσματα ξαγρυπνούσαν στις άκρες των δαχτύλων μου.
Και ύστερα η άπνοια του βλέμματος, το κάψιμο από τον ήλιο, η αλμύρα που ασπρίζει το δέρμα, η βουή και τα άσκοπα πέρα δώθε των σωμάτων.

Με φίμωσε ο Ιούνης. Και χωρίς να έχω πια πολλές λέξεις μαζί μου, με γύρισε ανάμεσα στα πόδια της Πελοποννήσου και με άφησε να κοιμηθώ κάτω από ευκάλυπτους και λεμονιές. Με μια σκηνή και μια αιώρα κάτω από τα αστέρια. Και με ένα φακό κεφαλής να διαβάζω μυθιστορήματα κάτω από τον παφλασμό των κυμάτων στον μικρό κόλπο της «καλόγριας.
Τα πρωινά ξύπναγα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και παρατηρούσα την αντανάκλαση του ήλιου στις σκιές του προσώπου σου. Μάντευα το άνοιγμα στο βήμα σου, καθώς τσαλαπατούσες την ξεραμένη γη, και τα πεσμένα φύλλα των ευκαλύπτων λύγιζαν σαν λυγερόκορμες γυναίκες, που χόρευαν στους ήχους του περάσματος σου. Οι διαδρομές μεταγγίζουν μυστικά στους εκλεκτούς.
Η Μάνη στο βάθος πιο πέτρινη από ποτέ και οι θάλασσες εκεί με άλλα χρώματα συγκλόνιζαν το βλέμμα μας καθώς τις πλησιάζαμε διστακτικά.

Με υφάρπαξε σχεδόν ο Ιούνης. Με πέρασε γύρω από τους ώμους του και με γύρναγε μέχρι όλα να γίνουν ένα. Σπαράγματα από καθημερινά μονόπρακτα, εντάσεις, έρωτες, σιωπές, και σερενάτες της βροχής.
Από μακριά τα ξέκολα της ΤV δίνουν μικρές παραστάσεις και μας αφήνουν να βλέπουμε και εσείς τα παρακολουθείτε και με αυτά πορεύεστε και συνεχώς φουμάρετε ένα σωρό άλλοθι, μα ένα σωρό. Καθάρματα πολιτικής αραγμένα στην διαφθορά φαρδαίνουν τις λεκάνες τους. Πόσους ηλίθιους χωράει ακόμα αυτός οι τόπος. Γαμώτο.
Κι έπειτα, καθώς δαγκώνω πρόστυχα την σάρκα ενός ροδάκινου, έρχεται η συμπόνια.
Η συμπόνια είναι παρηγορητική για όποιον πάσχει. Τους συμπονώ κατά βάθος. Και τα ζουμιά του ροδάκινου στάζουν και μου λερώνουν το λευκό φανελάκι.

Πόσα στρέμματα θα καούν και φέτος λέτε;

Πόσο ακόμα θα είμαστε ζωντανοί κάτω από τέτοιες θερμοκρασίες;

Μάλλον έχουμε ηττηθεί προτού ακόμα γεννηθούμε δεν εξηγείται όλο αυτό αλλιώς.

Κάπου άκουσα πως η ωραιότητα θα ξαναβρεθεί. Μακάρι. Αλλά και να μην ξαναβρεθεί καθόλου δεν με νοιάζει μιας και ο Ιούλιος σκάει σαν κύμα στην αυλόπορτα.

Πέμπτη, Ιούνιος 04, 2009

Να Ο ιΟύΝηΣ!


Τα πρώτα σπάργανα του Ιουνίου φωσφορίζουν στο στέρνο μου σαν ελαφριά πεταλουδόσκονη.Ο κόσμος που ονειρεύομαι έχει άφιλτρα βλέμματα, λουλουδάτα κοντομάνικα πουκάμισα, Τίτο Πουέντε στη διαπασών και ξένοιαστη ανεμελιά. Απέραντες πεδιάδες με ζαχαροκάλαμα, λιπόσαρκες γυναικείες φιγούρες γεμάτες ιδρώτα και μεθυσμένα αγόρια να οδηγούν αργά στην λάβρα του μεσημεριού κάτι ξεχαρβαλωμένες κόκκινες σεβρολέτ του 60.
Το καλοκαίρι μου αρέσει γιατί σταματάει τον χρόνο. Μιλάω για τον χρόνο μέσα μας που δε φαίνεται και που προχωράει μαζί μας. Για τον χρόνο που μας αλλάζει μέρα με την μέρα. Σαν μπει το καλοκαίρι αλλάζω. Δε βιάζομαι. Ούτε κινούμαι. Μόνο αναπτύσσομαι. Παρατηρώ με πειθαρχεία τον κόσμο που πάει κι έρχεται. Ένα ζευγάρι που ψωνίζει φρούτα εποχής, έναν επαίτη στις ζεστές πλάκες του κέντρου, μια κομψή κυρία που σηκώνει το χέρι της να καλέσει ταξί. Κυκλοφορώ καμουφλαρισμένη σε σταθερή εικόνα, σε ακίνητο καρέ παρατηρώντας με χάρη την αποκλειστικότητα που έχουν οι άνθρωποι να μπερδεύουν τα πάντα. Κάποιοι ενώ έχουν την λάμψη το παίζουν άνθρακες. Κρύβονται μέσα στο πλήθος περιμένοντας να τους ανακαλύψεις. Μέχρι την μεγάλη ανακάλυψη θα πορευόμαστε με τα ξέκολα της τηλεόρασης και τους συγκαμένους πολιτικούς. Με τα νεκρά μας συναισθήματα και τους τιτάνιους παρασιτικούς μας φόβους που καταργούν όση γοητεία μας έμεινε. Ξέρετε είναι κρίμα γιατί όλες οι αρετές οι οποίες μας ανέθρεψαν δεν αξίζουν τίποτα. Όσο πιο ευγενικός και πιο καλός είσαι τόσο πιο πολλούς δυνάστες θα μαζέψεις γύρω σου
Δεν είναι εξωφρενικό;
Καλύτερα λοιπόν να ακολουθήσω τα ζικ -ζακ και τις παχιές καμπύλες. Αρνούμαι την ευθύτητα. Η ευθύτητα είναι επιγενόμενη. Και εγώ ένας πλάνης που όλο θέλει να της ξεφεύγει.
Και κάπως έτσι, απαλά και αεράτα μπήκε ο Ιούνης μέσα μου. Τρώγοντας κεράσια και δείχνοντας μου φωτογραφίες μικρών Κυκλάδων γεμάτες άμμο και ξερολίθι. Τόπους που δεν έχουν στιγματιστεί από τίποτα. Το τίποτα ήταν πάντα για μένα μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Και κάπως έτσι ξεκινάει το κέρασμα στο αιώνιο καλοκαιρινό φως. Και το καλοκαιρινό φως έχει θεραπευτικές ιδιότητες, όπως η ασπιρίνη.

Μην βαρύνεστε λοιπόν. Δικά μας όλα.

Παρασκευή, Μάϊος 22, 2009

ΚάΤω ΑπΟ τΟν ΉλΙο


Η εποχή: Ο Μάιος είναι ο μήνας των κεραυνών. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή προκαλούν εκατοντάδες πυρκαγιές, ενώ πέφτουν κατά δεκάδες χιλιάδες σε μία ημέρα. Ο Μάιος είναι ο μήνας που φυγαδεύει βιαστικά το καλοκαίρι κάτω από τα σκεπάσματα της άνοιξης. Ο Μάιος δεν έχει φύλο, μόνο επιθυμία.
Ο καιρός: Φυσάει συνεχώς. Μανιασμένα, δαιμονισμένα λες και ξεσπάει πάνω μου ο καιρός. Με σπρώχνει. Με εμποδίζει να κλείσω την πόρτα του αυτοκινήτου μου, μου σηκώνει ψηλά την μπλούζα, μου ανακατεύει τα μαλλιά. Με ταπεινώνει. Τα άκρα μου τα βράδια παγώνουν ξανά και το λεπτό πάπλωμα τραβιέται μέχρι το σβέρκο. Σε στάση εμβρύου ο ύπνος. Σε ονειρεύομαι όλο.
Το σκηνικό: Όλος ο κόσμος έχει γεμίσει χέρια που ζητάνε κάτι. Μια πολύχρωμη αδιαφορία στο υπάρχον πολιτικό σύστημα σαν γιορτή ξεχύνεται από παντού. Και αυτή η αδιαφορία στο βάθος σημαίνει νέο πολιτικό ενδιαφέρον και κατασκευή νέου σκηνικού. Για αυτό και πολύχρωμη.
Ο πόνος: Λέω σ αγαπώ δαγκώνοντας τη γλώσσα μου.
Εκείνη: Θέλει όλο να την διασχίζω. Είμαι ο κωπηλάτης της ψυχής της. Κάποιες νύχτες όταν κοιμάμαι μαζί της είναι αλλιώς. Μπερδεύονται τα όνειρα μας όπως τα δάχτυλα μου στα μαλλιά της.
Εκείνος: Έλλειψη ερωτικών συνειρμών. Βλέμμα που όλο αποφεύγει την συνάφεια. Χωρίς επιθυμία πια. Ίσως να πρέπει να μάθει πως η επιθυμία εμφανίζεται, μόνον όταν σου λείπει κάτι.
Εγώ: Σε μια γαλάζια θάλασσα, κάπου σε ένα παραθαλάσσιο οικισμό μακριά από το άστυ, βουτάω τα πόδια μου μέχρι να μουδιάσουν από το κρύο. Κι έπειτα βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου να μείνω μέσα της περισσότερο από ότι έμεινες εσύ μαζί μου.
Τα βράδια: Με ένα ποτήρι αψέντι και κόκκινα μάτια από το ξενύχτι περιμένω τον Ιούνιο διαβάζοντας Μπωντλαίρ. Και «ο θάνατος των εραστών» καίγεται στο γαλάζιο φως του πορτατίφ μου.
Το τέλος: Θα ήθελα να σου ψιθυρίσω μια νύχτα χωρίς αστέρια πως ο πιο δυνατός μυς είναι η καρδιά. Όσο πιο πολύ την τρομοκρατείς τόσο πιο πολύ αντέχει.