Παρασκευή, Ιουνίου 16, 2006

ΜαΡίΑ πΡιΜέΝτΑ αΡιΘμΟσ 1439/ ΕκΤαΦή


Έγερσις, 7 πρωινή. Κινήσεις γρήγορες κοφτές. Διαιρώ το χρόνο.
Το τελευταίο μου ραντεβού μαζί σου, πίσω από το μαντρότοιχο του Α’ Νεκροταφείου. Έρχομαι όπως τότε. Πότε; Τότε,παλιά που σε έπαιρνα από την εκκλησία κάτι Κυριακές που μύριζαν ύπνο και λιβάνι. Έρχομαι πάλι να σε πάρω όπως τότε. Πότε; θυμάσαι; Σε ποιό έτος ήμασταν; Σε αυτήν εδώ τη ζωή; Πόσο γρήγορα τρέχει. Τρέχω και είναι σα να μην έφυγα ποτέ. Το τιμόνι πονάει στα χέρια μου,ιδρώνει. Ο πανικός στις άκρες των δαχτύλων. Έρχομαι. Τα μαλλιά μου αναζητάν το χάδι σου. Έφτασα.

Όλοι μαζεμένοι πάλι όπως τότε που σε φέραμε,περιμένουμε εσένα. Έλα λίγο στο φως να ανταμώσουμε.
Τσάπα, κασμάς, τσάπα. Τα αφτιά ψηλώνουν, τα μάτια ανοίγουν σαν παραθυρόφυλλα για να μπει το φως. Ακόμα τίποτα, φτυαριές...αναμονή. Κονταίνει η ανάσα,κονταίνουν όλα λες και κάποιος τα έκοψε σε μικρά καρέ. Που είσαι, ήρθα,που είσαι; Είμαι εδώ,για σένα .Η εγγονή σου, ε-γγο-νή σου, ψιθυρίζω,χωρίς να σκέφτομαι τι λέω. Τα μάτια μου τσούζουν,σα να βγήκα από μακροβούτι. Δεν μπορώ να ξεφύγω από το ίδιο μου το σώμα από τον ίδιο τον πόνο,με φυλακίζει εδώ και πρέπει να τον βιώσω, να τον φορέσω σα να ήταν το τελευταίο μοντέλο γυαλιών ηλίου,ή σαν κολλητό μπλουζάκι. Κοιτάω την μητέρα μου .Τα βουρκωμένα τοπία στο πρόσωπο της
«Μην πας,να την θυμάσαι όπως παλιά».
«Θα πάω, θέλω να δω τι απέμεινε».
Το σεντόνι γεμάτο πάστρα, μαυρίζει από τα κόκαλα και το χώμα. Πολλά είμαστε,πολλά... 10 μεγάλα μαύρα κόκαλα. Κοιτάω με αβλέφαρο βλέμμα
Το κρανίο σου, το πιο όμορφο κρανίο που έχω δει. Σε είδα λοιπόν,αυτό έγινες;
Μικρά κόκαλα σαν κλαράκια δέντρου,ίχνη από ρούχα και μαύρο χώμα
«Είστε πολύ τυχεροί,λέει ο άνθρωπος με το φτυάρι,συνήθως δεν λιώνουν». Δεν τολμώ να πάρω το βλέμμα μου μακριά από τα ίχνη του κάποτε δικού σου,μοιράζουν τα κόκαλα,σαν να μοιράζουν ελπίδα στα πεινασμένα μάτια μου...
Το λιωμένο φόρεμα,οι τρύπες και το πρώτο πρωινό φως που περνάει μέσα από αυτές
Το ζω,το αξίζεις,το ζω. Κάνω πάλι την υπέρβαση,όπως τότε που σε κράταγα στα χέρια μου,σε ποια ζωή ήταν σε ποιο έτος δεν θυμάμαι πια.
«Γενναίο κορίτσι»!
Κάτω από το ρούχο Η λεκάνη σου λιπόθυμη κατρακυλάει στο σεντόνι...
Αντέχω ακόμα,εσύ;
Πιάνω το χέρι της μητέρας μου, «πάμε...θέλω να δω και τα υπόλοιπα.»
Κατηφορίζω μαζί με τον θείο στο αποθηκάκι του Αγ.Λαζάρου, ακούω τρεχούμενο υγρό που δροσίζει.

Κρασί κόκκινο,μια υπέροχη μυρωδιά μαζί με νοτισμένο χώμα και ανάσα πρωινού,έτσι μύριζαν και οι σπονδές άραγε;
Ένας νεαρός άντρας σε βάζει στο κουτάκι,ψάχνω το κρανίο,μετράω τα κόκαλα
Μήπως και ξέχασε κανένα...Σε συναρμολογεί κομμάτι- κομμάτι μα δεν είσαι πια εκεί...δεν ήσουνα ποτέ εκεί,μέσα μου είσαι. Γι αυτό και άντεξα το ανέβασμα του μικρού μου ρόλου. «Ξέρετε κάτι, λέω στον επόπτη,είμαστε χρόνος που λήγει, μάζα από χώρο και χρόνο,διαστελλόμαστε και συστελλόμαστε καταπίνοντας χρόνο. Αυτό δεν κάνουμε; Τρώμε τόσο πρόστυχα όλο το χρόνο μας μέχρι να γίνουμε όλοι μαύρες τρύπες οι οποίες θα ρουφήξουν τους εαυτούς μας.
Αυτό νομίζω είναι ο θάνατος,η συνέχεια του ασυνείδητου που επεξεργάζεται στο διηνεκές τα στοιχεία που έχουν προκύψει από μια ζωή γεμάτη χώρο και χρόνο».
Ο επόπτης χαμογελάει,δεν έχει ακούσει τίποτα.
Ακούω την μητέρα μου από πίσω,
«Καλή μου είσαι τόσο όμορφη,γενναίο κορίτσι»
«Έπρεπε να τη δω,μαμά, τελευταίο ραντεβού»
Έτοιμη. Ακολουθώ την λάμψη του σκεύους,οι συγγενείς κάτι μου λένε δεν τους ακούω,τίποτα δεν ακούω πια, μόνο τα βήματα του επόπτη. Γρήγορη ανάσα.
Έτοιμη,εδώ είμαστε...σε αφήνω τώρα πάω να ζήσω, δεν θυμάμαι αν είμαι εγώ ή εσύ πια. Πάμε να φύγουμε μαζί,στο φως,έξω μαζί,όπως τότε. Πότε,δεν ξέρω,ίσως τότε.
Ρίχνω μια τελευταία ματιά ΜΑΡΙΑ ΠΡΙΜΕΝΤΑ ΑΡ.1439
Έφυγα!

9 σχόλια:

global είπε...

Μαγική γιαγιάκα. Μαγική εγγονή.
Σε φιλώ απαλά.

Λύσιππος είπε...

Δεν μπορώ να αποδεχθώ την εκταφή. Προσβάλλει το νεκρό. Θα ήθελα να αποτεφρωθώ.

Horexakias είπε...

Είσαι πολύ δυνατή που κατάφερες να είσαι εκεί.Η ζωή είναι σκληρή, δυστυχώς,και για εμάς που είμαστε εδώ,συνεχίζεται.....

Ο Καλος Λυκος είπε...

........

ξέρεις, καλή μου...

........

Ανώνυμος είπε...

θα υπάρχει πάντα σαν φωτεινή δέσμη στην άκρη του δρόμου που θα βαδίζουμε, αγαπημένη μου.... Να μας θυμίζει την πορεία. Είμαι κομμάτι της, κομμάτι σου...Αίμα της, αίμα σου....
Οι αναμνήσεις μας σεντόνι που τυλίγει αυτά τα εύθραυστα κοκκάλάκια που απομήναν...να μην ξαναπονέσουν...
Σε λατρεύω... που στάθηκες εκεί και για μένα.

UrbanTulip είπε...

Δεν θελω να συγκινούμαι καλοκαιριάτικά αλλά να που συμβαίνει...:)

candyblue είπε...

Ήταν μια δύσκολη στιγμή που πέρασα και πέρασε.Δεν ήθελα να στεναχωρήσω κανέναν,να τα βγάλω απο μέσα μου ήθελα,σας ευχαριστώ για τα σχόλια.

ουφ!πάει και αυτό!

archive είπε...

Εισαι πολυ δυνατη.Εγω ουτε να το σκεφτω.

Ανώνυμος είπε...

Maria Primenta...
τι εύηχο που είναι...
η εκταφή είναι μια αδυσώπητη υπενθύμιση ...
έτσι,με τη βία να αναγνωρίσεις το απόλυτο του θανάτου.
κακόγουστη μέθοδος...ύπουλη...μην υποκύψεις...