Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2021

DeCeMbEr fOoTaGe

 


Η νέα σελήνη δύει με όλο της το βάρος πάνω από την Αίγινα.
Σκοτεινιάζει. Ένα λερωμένο πορτοκαλί ουρλιάζει στα τέσσερα καταπίνοντας κομμάτια θυμωμένου μπλε μαζί με μερικά σύννεφα σαν αποσιωπητικά που καθώς αλλάζουν σχήματα, μοιάζουν με καπνό. Ίσως καπνίζουν οι θεοί πούρα Αβάνας.

Η πολυκατοικία μυρίζει χαλασμένη σφουγγαρίστρα όπως και η ζωή μου. Ψάχνω τα συρτάρια για μια ξεχασμένη αγκαλιά αλλά πέφτω πάνω σε σπασμένους συνδετήρες και χαλασμένες μύτες μολυβιών που μένουν νεκρές στον πάτο τους.

Στάση σώματος αναπηρική. Σπατάλη ζωής μέσα σε στενές καμπίνες αυτοκινήτων και δωμάτια χωρίς αερισμό. Μαθαίνουμε να λιγοστεύουμε φορώντας μάσκες, υπακούοντας σε παράλογες προστακτικές. Κοβιντ. Παρασιτικός φόβος. Απώλεια ζωής, αγάπης, επαφής, μνήμης. Φεύγεις έρχεσαι και μένω πάλι το ίδιο ασάλευτη. Ούτε βήμα παραπέρα, μήπως και χάσω τον ίσκιο σου. Κολλημένη σε μια δυστοπία, σε μια αυταπάτη σε ένα άνοστο απόσπασμα που θέλω τόσο πολύ να ξεριζώσω, μα έπειτα σκέπτομαι πως δεν έχει ρίζες, σαν και μένα.

Τις Κυριακές που το φως μοιάζει με καραμελόχρωμα από Ουίσκι ανταμώνω με γνωστούς και αγνώστους σε ερείπια παλιών νοσοκομείων και ζωγραφίζω μορφές μεγάλης κλίμακας για να πω ότι υπάρχει ακόμα κάτι μέσα μου ζεστό. Ότι ακόμα ζω, έστω κι έτσι, έστω τόσο. Να! Δείτε.

Και επιστρέφοντας στη μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού αρπάζω τα κιάλια και ψάχνω πίσω από τα ηλιοβασιλέματα να βρω τους εξολοθρευτές μας πίνοντας Palermo gin μέχρι το ξημέρωμα. Και οι εξολοθρευτές, που ακόμα δεν μας συστηθού, βρίσκονται κάπου πίσω από την καμπύλη της Σαλαμίνας και τις αιχμές της Αίγινας, ξαπλωμένοι ή ορθοί και μας παίρνουν αυτά που αγαπάμε. Μας τυραννούν με ανεργίες, αρρώστιες άσχημες, ατυχίες, κενά μνήμης, αιφνίδιους θανάτους και ανισότητες, χωρις πάντα κάποιον λόγο και αιτία.

Δεν υπάρχουν Άγιοι, όπως κάποιοι λένε, ούτε θεοί, ούτε καν οι δικοί μας αποθανόντες που και καλά πάντα θα κοιτάξουμε από κει ψηλά ή από κάπου παραπέρα. Είναι όλοι τους, εξολοθρευτές που δεν έχουν τα κότσια, ούτε καν να μας φανερωθούν, έτσι ώστε να ξέρουμε τι μας πολεμά για να το πολεμήσουμε.

 

Σούρουπο μαβί σαν συκώτι. Κουκάκι. Η γέφυρα στην πλατεία Κουντουριώτη μόλις φτιάχνεται. Θόρυβος και καυσαέριο μαζί με άλλες σπαστές μυρωδιές παλιάς ζωής με έντονο πατσουλί μπαίνουν από το μισάνοιχτο παράθυρο του πρώτου σπιτιού που έζησα. Ο αδελφός μου δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Είμαστε όλοι νέοι και ζωηροί. Όλοι μέσα σε αυτό το μικρό όμορφο σπίτι και ρωμαλέοι. Αυτό που ήρθε να μας φάει,τότε δεν μας είχε πλησιάσει καν. Ο μπαμπάς παίζει φυσαρμόνικα στη ροτόντα του σαλονιού, η μαμά βάζει λακ στα μαλλιά της πίνοντας γκαζόζα. Από το μικρό τρανζιστοράκι ακούγεται το “ OH CAROL

Η γιαγιά στο ξεθωριασμένο δωμάτιο που κοιμόμασταν μαζί πλέκει ένα κασκόλ σε αποχρώσεις του μπλε. Ακούω ακόμα ξεκάθαρα τον ήχο που κάνουν οι βελόνες στις μικρές μετωπικές τους. Ακούω ακόμα την φυσαρμόνικα σα να είμαι εκει. Το πνιχτό γέλιο της μαμάς και τα κορναρίσματα από το δρόμο.

Ήταν Δεκέμβρης. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι είμαι εξωγήινος και κατάγομαι από τον Κρόνο και εκείνο το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στόλιζαν κάθε χρόνο οι γονείς μου δεν ήταν κάτι άλλο από το χαλασμένο διαστημόπλοιο που με έφερε ως εδώ. Έλα τώρα, όλοι το ξέραμε αυτό. Άλλωστε κάθε άνθρωπος κατάγεται από εκεί που αισθάνεται καλύτερα. Οι ρίζες είναι για τα φυτά.

Προχωράμε.

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2020

JuNe FoOtAgE





Άλλαξα τα λερωμένα από την μοναξιά σεντόνια. Πενήντα δύο μέρες καραντίνας. Τριάντα εννέα βαθμούς, τελειώματα Μαΐου. Ζύμωσα τα μπιφτέκια και βγήκα στο πίσω μπαλκόνι να απλώσω τα ελάχιστα ρούχα μου. Στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας ένα ζευγάρι φοιτητών πίνει κρασί κοιτώντας την θέα. Τους παρατηρώ νωχελικά και δήθεν αδιάφορα, καθώς στα χέρια μου ανοιγοκλείνω ένα ξύλινο μανταλάκι. Η κοπέλα καπνίζοντας γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του αγοριού και εκείνο της χαϊδεύει απαλά τον λαιμό. Απλώνω την τελευταία μαξιλαροθήκη με έναν ηλεκτρισμένο πορτοκαλί πόνο, στο μέρος της καρδιάς. Εκείνη λες και το νιώθει σηκώνεται τελείως ξαφνικά και ανάβει δυο, τρία κεριά ρεσό που βρίσκονται σε ένα ξύλινο τραπέζι, μοιράζοντας στον νεαρό που την χαζεύει χαμόγελα και αυτοπεποίθηση. Σουρουπώνει. Οι Μπλε ώρες. Ανοιγοκλείνω το μανταλάκι αναποφάσιστα. Ακούω το γέλιο της κελαριστό, σίγουρο. Είναι ευτυχισμένη. Τώρα χαζεύει την θέα της θάλασσας. Η Σαλαμίνα με τις καμπύλες της και η Αίγινα κάτω αριστερά ξεφυσάνε γαλαζωπή αχλή. Σκοτεινιάζει όλο και πιο βαθειά. Τώρα και οι δυο ίσα που αχνοφαίνονται. Κοιτάνε προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό είναι αγάπη. Ότι λαχταρώ οι άλλοι το έχουν.
Στο youtube χαζεύω υπνωτισμένη ένα παλιό βιντεοκλίπ, ούτε που ξέρω πως το βρήκα. Ένας ψηλός τραγουδιστής, σχεδόν φάλτσος, τραγουδά πάνω σε ένα πεζούλι. Από πίσω του φαίνεται το Αιγαίο. Στα επόμενα πλάνα βρίσκεται ξαπλωμένος σε μια αιώρα σε έναν κήπο. Μια κοπέλα ποτίζει κάτι ακαθόριστα δέντρα. Υπάρχει ένας αέρας που ανοίγει λίγο το πουκάμισο του, εκεί στο μέρος του της κοιλιάς. Μοιάζει με δυτικός. Το σπίτι έχει πλάκα Καρύστου και χτιστούς καναπέδες. Όλα λευκά και απέριττα. Κάποτε βραδιάζει και αυτός ακόμα τραγουδά το ίδιο φάλτσα. Χαμογελά και γέρνει πίσω το κεφάλι του ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του σα να αγκαλιάζει έναν αόρατο άνθρωπο. Από πάνω του ο γαλαξίας μεταμορφώνει την σπείρα του. Το μάτι μου μένει καρφωμένο εκεί στο δικό του εκεί κι έπειτα στο δικό μου εδώ, αυτό το αμείλικτο εδώ. Ότι λαχταρώ οι άλλοι το έχουν.
Ερχόμαστε στον κόσμο κλαίγοντας, μη ξέροντας γιατί. Εγώ ακόμα κλαίω μη ξέροντας γιατί. Ορμονικές διαταραχές, κοντεύεις τα πενήντα, σύνελθε. Οι εβδομάδες έχουν κάτι μηχανιστικό - με παρηγορούν. Βάζουν κάποιου είδους πειθαρχία στην κατά τα άλλα αλλοπρόσαλλη φύση μου. Σε φαντάζομαι δίπλα μου να αναπνέεις. Υπάρχει άνθρωπος χωρίς προσδοκίες; Πρέπει να αφηνόμαστε και να μην περιμένουμε, να μην απαιτούμε, να μην θέλουμε τίποτα από κανέναν; Πρέπει να περνούν οι μέρες μας  με λόγια μηδενικής επίδρασης, ανάλαφρης και στιγμιαίας φόρτισης, χωρίς day after; Ποιός μπορεί απλώς να περιφέρεται; Τα ηλιοβασιλέματα που κοιτώ από το παράθυρο του Σαλονιού μου μαζί με εκείνο το ζευγάρι φοιτητών μπορούν να είναι μεγαλειώδη, ίσως γιατί όλα τα ηλιοβασιλέματα ανεξαιρέτως είναι μεγαλειώδη, έχουν αυτή τη δυνατότητα, δεν έχουν άλλη επιλογή. Ο χρόνος τέλειωσε. Για άλλη  μια φορά δεν απάντησα σε όλες τις ερωτήσεις που μου έκανες, κι αν απάντησα  σε κάποιες, απάντησα λάθος. Όπως σε όλα μέχρι τώρα. Το μόνο που με ενδιέφερε και ακόμα με ενδιαφέρει, είναι το παιχνίδι εκεί έξω, στα πεζοδρόμια που μετέπειτα έγιναν bar και οι φίλοι μου-  ό,τι πιο εξωτικό έχεις γνωρίσει,
Σ αυτή την ζωή θα νιώθω μονίμως αδιάβαστη και ότι λαχταρώ οι άλλοι πάντα θα το έχουν.

Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

mAy FoOtAgE




Μαγιάτικο πρωινό γεμάτο βλέννες φωτός  και μπαγιάτικο ουρανό. Ξυπνάω και κοιμάμαι με τα υπολείμματα μιας ξεχασμένης, παλιάς ζωής κρυμμένα κάτω από τα νύχια μου. Βράδια ολόκληρα, σας το λέω, ξύνω τους τοίχους και τους αρμούς στο μπάνιο μπας και μου φανερωθεί. Δύο μήνες υπό περιορισμό μετακινήσεων. Καμία συνάντηση, καμία αγκαλιά, κανένα πνιχτό γέλιο στα αυτιά μου. Δύο μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς πυρά, με γάντια μιας χρήσης και μάσκα. Στα στενά, στους κεντρικούς, άνθρωποι τρέχανε μίλια μακρυά, περπατούσαν μίλια μακρυά, σα να έφευγαν για πάντα απο κάπου. Σαν να ξεχύθηκε μια μελί ανισορροπία ξαφνικά από τα βουνά προς τους δρόμους. Η μόνη επαφή γινόταν μέσα από σπασμένες φωνές στα τηλέφωνα και άπειρες videoκλήσεις. Γονείς σε καραντίνα, μήνυμα στο 13033 για «βοήθεια στο σπίτι» και μετά πάλι πίσω. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Βαθύ σπίτι, σαν καταπιόνα φάλαινας. Χαμηλά φώτα και μια θέα, σκοτεινή σαν σπλάχνο. Εγώ και ο Ιωνάς κάθε βράδυ συναντιόμασταν και μιλάγαμε  συνεπαρμένοι για κοσμοθεωρίες, ορισμούς αγάπης, συγχρονικότητες και θεωρίες αυτοπραγμάτωσης, χωρίς καμία υπόσχεση για το μέλλον. Ανταλλάζαμε πεμπτουσία σε ένα σπίτι φάλαινα, γεμάτο βραδινή υγρασία και μούχλα μοναξιάς. Και όταν πια κόντευε να ξημερώσει φοράγαμε την μάσκα και κλαίγαμε χωρίς λυγμούς, κλαίγαμε σα να ήμασταν πλημυρισμένοι με μια μικρή διαρροή από τα μάτια. Τέτοιο κλάμα. «Θα μιλήσουμε κι άλλο, μου έλεγε, κουβαλάμε και οι δύο πολλά.» Οι 52 μέρες καραντίνας έφυγαν όπως μπήκαν. Ούτε που τις κατάλαβα, δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό. Το κατάλαβα στην τελευταία πανσέληνο. Διαπίστωσα δηλαδή ότι ήδη ήξερα, πως εγώ είχα τα μάτια, την εικόνα, και η σελήνη το φως. Κι έτσι ένα πρωί, καθάρισα τα υπολείμματα, στόλισα τα μαλλιά μου με μικρά ανθάκια και γέμισα τα βάζα με λευκές ορχιδέες. Έβαλα στην θέση του, την παλιά μου γραφομηχανή και τον μικρό μου πρίγκιπα μαζί με την αλεπού του. Σε όλη την καραντίνα κρυβόντουσαν πίσω από βάζα με κιτρινοπορτοκαλί τριαντάφυλλα, περιμένοντας το φίδι. Ναι, αυτό που φοράω για μενταγιόν στο λαιμό μου.
Ευτυχώς για όλους μας η  Άνοιξη με τις λευκές τις γάμπες έχει καταλάβει μεγάλο μέρος εκεί έξω όπως κ εσύ εδώ μέσα στο ξυστά κατεστραμμένο μου κρανίο. Την πιάνω να ξενυχτάει μαζί μου σε υποφωτισμένα σαλόνια με κρασί ροζέ. Κόσμοι έρχονται και μπλέκονται μαζί με τον δικό μου. Κελαηδίσματα πουλιών, καρδινάλιοι, φτέρες αντί για τελείες και πορτοκάλια ζουμερά κωδικοποιούν την κάθε μέρα μου. Σπαστά ποδήλατα με χαλασμένες σέλες και φρένα. Βόλτες στα ερείπια του παλιού αερολιμένα Αθηνών, στο Ελληνικό. Και από πάνω μας γαλανοί φωσφοριζέ ουρανοί. Μουδιασμένα σώματα. Κραδασμοί, από την φαγωμένη άσφαλτο, ανακατεύουν μέσα μας τα λιμνάζοντα νερά που αφήσαμε. Ο πόνος για αυτό που δεν πραγματοποιήθηκε. Η απουσία κι έπειτα η παρουσία και το μεταφυσικό στοιχείο του ερώτα. Όλα εδώ βαλμένα με λάθος σειρά. Και στο τέλος πάντα να φεύγω με βλέμμα κινηματογραφικό. Και συ να κοιτάς, όπως όλοι, γοητευμένος. Και απομακρύνομαι μέχρι να ζιπαριστώ σε μια μαύρη γυαλιστερή τελεία μαζί με τα 265 κόκκαλα μου. Δεν  περιμένω τίποτα. Ο Μάης μου αρκεί για τώρα και πριν το ξεκίνημα.

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

JuNe FoOtAgE





Έξω αρχές καλοκαιριού. Ιούνης πατημένος σαν λεμόνι στην άσφαλτο , μα το άρωμα του ακόμα κρατά. Κυκλοφορώ στο σπίτι γυμνή με μια πουά πετσέτα κουζίνας για αυτοσχέδια φούστα. Τα παράθυρα μονίμως μισάνοιχτα και από τις χαραμάδες τους παρακολουθώ τον κόσμο να λιώνει. Στο διαμέρισμα επικρατεί μια διακριτική ανακατωσούρα. Σα να ζούσε κι άλλος μαζί μου και ξαφνικά να έφυγε. Στο μικρό ατελιέ, εκεί που κάποτε ήταν το δωμάτιο των ξένων, ξεφυτρώνουν μπογιές,  πινέλα, πινάκες μισοτελειωμένοι και κρεμασμένοι στα πόμολα της ντουλάπας, ανοιχτά κουτιά με βερνίκι, ξύλα κοπής με ζωγραφιές, κουμπαράδες κεραμικοί με ασημένιες φουντίτσες, μαζί με απλήρωτους λογαριασμούς, κοινόχρηστα και ποτήρια καφέ από προηγούμενα πρωινά. Αναρχία παντού. Που και που φυσάει. Κι έτσι κάπως με αυτό το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι που σκάει από διαφορετικά σύμπαντα θαρρείς, θυμάμαι πως κάποτε υπήρξα νέα σε αυτό το σπίτι, χωρίς όλα αυτά, μόνο με την νιότη μου και την αυθάδεια που μου φορούσε τα καλοκαίρια αντί για αυτήν την πουά πετσέτα κουζίνας. Ούτε να κλάψω δεν μπορώ. Οι  κοίτες των ματιών μου έχουν γεμίσει με μικρά χαλάζια. Μπορεί να φταίει που τα βράδια χαζεύω τον ουρανό για ώρες αμίλητη. Μπορεί όλη αυτή η αστερόσκονη εκεί πάνω να μου έκανε την ζημιά.
Μεγαλώνω στο σελοφάν μιας γαλαζωπής μοναξιάς χωρίς να χρωστάω σε κανένα. Ούτε σε συγγενή, ούτε σε φίλο. Ότι έδωσα, έδωσα κι ήταν πολύ. Δεν υπάρχουν άλλα αποθεματικά για αυτούς πια, παρά μόνο για μένα. Η φλόγα της γαλαζωπής μοναξιάς κοστίζει πολύ για να με συντηρεί ακέραια και αυτοί όλοι εκεί έξω δεν θα καταλάβουν ποτέ. Τα βράδια κοιμάμαι χωρίς ενοχές . Κοιμάμαι εύκολα. Κι έτσι εύκολα ξυπνώ και συνεχίζω, χωρίς δεσμούς, χωρίς μακροπρόθεσμες εικόνες, χωρίς φροντίδα, χωρίς χάδια, χωρίς  ελπίδες, χωρίς συνοδοιπόρους, χωρίς πολλά, πολλά.  Με λίγα λόγια, συνεχίζω αυτόφωτη και  γεμάτη εγκαύματα αλλά συνεχίζω.
Ιούνης και τα μέρη που φουντάρω τις νύχτες μου είναι μαγευτικά, σχεδόν εξωπραγματικά, σαν σκηνή από ταινία του Βέντερς. Τα φτερά του έρωτα χωρίς τον έρωτα πια. Όλοι είναι ψεύτικοι, προσποιούνται κάτι που δεν καταλαβαίνω ποτέ με τι μοιάζει. Άγευστοι και ωχροί από τις καταχρήσεις, ανούσιοι και μισότρελοι. Μόνο τα ποτά είναι καθαρά πια. Για αυτό πίνω αρκετά. Στον μακροσκελή  γυρισμό μου το μπαλκόνι ανάβει τους χαμηλούς φωτισμούς του και τα  τεράστια κυανοπράσινα φυτά μου ανασαίνουν με ανακούφιση που επέστρεψα. Ανάβω το φιδάκι για τα κουνούπια και πάω  αναίμακτα πίσω σε εκείνα τα αρχαία χρόνια που λιμνάζουν μέσα μου τον πιο ωραίο βυσσινί βούρκο. Και είναι όλοι πάλι εκεί. Η μαμά, ο μπαμπάς, οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι φίλοι των φίλων τους, οι παιδικοί μου φίλοι, ο αφρός στα μάτια από το Johnsons, στο αυτοσχέδιο ντους της αυλής μετά το μπάνιο, τα γεμιστά στο χτιστό τραπέζι, τα μαγιό απλωμένα, κάποια κογχύλια μαζί με ροζ καύκαλα αχινών χωμένα σε ψάθινα καπέλα, πετσέτες  με αλμύρα απλωμένες κόβουν τον ήλιο στην μέση σαν φρούτο. Η Αλεξία, η Άννα, η Μύρινα ο κυρ Σπύρος, ο Δημήτρης της Γαρυφαλλιάς, ο Πέτρος και ο Παύλος και γω. Είμαι και γω όπως ήμουν αληθινά. Γυμνή με μια αυτοσχέδια πετσέτα κουζίνας για φούστα γύρω στα 7, με μαλλιά ξανθά και βλέμμα θυμωμένο από τότε. Ναι είμαι και εγώ και  βγάζω σαν αόρατη ρουκέτα εκείνο το  παιδικό γέλιο,μπορώ ακόμα να το κάνω και σήμερα, όταν κάποιες φορές για ένα απόσπασμα νιώθω ευτυχισμένη. Ιούνιος και ούτε που ξέρω τι θα μας βρει. Αλλά έχω την αλήθεια μου, εμένα ακέραιη ακόμα, το γαλαζωπό σελοφάν, τα καθαρά ποτά, τις νύχτες του Βέντερς, τα φτερά μου, τις ημέρες του Γκοντάρ και πάντα εκείνο εκεί τον βυσσινί βούρκο να με περιμένει. Αλλά που να καταλάβετε εσείς.