Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

ΤοΥ ΕνΕσΤώΤος


Μ’ άρπαξε από τα μπράτσα ο Ιούνης και με έβαλε σε ένα ξελιγωμένο αμάξι που όλο έσβηνε. Ο τόπος μύριζε αγριομέντα και πρωινή υγρασία. Οι δεκαοχτούρες με ζάλιζαν τα πρωινά. Η σπάθη των αγγέλων με ηρεμούσε καθώς μικρά μουδιάσματα ξαγρυπνούσαν στις άκρες των δαχτύλων μου.
Και ύστερα η άπνοια του βλέμματος, το κάψιμο από τον ήλιο, η αλμύρα που ασπρίζει το δέρμα, η βουή και τα άσκοπα πέρα δώθε των σωμάτων.

Με φίμωσε ο Ιούνης. Και χωρίς να έχω πια πολλές λέξεις μαζί μου, με γύρισε ανάμεσα στα πόδια της Πελοποννήσου και με άφησε να κοιμηθώ κάτω από ευκάλυπτους και λεμονιές. Με μια σκηνή και μια αιώρα κάτω από τα αστέρια. Και με ένα φακό κεφαλής να διαβάζω μυθιστορήματα κάτω από τον παφλασμό των κυμάτων στον μικρό κόλπο της «καλόγριας.
Τα πρωινά ξύπναγα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και παρατηρούσα την αντανάκλαση του ήλιου στις σκιές του προσώπου σου. Μάντευα το άνοιγμα στο βήμα σου, καθώς τσαλαπατούσες την ξεραμένη γη, και τα πεσμένα φύλλα των ευκαλύπτων λύγιζαν σαν λυγερόκορμες γυναίκες, που χόρευαν στους ήχους του περάσματος σου. Οι διαδρομές μεταγγίζουν μυστικά στους εκλεκτούς.
Η Μάνη στο βάθος πιο πέτρινη από ποτέ και οι θάλασσες εκεί με άλλα χρώματα συγκλόνιζαν το βλέμμα μας καθώς τις πλησιάζαμε διστακτικά.

Με υφάρπαξε σχεδόν ο Ιούνης. Με πέρασε γύρω από τους ώμους του και με γύρναγε μέχρι όλα να γίνουν ένα. Σπαράγματα από καθημερινά μονόπρακτα, εντάσεις, έρωτες, σιωπές, και σερενάτες της βροχής.
Από μακριά τα ξέκολα της ΤV δίνουν μικρές παραστάσεις και μας αφήνουν να βλέπουμε και εσείς τα παρακολουθείτε και με αυτά πορεύεστε και συνεχώς φουμάρετε ένα σωρό άλλοθι, μα ένα σωρό. Καθάρματα πολιτικής αραγμένα στην διαφθορά φαρδαίνουν τις λεκάνες τους. Πόσους ηλίθιους χωράει ακόμα αυτός οι τόπος. Γαμώτο.
Κι έπειτα, καθώς δαγκώνω πρόστυχα την σάρκα ενός ροδάκινου, έρχεται η συμπόνια.
Η συμπόνια είναι παρηγορητική για όποιον πάσχει. Τους συμπονώ κατά βάθος. Και τα ζουμιά του ροδάκινου στάζουν και μου λερώνουν το λευκό φανελάκι.

Πόσα στρέμματα θα καούν και φέτος λέτε;

Πόσο ακόμα θα είμαστε ζωντανοί κάτω από τέτοιες θερμοκρασίες;

Μάλλον έχουμε ηττηθεί προτού ακόμα γεννηθούμε δεν εξηγείται όλο αυτό αλλιώς.

Κάπου άκουσα πως η ωραιότητα θα ξαναβρεθεί. Μακάρι. Αλλά και να μην ξαναβρεθεί καθόλου δεν με νοιάζει μιας και ο Ιούλιος σκάει σαν κύμα στην αυλόπορτα.

Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009

Να Ο ιΟύΝηΣ!


Τα πρώτα σπάργανα του Ιουνίου φωσφορίζουν στο στέρνο μου σαν ελαφριά πεταλουδόσκονη.Ο κόσμος που ονειρεύομαι έχει άφιλτρα βλέμματα, λουλουδάτα κοντομάνικα πουκάμισα, Τίτο Πουέντε στη διαπασών και ξένοιαστη ανεμελιά. Απέραντες πεδιάδες με ζαχαροκάλαμα, λιπόσαρκες γυναικείες φιγούρες γεμάτες ιδρώτα και μεθυσμένα αγόρια να οδηγούν αργά στην λάβρα του μεσημεριού κάτι ξεχαρβαλωμένες κόκκινες σεβρολέτ του 60.
Το καλοκαίρι μου αρέσει γιατί σταματάει τον χρόνο. Μιλάω για τον χρόνο μέσα μας που δε φαίνεται και που προχωράει μαζί μας. Για τον χρόνο που μας αλλάζει μέρα με την μέρα. Σαν μπει το καλοκαίρι αλλάζω. Δε βιάζομαι. Ούτε κινούμαι. Μόνο αναπτύσσομαι. Παρατηρώ με πειθαρχεία τον κόσμο που πάει κι έρχεται. Ένα ζευγάρι που ψωνίζει φρούτα εποχής, έναν επαίτη στις ζεστές πλάκες του κέντρου, μια κομψή κυρία που σηκώνει το χέρι της να καλέσει ταξί. Κυκλοφορώ καμουφλαρισμένη σε σταθερή εικόνα, σε ακίνητο καρέ παρατηρώντας με χάρη την αποκλειστικότητα που έχουν οι άνθρωποι να μπερδεύουν τα πάντα. Κάποιοι ενώ έχουν την λάμψη το παίζουν άνθρακες. Κρύβονται μέσα στο πλήθος περιμένοντας να τους ανακαλύψεις. Μέχρι την μεγάλη ανακάλυψη θα πορευόμαστε με τα ξέκολα της τηλεόρασης και τους συγκαμένους πολιτικούς. Με τα νεκρά μας συναισθήματα και τους τιτάνιους παρασιτικούς μας φόβους που καταργούν όση γοητεία μας έμεινε. Ξέρετε είναι κρίμα γιατί όλες οι αρετές οι οποίες μας ανέθρεψαν δεν αξίζουν τίποτα. Όσο πιο ευγενικός και πιο καλός είσαι τόσο πιο πολλούς δυνάστες θα μαζέψεις γύρω σου
Δεν είναι εξωφρενικό;
Καλύτερα λοιπόν να ακολουθήσω τα ζικ -ζακ και τις παχιές καμπύλες. Αρνούμαι την ευθύτητα. Η ευθύτητα είναι επιγενόμενη. Και εγώ ένας πλάνης που όλο θέλει να της ξεφεύγει.
Και κάπως έτσι, απαλά και αεράτα μπήκε ο Ιούνης μέσα μου. Τρώγοντας κεράσια και δείχνοντας μου φωτογραφίες μικρών Κυκλάδων γεμάτες άμμο και ξερολίθι. Τόπους που δεν έχουν στιγματιστεί από τίποτα. Το τίποτα ήταν πάντα για μένα μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Και κάπως έτσι ξεκινάει το κέρασμα στο αιώνιο καλοκαιρινό φως. Και το καλοκαιρινό φως έχει θεραπευτικές ιδιότητες, όπως η ασπιρίνη.

Μην βαρύνεστε λοιπόν. Δικά μας όλα.

Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009

ΚάΤω ΑπΟ τΟν ΉλΙο


Η εποχή: Ο Μάιος είναι ο μήνας των κεραυνών. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή προκαλούν εκατοντάδες πυρκαγιές, ενώ πέφτουν κατά δεκάδες χιλιάδες σε μία ημέρα. Ο Μάιος είναι ο μήνας που φυγαδεύει βιαστικά το καλοκαίρι κάτω από τα σκεπάσματα της άνοιξης. Ο Μάιος δεν έχει φύλο, μόνο επιθυμία.
Ο καιρός: Φυσάει συνεχώς. Μανιασμένα, δαιμονισμένα λες και ξεσπάει πάνω μου ο καιρός. Με σπρώχνει. Με εμποδίζει να κλείσω την πόρτα του αυτοκινήτου μου, μου σηκώνει ψηλά την μπλούζα, μου ανακατεύει τα μαλλιά. Με ταπεινώνει. Τα άκρα μου τα βράδια παγώνουν ξανά και το λεπτό πάπλωμα τραβιέται μέχρι το σβέρκο. Σε στάση εμβρύου ο ύπνος. Σε ονειρεύομαι όλο.
Το σκηνικό: Όλος ο κόσμος έχει γεμίσει χέρια που ζητάνε κάτι. Μια πολύχρωμη αδιαφορία στο υπάρχον πολιτικό σύστημα σαν γιορτή ξεχύνεται από παντού. Και αυτή η αδιαφορία στο βάθος σημαίνει νέο πολιτικό ενδιαφέρον και κατασκευή νέου σκηνικού. Για αυτό και πολύχρωμη.
Ο πόνος: Λέω σ αγαπώ δαγκώνοντας τη γλώσσα μου.
Εκείνη: Θέλει όλο να την διασχίζω. Είμαι ο κωπηλάτης της ψυχής της. Κάποιες νύχτες όταν κοιμάμαι μαζί της είναι αλλιώς. Μπερδεύονται τα όνειρα μας όπως τα δάχτυλα μου στα μαλλιά της.
Εκείνος: Έλλειψη ερωτικών συνειρμών. Βλέμμα που όλο αποφεύγει την συνάφεια. Χωρίς επιθυμία πια. Ίσως να πρέπει να μάθει πως η επιθυμία εμφανίζεται, μόνον όταν σου λείπει κάτι.
Εγώ: Σε μια γαλάζια θάλασσα, κάπου σε ένα παραθαλάσσιο οικισμό μακριά από το άστυ, βουτάω τα πόδια μου μέχρι να μουδιάσουν από το κρύο. Κι έπειτα βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου να μείνω μέσα της περισσότερο από ότι έμεινες εσύ μαζί μου.
Τα βράδια: Με ένα ποτήρι αψέντι και κόκκινα μάτια από το ξενύχτι περιμένω τον Ιούνιο διαβάζοντας Μπωντλαίρ. Και «ο θάνατος των εραστών» καίγεται στο γαλάζιο φως του πορτατίφ μου.
Το τέλος: Θα ήθελα να σου ψιθυρίσω μια νύχτα χωρίς αστέρια πως ο πιο δυνατός μυς είναι η καρδιά. Όσο πιο πολύ την τρομοκρατείς τόσο πιο πολύ αντέχει.

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009

ΘεΡμΟμΕτΡο


Επιστρέφω τις Δευτέρες με κόκκινα μάγουλα και φυλλαράκια ευκαλύπτου στις χούφτες. Επιστρέφω σκοντάφτοντας σε σκυθρωπά και απελπισμένα πρόσωπα. Σε μια πολιτική επικαιρότητα που έπαψε εδώ και χρόνια να με ενδιαφέρει. Μόνο το φεγγάρι υπό την πλήρη ολοκλήρωση του με νοιάζει. Μόνο το φεγγάρι που κάνει και πάλι χρυσά τα μαλλιά σου. Κι έπειτα ακούω τις σονάτες για την άνοιξη και βάζω πλυντήρια. Πόσο κόντρα.
Δύο βράδια, κι ενώ είχα επιστρέψει στην φωτισμένη πόλη, τα πέρασα με την σονάτα υπό το σεληνόφως και ερωτεύτηκα την περίμετρο του σκοταδιού που όλα τα χωνεύει με μαγεία. Το φεγγάρι πριν με αφήσει μου ψιθύρισε πως οι άντρες δεν γερνάνε. Ωριμάζουν μόνο. Και η αγάπη κάποιες φορές είναι τόσο σπαρακτική που οι λέξεις δεν μπορούν να την περιγράψουν.
Από πόλη σε πόλη με μια βαλίτσα ρούχα και θαυμαστικά συνεχίζω να αγαπώ αυτούς που έζησαν και σώθηκαν. Κινηματογραφικές αφηγήσεις και θεατρικές βιογραφίες τις ζωές μας ορίζουν. Ονειρεύτηκα προχθές πως χάθηκα στα υπόγεια της λυρικής σκηνής. Φόραγα ένα λευκό μακό και ένα κίτρινο σορτς. Μια μεγάλη γλάστρα με αμμολούλουδα κρεμιόταν σαν αθλητική τσάντα γύρω από τους ώμους μου. Δεν θυμάμαι ποιον έψαχνα αλλά δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι χάθηκα στην λυρική και έχασα έτσι όλη την άνοιξη.

Από δω και στο εξής το μόνο που αντέχω να κάνω είναι να περιμένω τα απογεύματα των εκθαμβωτικών Ιουλίων, που πέρασαν και με σημάδεψαν στα γόνατα και στους αγκώνες, να επιστρέψουν. Κρέμασα και φρούτα πάνω μου. Έλα να τα φας.
Μάζεψα τα χειμωνιάτικα και τα βαριά περσικά χαλιά μου και όλο βγαίνω στην βεράντα για να παρακολουθήσω την ανθοφορία των φυτών. Κάπου παράλληλα με μένα άλλοι ταξιδεύουν και ερωτεύονται. Κάπου παράλληλα φέρνουν ζωές στον κόσμο ή συνθέτουν νέα κομμάτια. Ανακαλύπτουν εμβόλια και νέους πλανήτες που μετά θα τους ονομάσουν με εκείνα τα απαίσια ονόματα. Κάπου παράλληλα προσπαθούν να αγαπήσουν και να ξαναθυμηθούν την διαδικασία του έρωτα. Κάπου παράλληλα το σύμπαν γεννάει και αποσυνθέτει βίαια ενώ εμείς παλεύουμε να ακούσουμε το κύμα κάτω από το μαξιλάρι μας. Και ο πυρετός της Άνοιξης μαζί με εκείνη την από μέσα κούραση καλά κρατεί.
Κατεβαίνω στο Γκάζι να παρακολουθήσω το video art festival με ένα μπερδεμένο καλοκαιρινό φουστάνι, μην ξέροντας τι ακριβώς θα δω. Η νύχτα είναι γλυκιά, όπως θα είναι κάθε νύχτα από δω και στο εξής.
Και θα μυρίζει καλάμι από καλύβα δίπλα σε θάλασσα, και υγρασία σκίνου. Ετοιμάζομαι για όλα όσα θα μου πεις. Κι αν δεν μου πεις το ίδιο μου κάνει. Ο καιρός πάντα θα μυρίζει καλάμι καλύβας δίπλα σε θάλασσα και υγρασία σκίνου. Κανείς δεν μπορεί να μου το αποσιωπήσει αυτό.

Στην εσωτερική σου γεωγραφία, θα με βρεις ανατολικά.
Θα στέκομαι σταυροπόδι με εκείνο το μπερδεμένο φόρεμα και θα φοράω στο λαιμό όλη την τρέλα του κόσμου. Στις παλάμες μου θα περπατάνε μικροί αχινοί και από τα μαλλιά μου θα κρέμονται χιλιάδες ερωτηματικά και μια φύση κόντρα στην κανονική. Κι η νύχτα θα μυρίζει όπως πάντα τέτοια εποχή καλάμι καλύβας δίπλα σε θάλασσα και υγρασία σκίνου.