Πέμπτη, Ιουλίου 04, 2013

ΔιΑκΟπΕυΟνΤαΣ..


Μπήκε ο Ιούλιος. Κοιμήθηκα ανήσυχα για δύο ώρες. Σηκώθηκα στις πεντέμισι και άνοιξα τα παραθυρόφυλλα της κρεβατοκάμαρας μου. Το αχνό φως του όμορφου καλοκαιρινού πρωινού  γέμιζε τον ουρανό  και τα σπουργίτια είχαν αρχίσει να φλυαρούν. Οι μέρες μου είναι τόσο ευχάριστες όσο κι ένα ποτήρι σόδας ξεχασμένο στον ήλιο για μέρες. Για αυτό θα φύγω. Θα διακόψω και αυτό τον Ιούλιο από αυτή την ξεθυμασμένη γεύση της σόδας. Ράθυμα ετοιμάζω την βαλίτσα μου. Ταχτοποιώ τα βιβλία που θα πάρω μαζί. Τα πάντα ελάχιστα αυτό το καλοκαίρι. Ελάχιστα και απαραίτητα. Απομακρύνομαι από την άσφαλτο και τον κιτρινοπράσινο πολιτισμό του βενζινάδικου. Πάω κοντά στους  χωματένιους δρόμους, τους διάστικτους από περιττώματα γαϊδουριών και κατσίκας. Πάω να συναντήσω τους στυφούς καρπούς της αγριαχλαδιάς με εκείνη την πανάρχαια γεύση τους και το τρυφερό βλαστάρι του γαϊδουράγκαθου που σε λίγο θα ξεραθεί όπως προβλέπει ο νόμος του Ιούλιου. Παραπλανημένες πεταλούδες στις πετούγιες και μέλισσες στην βρύση της βεράντας. Σπασμένη γη και ανελέητο φως. Το άρωμα της πίσσας των ασάλευτων δρόμων. Και η άψη της αιώνιας θάλασσας. Φεύγω έτσι καθημερινά και λίγο απρόσμενα μα φαντάζομαι ότι είναι σα να πηγαίνεις για ύπνο μετά από μια εξαντλητική μέρα, κι ύστερα να ξυπνάς και να βρίσκεσαι στο καλοκαίρι με την μυρωδιά από τα στάχυα να μπαίνει  απ’ το παράθυρο. Μόνος με το σώμα σου έτσι απλά. Συντροφιά με ξινισμένα σταφύλια ή ένα πιάτο φακές με θαλασσόνερο και τη μελαγχολία που ανακύπτει από τα ποιήματα των ποιητών με την κακή υγεία. Τραβώντας, κάθε τόσο, από το σουτιέν το μηδέν και το άπειρο, περπατώντας ξυπόλυτος με αλάτι στα τσίνορα και στάχυα στα μαλλιά.

Βαραίνουν οι μέρες, ξαλαφρώνει η κλεψύδρα της αντοχής. Ονειροπολώ πως βρίσκομαι ήδη ξαπλωμένη σε μια παραλία εφηβικών αμμοχάλικων και στοιχηματίζω πως θα είμαι για πάντα έτσι. Ένα παιδί  ανάσκελα απέναντι στον ώριμο ήλιο του μεσημεριού του ’83 δίπλα στην λαδοπράσινη θάλασσα του Οτζιά. Παντού φυσικοί ήχοι κυμάτων και τσιρίδες μαμάδων με πλούσιους κιρσούς στις γάμπες. Η γιαγιά ζει και ετοιμάζει στην κουζίνα μεσημεριανό. Μυρωδιές από πιπεριά, μελιτζάνα και λευκό σεντονάκι. Τα παντζούρια καρφωμένα μαζί με μένα σε εκείνη εκεί την πανάρχαια παραλία. Και όλοι ακόμα εκεί, να σουλατσάρουν αμέριμνοι κάτω από τον ήλιο του 83.

Ιούλιος 2013. Η βαλίτσα έτοιμη κλειστή. Αδίκως ξοδεύω χρόνο ψάχνοντας σημάδια.Οι καλύτεροι ανάμεσα μας έχουν χαθεί ήδη χωρίς να αφήσουν ίχνη.

4 σχόλια:

Hfaistiwnas είπε...

Τι όμορφα τα γράφεις..
Καιρός για διακοπές.. :)

candyblue είπε...

Είναι επειδή με έχουν σημαδέψει όμορφα αυτοί οι αλλοτινοί καιροί.

Καιρός για την αγρανάπαυση μας!
Να μυρίζεις και συ σαν καλοκαίρι εύχομαι.

Aisein είπε...

Τα πάντα ελάχιστα αυτό το καλοκαίρι. Άλλωστε στο λίγο είναι το πολύ και το πολύ στο λίγο Δεν στο ‘χα πει γιατί περίμενα να το αννακαλύψεις μόνη σου Σκέφτηκα πως θα ‘ταν καλύτερα έτσι Και να ‘σαι τώρα Πλουσιότερη εσωτερικά, πιο λιτή και απέριττη απ’ έξω και με μια καινούργια αλχημιστική ιδιότητα στα μπαγκάζια σου όπου σου επιτρέπει να μετατρέπεις το λίγο σε πολύ όταν αυτό χρειάζεται

Θυμάσαι την γιαγιά? Ήταν τρυφερή και όλο γελούσε Στις μέρες μας κανείς απ’ τα σαράντα και πάνω δε γελάει, αυτό προκαλεί φοβερή πίεση στους μικρότερους που θέλουν να γελούν.

Εσύ να μοιάζεις στη γιαγιά και στα παιδιά Να το υπογραμμίσεις αυτό για να το θυμάσαι Να ανήκεις στους χαρωπούς, αυτούς που γελούν, να μην σε επηρεάζουν οι θλιβεροί ανθρώποι

Κι εκεί που θα πάς, να δώσεις χαιρετισμούς στους μακρινούς μου φίλους. Θα τους καταλάβεις εύκολα Θα σου δώσουν ξερά σύκα και κρασί απ ‘τη γη να πιείς Πάνω στο παλιό τραπεζάκι της αυλής τους, θα δεις γραμμένο με δυο ή τρεις λέξεις, το μεγάλο απόφθεγμα της ζωής τους Μα αυτοί θα είναι αδιάφοροι Θα σε κοιτούν στα μάτια και παρότι θα 'ναι πάνω από σαράντα θα σου γελούν

Κι αν αποφασίσεις να χαθείς να το κάνεις χωρίς να αφήσεις ίχνη εντάξει? Θα σε κλείσω στην καρδιά μου και θα λέω αυτή είναι μία απ’ τις καλύτερες ανάμεσα μας Και τώρα Τώρα είναι κάπου και γελάει

FieryFairy είπε...

Η γοητεία του ελληνικού καλοκαιριού κάτω από έναν ανελέητο ήλιο.