Αρχίζει η λάβρα να μπαίνει σε μια σειρά. Διαχέεται από την πίσσα των δρόμων και από τις τσιμεντένιες γέφυρες της Δουκίσσης Πλακεντίας, όσο εσύ κοντοστέκεσαι για μιαν ανάσα ουρανού. Διαχέεται από τα υπόγεια του μετρό και την ενέργεια των εγκλωβισμένων σωμάτων, από τα πρασινωπά ελώδη τοπία των ονείρων που σε ιδρώνουν τις μικρές ερεθισμένες ώρες της νύχτας, από μελλοντικές αρθρίτιδες και κουνημένους σπονδύλους. Διαχέεται από τις φωτιές του Αϊ-Γιάννη του Πρόδρομου, από τα βλέμματα ανεκπλήρωτων ερώτων που αφήνουν σαν σαλίγκαροι την γραμμή του σάλιου τους στο δάπεδο του edit που δουλεύεις. Διαχέεται από το τίποτα που σε κοιτάει κατάματα. Από το τίποτα που τόσο αγαπάς.
Στην στάση Αγ. Παρασκευή του μετρό, έξω από τις κυλιόμενες σκάλες, ένα ξανθό κορίτσι μυρίζει ένα λευκό τριαντάφυλλο. Μοιάζει να ερωτοτροπούν. Τραμουντάνα.Βάζω τα γυαλιά ηλίου μου παρόλο που σουρουπώνει. Όσο πιο σκοτεινά τόσο πιο ασφαλής.
Και όπως έλεγε ο Βlake κάνε ό,τι θέλεις. Ο Κόσμος αυτός είναι φανταστικός και έχει φτιαχτεί από αντιφάσεις.
Σκηνή Α λήψη 3.Πάνω σε ένα μηχανάκι εγώ με ένα φίλο μου παλιό σπάμε τα μούτρα μας στα βραχώδη τούλια της νύχτας με μικρές ταχύτητες. Κάτω από τις σόλες μας κολλημένες οι νότες μιας συναυλίας. Στο δρόμο κάνουν έργα και κάθε φορά που πέφτουμε σε μια λακκούβα, χιλιάδες αναμνήσεις σαβανωμένες ξεπηδούν από την κορυφή των μαλλιών. Αέναη βόλτα. Ξαφνικά αρχίζει να βρέχει και τα κράνη μας γίνονται πεδία βολής. Χαιρετιόμαστε κοντά στο ξημέρωμα και τρέχω να ταΐσω τα γατιά. Τρέχω να προλάβω τον ήλιο πριν βγει, ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων.
Γραίγος~ λεβάντες~ σιρόκος ~λίβας ~πουνέντες~ ζέφυρος ~μαΐστρος τα ονόματα των αγοριών που με σημάδεψαν. Τραμουντάνα το κορίτσι που αγαπώ. Έλα να χορέψουμε και ας καταστρέφεται ο κόσμος.
Σκηνή Β λήψη πρώτη. Σε πηγαίνω σπίτι κι είναι αργά. Τα ρούχα μου μυρίζουν καπνό και η ανάσα μου κρασί. Τα μαλλιά μου πλεγμένα σε δυο κοτσίδες και ανεβασμένα σαν στεφάνι στο κεφάλι ψηλά. Το λευκό πουκάμισο σου φωτίζει την καμπίνα του αυτοκίνητου. Ο ουρανός ξεφτίζει το μαύρο του σε μπλε σκούρο. Ένα αεροπλάνο αφήνει μια λευκή γραμμή. Σβήνουν ξαφνικά οι λάμπες των δρόμων και μοιάζει σαν κάποιος να με χαστουκίζει με ταχύτητα φωτός. Ξημερώνει. Ότι σιχαίνομαι, αλλά δεν το ξέρεις. Μου λες, «Η χάραξη μιας νέας μέρας. Κάτι καινούργιο ξεκινά. Νοιώθω πως μπορώ να κάνω τα πάντα στην σκέψη αυτή, έστω κι αν κρατήσει μέχρι να αλλάξει χρώμα ο ουρανός.» Σε παρατηρώ καθώς το λες και το πρόσωπο σου γίνεται γαλαζωπό και φωτεινό σα να έπεσαν χιλιάδες αστέρια από μπροστά σου. Όλα έξω πια γαλάζια και η καρδιά μου έχει πάψει να χτυπά.
Σιγή ασυρμάτου. Με νοιάζει μόνον ο καιρός της επομένης.
Χάνω τον χρόνο μου και τις μέρες μου χαζολογώντας. Παρατηρώ τις ρυτίδες που προστίθενται στα μάτια μου. Το περίβλημα σκληραίνει. Στο ψυγείο τα κεράσια μελαγχολούν. Ποτίζω τα λουλούδια. Από το θεατράκι ακούγονται κρητικά τραγούδια και χοροί. Είναι από τις νύχτες που έχει μια ψύχρα. Είναι από τις νύχτες που νομίζεις ότι θα ζήσεις μια ζωή. Στο τραπέζι κάτι αεροπορικά εισιτήρια για Ζάκυνθο με 2 λεκέδες σάλτσας με κοιτάνε καχύποπτα. Οριζοντιώνομαι. Αφήνω για λίγο το παντζούρι ανοιχτό να πάρω μάτι τα άστρα.
Κάποιος δράκος ανασαίνει πάνω στα ξεσκέπαστα πόδια μου.

Στον αποχυμωτή έβαλα πράσινα μήλα, μπανάνες και φράουλες. Με ένα φούξια καλαμάκι ρουφάω τον χυμό κοιτάζοντας τις πλαγιές του Υμηττού απέναντι. Τα δάχτυλα μου μυρίζουν το άρωμα σου και τα χείλια μου άγρια χλόη. Μπήκε ο Μάης με φως και γαλάζιο ουρανό. Χαμογέλασα στην σκέψη αν και το φως μου έφερε υπνηλία. Σχολώντας από την δουλειά τα απογεύματα πέφτω πάντα σε μαύρα σύννεφα που μοιάζουν με μεγάλο θυμό. Διάσπαρτα πάνω από τις κορυφές των μαλλιών μου και τον ιδρώτα του αυχένα μου. Και μετά η βροχή σαν τιμωρία, σχεδόν κάθε απόγευμα. Βρέχει και από το παρ μπριζ του αυτοκίνητου μου παρακολουθώ την λογοδιάρροια του νερού. Η αστάθεια της Άνοιξης αυτής με εξαρθρώνει. Αφήνω τα χέρια μου στο τιμόνι. Μετά κλειδώνω το αυτοκίνητο στο γκαράζ με τα δόντια. Πετάω το μυαλό μου στον μπλε κάδο της ανακύκλωσης και ξεφορτώνομαι την καρδιά μου, στην είσοδο της πολυκατοικίας, να τη φάνε τα αδέσποτα της γειτονιάς. Και καθώς ανεβαίνω στο διαμέρισμά μου, αφήνω τα πόδια μου στις σκάλες και μπαίνω σαν φάκελος λεπτός κάτω από την πόρτα. Μένω εκεί ξαπλωμένη για ώρες, μέχρι η Μιλού να με ζητήσει και να αρχίσει να γλύφει την κόλλα από τα γραμματόσημα μου, νιαουρίζοντας σποραδικά. Ένας ροζ φάκελος χωρίς χέρια, και πόδια, μόνο με χιλιάδες χρωματιστά γραμματόσημα από όλες τις πόλεις του κόσμου που επισκέφτηκα. Σαν ξεραμένα κακάδια χαράς. Χωρίς Άνοιξη μοιάζει κάπως έτσι η ζωή.
Και έπειτα η βροχή δυναμώνει και πέφτει με δύναμη πάνω στα τζάμια και στην άσφαλτο σπαράζοντας σαν να πέθανε ο γιος της, και όλα θολώνουν και γκριζάρουν σαν τα μαλλιά των συνομήλικών μου και δεν φαίνεται τίποτα πια. Ούτε εγώ, ούτε εσύ. Ευτυχώς που τα δάχτυλά μου μυρίζουν το άρωμα σου και τα χείλια μου άγρια χλόη. Ευτυχώς που όλα κάποτε τελειώνουν. Ακόμα και μεις. Ευτυχώς.
Εκκλησία Αγ. Ειρήνης. Κυριακή απόγευμα. Μπαίνουμε μέσα λίγο πριν σχολάσει ο εσπερινός. Στην πόρτα προσφέρουν άρτο με γλυκάνισο, μαλακό σαν τσουρέκι. Στα μανουάλια κρεμώ ευχές για τους δικούς μου πεθαμένους. Μέσα από αναμμένα κεριά θυμάμαι τις μορφές τους αλλιώς, όπως θέλω εγώ. Όπως δεν υπήρχαν ποτέ στα αλήθεια κάπως έτσι. Η πλατεία ασφυκτιά από κόσμο και βοή. Μοιάζει με φωλιά γιγάντιων σκαθαριών. Δεν μπορώ να τους κοιτάω πολύ. Με τρομάζουν. Κατηφορίζουμε μακριά. Στους δρόμους του κέντρου οι αφίσες των κολάζ μου ακόμα κολλημένες και λίγο ξεφλουδισμένες ζουν την δικιά τους ζωή. Σκουπίδια πεταμένα εδώ κι εκεί στο εκκλησάκι της Καπνικαρέας. Ένας άστεγος πιο κει δοκιμάζει κάτι παπούτσια. Μπερδεμένες μουσικές, κακόγουστες, σκάνε σαν βόμβες ναπάλμ. Οι πόλεις μας ξόφλησαν. Έτσι όπως τις έχτισε η τρισδιάστατη πολεοδομία καταστράφηκαν. Περπατάς χορεύοντας δίπλα μου. Νυχτώνει όλο και πιο πολύ. Κι έπειτα πίνουμε λευκό κρασί με παξιμάδια σε μια πεζούλα στην Ερμού. Παρέες παιδιών σκάνε δίπλα μας μιλώντας διάφορες γλώσσες. Δυο, τρία σκυλιά αναζητούν τροφή. Γιασεμιά μυρίζουν και ένα ακορντεόν κάπου στο βάθος ξεψυχά. Κι εμείς σαν αλαφροΐσκιωτοι με χάρτες στα μάτια όλο ταξίδια ονειρευόμαστε και μυστικές κραιπάλες. Όλο χρυσαφένια απογεύματα και ασάλευτες μαρίνες που δένουν κότερα, καφενεία με χαμηλό φωτισμό και νυχτερινές ώρες στα λιμάνια. Αλλάζουμε τον κόσμο ήσυχα, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει, τεμαχίζοντας αυτό που ήδη γνωρίζουμε και φτιάχνοντας κάτι καινούργιο.
Μέχρι να πέσει η Άνοιξη χτυπημένη στην μεγάλη αγκαλιά μας.
Πλησίασε πρώτα ο θάνατος και έπειτα η άνοιξη. Και ανάμεσα τους βλάστηση εξαγριωμένη. Ραντεβού ανάμεσα σε συλλαλητήρια και κλειστές στάσεις του μετρό. Ματ σε παράταξη με διάφανες ασπίδες που από πίσω άφηναν να φαίνεται θολή η πλατεία Καρύτση με τις νεραντζιές της ανθισμένες. Ρωτώ τι γίνεται. Θέλω να περάσω. Με αφήνουν χωρίς όρεξη να διαβώ ανάμεσα τους. Η μυρωδιές των εσπεριδοειδών στα μαλλιά μου. Ρολά κατεβασμένα μαζί με παντελόνια και εσώρουχα. Και ανάμεσα μας μια άνοιξη ατίθαση που μας εκτροχιάζει. Μυαλό διάσπαρτο σα να πέρασε από πάνω του ο τροχός του μπλέντερ. Ματωμένες παπαρούνες σε κρυφά μέρη. Δαγκωμένα χείλη σε κρυφά μέρη. Στοές που κάνουν αντίλαλο το γέλιο μας. Περασμένες 4 στο κέντρο μιας αλλιώτικης Αθήνας.
Κλειστά φαρμακεία για μέρες. Τελειώνουν τα δισκία της λεβοθυροξίνης μου, αλλά κάτι θα γίνει. Περιπολικά με αναμμένους τους γαλάζιους φάρους στην αττική οδό. Αυτοκίνητα με φιμέ τζάμια, προσπερνούν ιλιγγιωδώς το δικό μου. Η λέξη Τρόικα αντηχεί στα αυτιά μου, μαζί με τα κελαηδίσματα των πουλιών. Παλεύει η Άνοιξη να επικρατήσει. Να διακριθεί μέσω Hashtags, facebook αναρτήσεων και share. Κανείς με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος πια. Κανείς με τίποτα. Όλα στημένα, σαν ένα διαφορετικό Truman show, σαν ένα ξέφρενο παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού σε νέα version.Αλλάζω τους σταθμούς με γρήγορο ρυθμό στις ώρες των ειδήσεων. «Όποιος ζητά την παραίτηση των υπουργών ταυτίζεται με την Χ.Α. για μικροκομματικά οφέλη - Η Ελλάδα βγαίνει από την κρίση και δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να την τραβήξει πίσω.» «Αλλάζει απότομα ο καιρός από σήμερα Σάββατο, με βροχές και καταιγίδες να επικρατούν στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Παράλληλα την ατμόσφαιρα θα επιδεινώσει η μεταφορά σκόνης από την Αφρική, ενώ η ορατότητα τις πρώτες πρωινές ώρες θα είναι περιορισμένη.» «Παρά το πρωτογενές πλεόνασμα και την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές που έχει ήδη προαναγγείλει η κυβέρνηση, η κοινή γνώμη δείχνει να κρατά αποστάσεις από το πανηγυρικό κλίμα. Παράλληλα, όμως, δυσπιστία επικρατεί και για το πόσο θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά το προβάδισμα που του δίνουν οι ψηφοφόροι ενόψει των ευρωεκλογών.» Γ' Χαιρετισμοί/Ακάθιστος Ύμνος.
Ξαφνικά κουτσαίνω. Νιώθω ότι αυτή την αναπηρία είχα πάντοτε από παλιά. Ένα ταξί περνάει σε slow motion από δίπλα μας. Μπαίνουμε αθόρυβα. Είναι ακόμα νύχτα. Κοιτάω το στέρνο σου καλυμμένο με χιλιάδες ελιές που τελικά θα γίνουν άστρα. Απομεινάρια του Ήλιου. Πρέπει να τα ονομάσουμε και να ζωγραφίσουμε πάνω τους χιλιάδες νέους αστερισμούς που θα προκύψουν. Τι λες; Ακρυλική σιωπή στο δωμάτιο. Περιμένω κάτω από τους πλανήτες μου να νυστάξω. Και στην ρηχή ανάσα μου, σαν σαλιωμένη πέτρα εμφανίζεται ξανά το εικονογραφημένο στέρνο σου. Απρίλιος. Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου και να μετατρέψω σε ενέργεια τις πρώιμες προσευχές μου που έριχνα σε εκείνον τον κουμπαρά 3 μήνες πριν. Απρίλιος και χιλιάδες ανθάκια ξεπετάχτηκαν στο στήθος μου ξανά. Χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα./Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον, χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Κι όμως.." υπάρχουν προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη".
Γδέρνει ο Μάρτης. Με ανακατεμένα μαλλιά γεμάτα βροχόνερο και πράσινη υγρασία γρατσουνάει τα σώματα. Πέτρινα σπίτια με πλακουτσωτές αυλές κι ένα τζάκι συντροφιά. Γεύση ταραμά και θαλασσινών μαζί με βροχή και νοτισμένο χώμα στα δόντια. Βόλτες γύρω από θολούς νερόλακκους. Εκεί μέσα καθρεφτιζόμαστε μαζί με την γιορτινή γέφυρα του Ρίο σαν βέλος να μας διαπερνά. Και το βράδυ ανταμώνουμε ξανά με τα σώματα κοντά, κοντά, ξαπλωμένα σε μια ηλεκτρική κουβέρτα γεμάτη πορτοκαλί ηλεκτρισμένα όνειρα. Γαλότσες με λάσπη, βρεγμένα ξύλα, συζητήσεις για την τέταρτη διάσταση και ένα κορίτσι με ροζ ομπρέλα και μπλε μαλλιά περιμένει σε μια εξέδρα κάτι να φανεί. Αλλά μόνο τα σύννεφα αλλάζουν σχήμα πάνω από το λυγισμένο σβέρκο του. Και κάπως έτσι πάνε και οι απόκριες. Χάθηκαν μέσα στην πράσινη υγρασία των μαλλιών του Μάρτη.
Τη δεύτερη μέρα της Άνοιξης μπήξε η πρώτη μέλισσα από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας. Δεν ήταν ακόμα άνοιξη, αλλά κάτι μου έλεγε ότι σύντομα θα έβλεπα τις λευκές της γάμπες να ξεπροβάλουν.
Γδέρνει ο Μάρτης, παρ όλη την προστασία της ασπροκόκκινης πλεξούδας στον καρπό. Γδέρνει το λαιμό και τους γαλάζιους πνεύμονες νύχτα και μέρα. Και να που ξάφνου το κρεβάτι μου έγινε ένα καράβι που με ταξίδεψε για μέρες εφτά σε στάσιμα νερά γεμάτα κίτρινες λάσπες χωρίς ήλιο και το αντιβιοτικό της βρογχίτιδας το καλύτερο ελιξίριο του μπαρ. Αντιδράει το σώμα σε όσα έχουν γίνει μέχρι στιγμής, το ένα μετά το άλλο. Το ντόμινο μιας μεγάλης παρασιτικής δυσκαμψίας.
Το απόγευμα μπήκε έναν ολόκληρο κομμάτι χρυσαφένιου φωτός από τις δυτικές τζαμαρίες του σπιτιού. Το κοίταξα εκστασιασμένη. Σα να χύθηκαν όλα τα ακρυλικά από τα φωτοστέφανα των βυζαντινών αγιογραφιών.
Γδέρνει ο Μάρτης με εκείνο το άρωμα που μοιάζει σχεδόν να ονειρεύτηκα κι εκείνη την μικρή ελιά που κατοικεί σαν γυαλισμένο βοτσαλάκι στην άκρη του λαιμού σου. Είσαι το πιο παράξενο κορίτσι που γνώρισα μετά την πριγκίπισσα Λέια, στο star wars.Την επόμενη φορά που θα με παρασύρεις θα σε κεράσω μια bisolvon tequila και άλλη μια βόλτα με τον ασημένιο Άστρο-Καταστροφέα μου.
Πάντα λίγο πιο μακριά. Από όλους όσους πόθησα. Η επιθυμία μας φθείρει την ίδια στιγμή που μας κινητοποιεί.
Γδέρνει ο Μάρτης, δείχνοντας την ανεπάρκεια μας. Δεν τον έχω προσδιορίσει ακόμα τον φετινό και δεν ξέρω αν θα έχω κάτι που να θέλω να θυμάμαι. Ακόμα στα γόνατα είμαι. Θα βρω τον τρόπο όμως. Τον έχω μέσα μου αφού, όπως λες και συ, είμαστε μια διαρκής επινόηση μιας άλλης εκδοχής.