Στον καταπράσινο λοφίσκο ενός πάρκου, δίπλα στο μέγαρο μουσικής ,ένα ζευγάρι καθισμένο ανακούρκουδα κοιτάζει το ηλιοβασίλεμα. Έχουν ξαπλωμένα κάτω τα ποδήλατα τους. Από μακριά μοιάζουν με αγάλματα αιώνων πριν. Μα έτσι κι ο έρωτας μοιάζει.Στα φανάρια οι Πακιστανοί μου προσφέρουν ζέρμπερες. Αν μύριζαν όμορφα θα τις αγόραζα. Η μέρα είναι πιο μεγάλη πια, κι έτσι όταν επιστρέφω από την δουλειά, μπορώ και γεμίζω το στέρνο μου με λίγο ακόμα χρόνο και φως. Στο cd player του αυτοκίνητου μου τα «Ημερολόγια» της Λένας. Μου αρέσει να την ακούω κάθε τέτοια εποχή. Όπως κάθε άνοιξη μου αρέσει να κυκλοφορώ λαχανιασμένη στο κέντρο της πόλης πριν σουρουπώσει και να μυρίζω με δύναμη, τα ανθισμένα οπωροφόρα της. Έχει ανοιξιάτικο κρύο και τα φύλλα τρέμουν μαζί με τα μέσα μου κενά. Υπάρχουν και πολύ λυπητερά σημεία, το ξέρω, αλλά αντί να τα κατεδαφίσω τα εισπνέω κι αυτά. Όπως εκείνο το σημείο με την παλιά βρώμικη καφέ κουβέρτα κάποιου άστεγου, στο εγκαταλελειμμένο καφέ Diana στην Ασκληπιού. Προσπερνάω τους κόκκους που είχαμε κάτσει τελευταία φορά και μια παράφορη θλίψη εξαφανίζει το στομάχι μου από την σωματική μου γεωγραφία. Και όσο πιο ψηλά στα Εξάρχεια ανεβαίνω τόσο μυρίζει εκείνος ο παρασιτικός φόβος που άφησες. Ευτυχώς τα άστρα ανάβουν πιο γρήγορα από τις λάμπες του δρόμου.Σε ονειρεύομαι που και που. Βλέπω το αυτοκίνητο σου στο δρόμο αραγμένο. Θυμάμαι τις κινήσεις των μαλλιών σου, τα μάτια σου και πολλά από τα λάθη μου. Λίγες ευαίσθητες στιγμές μου μαζί σου, το φως που καίει στο σαλόνι σου τα βράδια. Αν κάποιο Σαββατοκύριακο με ήλιο πάρεις τηλέφωνο να πάμε στην παραλία για καφέ δεν θα αρνηθώ. Το νοιώθω συχνά αυτό, σαν όνειρο. Εμείς, ο ήλιος και ένας ήσυχος καφές σαν το απέραντο τέλος του κόσμου.Δεν την ανοίγω ποτέ την τηλεόραση, αλλά τον τελευταίο καιρό απολαμβάνω το νέφος που προκάλεσε αυτή η γηραιά ηφαιστειακή στάχτη. Τι λαμπερή καταστροφή. Κάνω πρόχειρα δουλειές του σπιτιού με το βλέμμα μου καρφωμένο μέσα της. Ακούω στις ειδήσεις για τους σημαντικούς περιορισμούς που προκαλούνται στην εναέρια κυκλοφορία από το νέφος ηφαιστειακής στάχτης που έχει καλύψει μεγάλο μέρος της Ευρώπης και μειδιώ. Λατρεύω την δύναμη της φύσης. Έτσι μπράβο, λέω δυνατά, και η καρδιά μου φουσκώνει από οργή. Για να μην ξεχνάμε πόσο μηδαμινοί είμαστε απέναντι της. Στο διάολο οι όποιες αεροπορικές και τα όποια ραντεβού μας. Στο διάολο όλα. Και μεις μαζί.Καμία συντέλεια ποτέ δεν ήρθε. Καμιά δεν πρόκειται να’ ρθει. Ζούμε λίγο για αυτό και δεν παθαίνουμε ποτέ τίποτα.
Ανθίζει ο χρόνος στις ρωγμές μας. Φωτογραφίζομαι με νέες ρυτίδες και σημάδια. Δεν πετάω τίποτα. Κοιτάω μπροστά. Το πίσω δεν είναι στην δικαιοδοσία μου. Ανοίγω τους χάρτες και σημειώνω διαδρομές που δεν έχω πάει. Πράσινες μικρές φλεβίτσες τυλίγονται γύρω από τον λαιμό μου καθώς μαθαίνω να συλλαβίζω ονόματα νέων πόλεων και ποταμών. Οι βαλίτσες μου σαν πιστά σκυλιά με ακολουθούν και τα αεροδρόμια ξαφνικά μου φαίνονται σαν οικείες κυψέλες. Αλλάζω κράτη και νομίσματα .Γνωρίζω νέους ανθρώπους που μου μοιάζουν, ερωτεύομαι ξανά και εύχομαι να κυλούσαν πιο αργά οι ώρες, σαν νερά ενός βαρύθυμου ποταμού. Το φως διατυμπανίζει την ζωή και με καίει χωρίς προηγούμενο. Στον καθρέφτη του Απρίλη προβάρω τα πρώτα μακό και απογειώνεται έτσι η διάθεση.Αναβάπτιση.Μπαίνω με ένα νέο φως στα καθημερινά. Από τα ανοιχτά παράθυρα έρχεται το άρωμα της λεμονιάς και το μωβ των λουλουδιών. Άνοιξη. Κατεβάζω το κεφάλι και κοιτάω τα γόνατα μου. Χτυπημένα σαν μικρού αγοριού. Χάνω τα σύννεφα κερδίζω τα άστρα καθώς σουρουπώνει. Μια απέραντη νύχτα χαϊδεύεται στα χέρια μου. Κι έπειτα ησυχία παχιά και ευγενική. Σαν κουρτίνα τούλινη, παλιά ,που φυλάει το σιδερένιο κρεβάτι από τα κουνούπια του καλοκαιριού. Κοντεύει και αυτό. Χτυπάει το τηλέφωνο. Εσύ είσαι μέσα.-Τα άσπρα πιόνια κάνουν την πρώτη κίνηση.-Κερδίζει ο πιο ψύχραιμος και αυτός δεν είμαι εγώ. Ίσως γιατί έχω τα μαύρα.Ο κόσμος ψάχνει να κατανοήσει παρακολουθώντας τα γεγονότα και αγνοώντας τι γίνεται στην ψυχή κάποιου. Οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που θα διαταράξει την ισορροπία μας καταδικάζεται. Η λογική μας είναι στενά εγωκεντρική.Είμαστε μια σκανδάλη και μας λείπει το δάχτυλο. Χρόνια πολλά.
Νύχτα νύχτα πάω σταθερά παντού. Παράξενα bar γεμίζουν την ψυχή μου whiskey, νεκρώνουν το μυαλό μου με άκυρες παραισθήσεις. Άδεια βλέμματα καρφώνονται μέσα μου, άγαρμποι ρυθμοί αναγουλιάζουν το είναι μου. Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει γύρω μου. Τα χέρια μου παραληρούν και τα πόδια μου φίδια που σέρνονται σε ποτάμια Σαββατιάτικης ζούγκλας. Έχω ευκαιρίες να φύγω από αυτόν τον χώρο. Με ένα μπουκάλι στο χέρι. Έχω το δικαίωμα να σέρνω το σώμα μου παντού. Ο ουρανός μπαγιατεύει κάθε νύχτα από πάνω μου και γω αφήνω τα άστρα να μασιούνται στα δόντια μου, κι έπειτα ρίχνω το σώμα μου με κρότο στο δικό σου.Μου λες πως μοιάζω σαν αγόρι. Σου απαντάω χαρωπά πως οι άγγελοι δεν έχουν φύλλο.Πλησιάζει το Πάσχα. Οι επιστροφές μου από την δουλειά εμπεριέχουν και ηλιοβασιλέματα πια. Μεγαλώνει η μέρα και μέσα μου κάτι μικρές πεταλουδίτσες ακουμπάμε το στομάχι μου .Κάθε φορά που σε σκέφτομαι. Κάθε. Μικρές αϋπνίες. Αναστάτωση. Η άνοιξη μπήκε από κάθε μικρή και μεγάλη χαραμάδα. Όλα στην θέση τους και η εκδίκηση του αθώου αρνιού στα περιθώρια της γενικότερης αναμονής. Μπήκε σχεδόν ο Απρίλης ξανθός και αφηρημένος. Και η καρδιά μου σφίγγεται τούτο το παράδοξο βράδυ.Κι έπειτα έπεται η μεγάλη εβδομάδα. Κάθε τέτοια εποχή η Ρίτα Χειγουορθ χωρίζει τον ανατολίτη πρίγκιπα Αλί Χαν και επιστρέφει για να παίξει την Σαλώμη στην αγκαλιά του Στιούαρτ Γκρειντζερ, ενώ αφήνει εποχή ο χορός των εφτά πέπλων. Μια φλεγματική σκοτσέζα η Ντέμπορα Κερ είναι η χριστιανή Λυγία και ο Ρόμπερτ Τειλορ, ο χιλίαρχος Μάρκος Βινίκιος, το ερωτευμένο ζευγάρι του Κβο Βάντις. Βιβλικά στριπτίζ και χιλιοιδωμένες ταινίες. Μυρίζει άνοιξη έξω. Τα οπορωφόρα του κέντρου με μετεωρίζουν.Περιμένω την νύχτα για να αμαρτήσω.Περιμένω τη νύχτα για να αποπλανήσω την ύπαρξη μου σε παράξενα δωμάτια χωρίς τέλος. Και εκεί κατά το ξημέρωμα κι ενώ τα πρώτα λεωφορεία θα σέρνουν τους τριγμούς τους στην λεωφόρο εγώ θα σκέφτομαι εσένα μέσα από την δαφνοσκεπή μελαγχολία του ευαγγελισμού και της μεγάλης εβδομάδας.Άνοιξα την πόρτα και δεν ήσουν εδώ.
Τρώω τα νύχια μου. Τρώω τον χρόνο. Η απόδειξη του ότι ο χρόνος υπάρχει είναι η καταστροφή των κυττάρων μας .Έτσι τον καταλαβαίνουμε. Αλλιώς όλα είναι μια λούπα. Αναζητώ μέσα από ξεχασμένες εικόνες και ακούσματα τον παλιό εκείνο κόσμο που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Ψάχνω μέσα σε παλιές κασετίνες μήπως και βρω ένα κόμματι από την παμπάλαια ελευθερία που είχε ο πατέρας μου 6 δεκαετίες πριν, όπου μπορούσες άφοβα να πας παντού με ωτοστόπ ή να πάρεις το αεροπλάνο και να χαθείς στα πέρατα της γης έτσι απλά. Αναπολώ τον παλιό κόσμο αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω σε αυτόν. Τώρα το μέλλον είναι αληθινά μέλλον.Μου αρέσουν τα ξεβολέματα και οι διαμαρτυρίες. Μου αρέσει να αλλάζουν όλα για το καλύτερο χωρίς κανείς να ξέρει ποιο είναι το καλύτερο. Μου αρέσει να ωριμάζει ένας λαός στο γρήγορο με το έτσι θέλω. Μου αρέσει να βλέπω τα θρεφτάρια του Δημοσίου βίου να ουρλιάζουν σαν κακομαθημένα παιδιά επειδή κανείς δεν τους κάνει το χατίρι. Μα πιο πολύ μου αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν ένα μυστικό στο μυαλό τους που τους κάνει δυνατούς και ερωτεύσιμους, γεμάτους μυστήριο.Κάθε βράδυ ξεβάφω όλα τα συναισθήματα που χάραξε η μέρα πάνω μου. Τα νέα μέτρα, η κομισιόν, ο επίτροπος 'Ολι Ρεν, η κρίση, οι ενδεχόμενες απεργίες, οι τιμές της βενζίνης και όλα αυτά που θα περάσουν από πάνω μας είτε γράψει κανείς για αυτά είτε δεν γράψει. Κάθε βράδυ κάνω μια στροφή πάνω στα τακούνια μου. Το πάτωμα τρίζει. Ύστερα αφαιρώ τα ρούχα μου. Αφήνω μόνο το μακό στο σώμα μου και κοιμάμαι βαριά. Δεν υπάρχω. Η σιωπή του δωματίου τραβάει τα κόκκαλα των δαχτύλων της. Την αντιπαθώ. Μπαίνω σε μια παρένθεση βαθυσκαφή κι ελπίζω στη νέα μέρα.Κάποιες φορές όταν έρχεσαι δίπλα μου, πριν ξημερώσει , μια μυρωδιά αλευριού, ζεστού αλευριού ανεβαίνει από τον δρόμο και μπαίνει από το μισάνοιχτο παράθυρο του δωματίου. Κάτω από τα αδύναμα φώτα του δρόμου πέφτει ένα κίτρινο ημίφως. Χαζεύω τους ώμους σου. Είναι κάτασπροι. Τη νύχτα οι άνθρωποι είναι στιγμές που δεν έχουν αίμα. Ίσως επειδή κοιμούνται. Αλλά ποιον νοιάζει αυτό;Πρόσεξες πως σήμερα ακουστήκαν καινούργια πουλιά; Πρόσεξες την βραχνάδα στην φωνή μου; Μπορεί και να έκλαιγα όσο εσύ μιλούσες. Θα θελα κι άλλα να σου πω, αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν μοιράζονται. Που ο άλλος δεν θα τα νοιώσει ποτέ.