Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

ΙσΤοΡίΕς ΑπΟ τΟ δΑσΟς ΤοΥ bLoGsPoT- AσΤέΡιΟσ



«Θησέα», άκουσε μια φωνή σα να έβγαινε από τα σπλάχνα της γης και ένα άγγιγμα, του αγκύλωσε την ωμοπλάτη. Έστρεψε πίσω το κεφάλι να δει τo πλάσμα με την καταχθόνια μιλιά και το θράσος να απλώσει το λερό χέρι του. Σάστισε τρομαγμένος στην θέα του. Θα μπορούσε να είναι άνθρωπος αν το πελώριο κορμί του δεν ήταν καλυμμένο με δασύ, στιλπνό, μαύρο τρίχωμα και η μορφή του τόσο κανιβαλικά κτηνώδης, απόρροια εξάμβλωσης σίγουρα. Ένα τέρας που μόνο τα μάτια του σπινθηροβολούσαν λίγη ανθρωπιά, αβέβαιη και αυτή.
«Θησέα», είπε ξανά. «Ακόμη με φοβάσαι;»
Τότε κατάλαβε γιατί η φωνή του ακουγόταν υπόκωφα, λες και χτυπούσε σε υπόγεια τοιχώματα σπηλαίων, και έφτανε στην επιφάνεια τόσο πνιχτή. Μιλούσε πίσω από μια αποτρόπαια μάσκα, τόσο τέλεια πλασμένη και αληθοφανή ώστε να την έχει θεωρήσει πραγματική. Μα καμία έκφραση δεν αλλοίωσε τα άγρια, δίχως ηλικία χαρακτηριστικά της μορφής της και αυτή η απολιθωμένη ακαμψία αποκάλυψε το κίβδηλό της.
Υπέθεσε ότι κάποιος του έκανε μακάβριο και ετερόχρονο πείραγμα και αναρωτήθηκε για ποιον λόγο. Ίσως να επρόκειτο για λάθος
«Θα με μπερδεύεται με κάποιον άλλο», του είπε προσπαθώντας μάταια να απομακρύνει το χέρι του από πάνω του.
«Γιατί υποκρίνεσαι πως δεν με γνωρίζεις;», στέναξε αυτός.
«Έλα τώρα, βγάλε τη μουτσούνα σου», του είπε ανυπόμονα και εκνευρισμένος ο Θησέας. «Ποιος είσαι;».
«Είμαι ο Αστέριος» του απάντησε με αγέρωχη περηφάνια και για πρώτη φορά ο λόγος του αρθρώθηκε καθαρά και ανθρώπινα.
«Μου είσαι άγνωστος», επέμεινε ο Θησέας. «Παράτα με επιτέλους ήσυχο…».
«Τότε αυτός ποιος είναι», του φώναξε σα πληγωμένο ζώο που ουρλιάζει μα ήταν ο Θησέας που λύγισε και έπεσε στα πόδια του σε στάση ικεσίας. Ο αυτοαποκαλούμενος Αστέριος είχε πάρει το χέρι από την ράχη του και ο Θησέας ένιωσε τον πόνο να γίνεται αφόρητος σα να του απόσπασε ένα μέρος από την σάρκα του.
«Κοίτα Θησέα και πες μου», τον διέταξε τόσο επιτακτικά που ούτε θεός δεν θα μπορούσε να παρακούσει την εντολή του.
Μα όταν κατάφερε να σηκώσει τα μάτια του σε εκείνον φρίκιασε στην θέα της ανοιχτής παλάμης που αντίκρισε. Νόμισε πως ήταν παραίσθηση, μια οφθαλμαπάτη, ένα αποκύημα αχαλίνωτης φαντασίας ή της συγχυσμένης σκέψης του.Ένας δεινός εφιάλτης.
Μια ημιδιαφανή μεμβράνη είχε κολλήσει εκεί και ανάμεσα στα τεντωμένα δάχτυλα που είχε απλώσει μπροστά του. Ήταν ένα κομμάτι δέρματος από την ωμοπλάτη του. Όλη εκείνη η επιχρισμένη περιοχή με πολύ μαύρο, αρκετό λευκό και λιγότερο χρυσό.
«Πες μου», τον πρόσταξε ξανά μα πιο μαλακά, σχεδόν παρακλητικά.
«Ο Μινώταυρος», κατόρθωσε να ψελλίσει.
«Ναι Θησέα φίλε μου, εγώ είμαι», του είπε γονατίζοντας δίπλα του και τον αγκάλιασε δακρυσμένος. «Ο Αστέριος που ο κόσμος σου εξακολουθεί να με ονομάζει Μινώταυρο. Θυμάσαι; Πες μου αγαπημένε εσύ ότι δεν έχεις ξεχάσει, ότι δε λησμόνησες τον Μύθο».
«Θυμάμαι. Με αυτόν ανατράφηκα από μικρό παιδί. Εφτά νέες και εφτά νέους κατασπάραζες κάθε φορά και η πείνα σου ακόρεστη. Ταμένος ήμουν σε εσένα. Ή θα θυσιαζόμουν ή θα θυσίαζα. Σαλπάραμε με μαύρα πανιά μα από όλους μονάχα εγώ είχα όνομα».
«Ναι Θησέα. Μόνο εσύ. Συνέχισε, σωστά θυμάσαι».
«Μας υποδέχτηκαν με τιμές μεγαλοπρεπείς, μας έλουσαν με αρωματικά μύρα, μας έντυσαν με βασιλικά ενδύματα, μας ξενάγησαν στα λαμπρά ανάκτορα, μας ψυχαγώγησαν με άθλους ακροβατικούς και επικίνδυνους και έπειτα μας σίτισαν πλουσιοπάροχα, μας μέθυσαν με νέκταρ θεϊκό, μας διασκέδασαν με τραγούδια και χορούς και όταν ήρθε η νύχτα μας έστρωσαν σε κλίνες απαλές παραδίδοντάς μας στον Μορφέα».
«Τι οπτασίες σου έφερε Θησέα; Θυμάσαι;»
«Μου έφερε γυμνή την Αριάδνη στο κρεβάτι και ερωτευτήκαμε. Το ξημέρωμα με πήγε ως την είσοδο του σπιτιού σου. Της υποσχέθηκα πώς αν γυρίσω ζωντανός θα την κάνω γυναίκα μου. Μου έδωσε το στέμμα της και μου είπε: «Πάρε ετούτο το διάδημα για να σου φωτίζει στο σκοτάδι». Μου έδωσε το μίτο και μου είπε: «Πάρε ετούτο το νήμα για να μην χαθείς στην επιστροφή».
«Και μετά Θησέα», τον ρώτησε με έκδηλη την αγωνία του.
«Περιπλανιόμουν στις πολυδαίδαλες αδιέξοδες στοές του λαβύρινθου μέχρι που σε συνάντησα. Σε περίμενα, μου είπες. Εδώ είμαι, σου αποκρίθηκα. Να με λυτρώσεις, ρώτησες. Να σε σκοτώσω, απάντησα. Χαμογέλασες ευτυχισμένα, μακάρια και με ευχαρίστησες. Κάρφωσα το ξίφος στην καρδιά και έφυγα. Δεν έμεινα να σε δω να ξεψυχάς. Στην έξοδο με περίμενε ένας ηλικιωμένος, τυφλός κύριος.
-Τα είδα όλα… Τώρα ο Αστέριος είναι ελεύθερος.
Έτσι μίλησε, άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του τα χείλη μου και εξαφανίστηκε».
«Και εσύ Θησέα;»
«Εγώ; Εγώ είπα: Θα το πιστέψεις Αριάδνη; Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου».
«Έτσι ονειρεύτηκες Θησέα. Ένα όνειρο ήταν μονάχα. Ένας μύθος. Και ο μύθος έκανε εσένα ήρωα και εμένα το εξιλαστήριο θύμα στο βωμό άλλων τις αμαρτίες και τις ύβρεις. Πάψε λοιπόν να με φοβάσαι. Έχασα πολύτιμο χρόνο με το να σε αναζητώ και ίσως δίχως το σημάδι να μην σε ανακάλυπτα ποτέ. Έλα λοιπόν, ας μην καθυστερούμε άλλο. Σήκω επάνω. Πρέπει να ξεκινήσουμε».
«Για πού», τον ρώτησε ο Θησέας αδύναμος ακόμη να σταθεί όρθιος.
«Μην προσποιείσαι άγνοια για το πεπρωμένο σου», του είπε μειλίχια για να κατευνάσει την ταραχή του Θησέα και χάιδεψε απαλά την ωμοπλάτη του. Ο Θησέας την αισθάνθηκε δροσερή απαλύνοντας τον πόνο μέχρι που χάθηκε εντελώς. Υποβοηθούμενος από τον Αστέριο σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα του. Κατόπιν περπάτησαν μαζί, πλάι-πλάι, για πολλές ώρες, φθάνοντας στο τέλος, νύχτα, σε ένα μικρό λόφο δεντρόφυτο με αγριελιές.
Μια ολόλαμπρη πολιτεία απλώνονταν από άκρη σε άκρη του ορίζοντα. Το φως της πανσέληνου την φώτιζε με αίγλη μυστηριακή.
«Ποια όμορφη πόλη είναι αυτή Αστέριε», ρώτησε ο Θησέας εκστασιασμένος από την ακτινοβολία της.
«Η δική σου. Λαβύρινθο την λένε αλλά δεν είναι η μοναδική της επωνυμία. Έχει πάρα πολλές ακόμη. Εκεί θα βρεις τον αληθινό Μινώταυρο. Μα σε προειδοποιώ πως δεν έχει την δική μου θωριά. Σαν άνθρωπος μοιάζει αλλά είναι ακόμη πιο όμορφος. Σαν άγγελος. Δεν είναι μονάχα ένας. Εκατοντάδες χιλιάδες περιφέρονται ελεύθεροι στους δρόμους της και τα αδιέξοδά της. Συγχρωτίζονται μεταξύ τους και από μόνοι τους κατασπαράσσονται. Μα κανείς τους δεν παραδέχεται πως το όνομά τους είναι Μινώταυρος. Ήρθε ο καιρός να αναμετρηθείς μαζί τους. Σε περιμένουν καρτερικά».
«Μα είναι τρέλα», διαμαρτυρήθηκε ο Θησέας.
«Όχι, η αλήθεια είναι...Μην κρατάς τα μάτια σου κλειστά».

************

«Για δες, έτοιμο είναι», μου είπε μαζεύοντας τις βελόνες και τα χρώματα. «Αλήθεια, γιατί διάλεξες να σημαδέψεις τον Μινώταυρο;»
«Για να με αναγνωρίσει ο Αστέριος», είπα σοβαρά.
Εκείνος που σμίλεψε τόσο περίτεχνα το τατουάζ γέλασε και με την σειρά μου τον ρώτησα τι του προξένησε το γέλιο ενώ κοιτούσα το σχήμα του μελανόμορφου ρυτού με την βοήθεια ενός μικρότερου καθρέφτη στον αντικατοπτρισμό του.
«Αναρωτιέμαι», είπε με το ανακλώμενο είδωλο του προσώπου του δίπλα στην προτομή του δημιουργήματός του «τι θα συμβεί όταν κάποτε συναντηθείτε» και για μια φευγαλέα στιγμή μου φάνηκε πως είδα πάλι την ίδια αποτρόπαια μάσκα, την τόσο τέλεια πλασμένη και αληθοφανή.



posted by
Axenbax

12 σχόλια:

etalon είπε...

ειναι τοσο δυνατο στην αλληγορια του.
μου φτιαξε τη βδομαδα σιγουρα.
φυσικα ομολογω πως εκανα κι εναν αδοκιμο συνειρμο.
με τους λαβυρινθους και τα προσωπεια των blogs.
ολοι ειναι εδω.
ονοματισμενοι κατα το δοκουν.
κι ετοιμοι ν αλλαξουν ρολους.
περα απο την επιβιωση.
λιγο πιο βαθεια απο μεσα.

candyblue είπε...

Το παραβολικό αυτό κείμενο γράφτηκε με πολύ σκέψη και δουλειά από τον axanbax
Μέχρι τελευταία στιγμή δεν ήταν σίγουρος για τον Αστέριο.
Κι όμως...

Το κείμενο του έχει πολλά νοήματα και όχι μονό γιατί βασίζεται στην μυθολογία αλλά γιατί συνεχίζει με αυτήν και στο τώρα

Πολύ, πολύ όμορφο το πέρασμα στο σήμερα. Ήθελα να στο ξαναπώ

False Poison είπε...

Αυτό είναι ένα κείμενο για πολλές αναγνώσεις. Έχει κρυμμένα πράγματα που δεν φαίνονται με την πρώτη. Σ' ευχαριστώ.

david santos είπε...

Hello, CANDYBLUE!
Olá, Cândida Azul! in portuguese.
This work is very good.
Thank you
Good week for you

candyblue είπε...

@ david santos: Eu gostaria também de agradecê-lo que você me visitou


I will keep the Cândida Azul tight in my tongue cause i liked it very much and when i will fell sad i`ll call me like this
And all the fluffy clouds will go away
And blue sky will cover me back again

markos-the-gnostic είπε...

axanbax καταπιάστηκες με τη μυθολογία που με συγκινεί αφάνταστα και ειδικά με την αλλαγή της, την προσαρμογή της στο μέσα σου, πολύ ωραίο...

Ανώνυμος είπε...

Εκεί θα βρεις τον αληθινό Μινώταυρο. Μα σε προειδοποιώ πως δεν έχει την δική μου θωριά. Σαν άνθρωπος μοιάζει αλλά είναι ακόμη πιο όμορφος. Σαν άγγελος. Δεν είναι μονάχα ένας. Εκατοντάδες χιλιάδες περιφέρονται ελεύθεροι στους δρόμους της και τα αδιέξοδά της. Συγχρωτίζονται μεταξύ τους και από μόνοι τους κατασπαράσσονται. Μα κανείς τους δεν παραδέχεται πως το όνομά τους είναι Μινώταυρος.


Μα κανείς τους δεν παραδέχεται πως το όνομά τους είναι Μινώταυρος.


κανείς τους δεν παραδέχεται πως το όνομά τους είναι Μινώταυρος.



το όνομά τους είναι Μινώταυρος.

Η μεγαλύτερη αλήθεα που άκουσα εδώ και καιρό

homelessMontresor είπε...

Θα τα βγάλει άραγε πέρα ο Θησέας;

weirdo είπε...

Αν έχεις βρεθεί αντιμέτωπος με τον Αστέριο, τότε έχεις αρκετές πιθανότητες να αναγνωρίζεις στ'αλήθεια τους Μινώταυρους γύρω σου..

Εκπληκτικό κείμενο........

κοινωφελής κώνωψ είπε...

“Ακόμα φοβάσαι Θησέα;”
Ακόμα φοβόμαστε όλοι, όχι μόνο τον εκάστοτε Αστέριο,τον εκάστοτε Λαβύρινθο αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό

Κανένας πια δεν θυμάται τον Θησέα,κανείς δεν τον αναγνωρίζει πια
Για αυτό και τον φοβάται
Τον ίδιο μας τον εαυτό

Άψογο

akis είπε...

Αλληγορικο και συμβολικο.
Ολα τα αδιεξοδα κρυβουν και μια διεξοδο...

Axenbax είπε...

"Θα το πιστέψεις Candyble? Ο Αστέριος ακόμη με βασανίζει"
Σε ευχαριστώ για την φιλοξενία και την εμπιστοσύνη πόσο μάλλον που γνώριζες και τον φόβο μου...
Ευχαριστώ πολύ και εσάς που νιώσατε αυτόν τον παράξενο πόνο του σημαδιού.