Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2012

ΕσΩτΕρΙκΗ ρΟΖΑλΓιΑ σΤο BlAcK dUcK


Άννα Δημητρίου 
«Εσωτερική ροζαλγία»

Η εσωτερική ροζαλγία είναι ένας τόπος αδιόρατος .Ένας τόπος που κατοικήσαμε όλοι, αφήνοντας πάνω του τα δέρματα της σουρεαλιστικής παιδικότητας και της αθωότητας μας. Είναι ένα μεταφυσικό περιβάλλον που φιλοξενεί μερικά θραύσματα επιλεκτικής μνήμης. Μιας μνήμης σταθερής, που αδυνατεί  πια να επαναφέρει το τότε σε πραγματικό χρόνο . Η εσωτερική ροζαλγία ματώνει αρκετά συχνά μέσα μας, όπως μια μύτη ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου, και το άλγος που προκύπτει είναι σαν το άλγος μιας μεγάλης  απώλειας. Μιας απώλειας ηθικής, και συλλογικής. Μιας απώλειας κοσμικής και κατασκευαστικής. Γιατί τελικά αυτό που  χάσαμε είναι ένα μεγάλο μέρος  ενός  κόσμου που μας ενηλικίωσε  και που δεν μπορούμε να συντηρήσουμε πια. Μεγάλες οικονομικοκοινωνικές πιέσεις  κατεδάφισαν μια οπτική ασφαλούς ανάπλασης γεγονότων  για να ανθίσει κάτι άλλο, έξω από αυτό που μας όρισε. Κάτι άλλο που διαρκώς μας αποξενώνει, γιατί ο δικός μας τόπος  είναι η ροζαλγία που δεν θα έχουμε πίσω ποτέ ξανά.



Εγκαίνια έκθεσης: Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012, ώρα 9 μ.μ.
Διάρκεια έκθεσης:
17 - 28 Σεπτεμβρίου 2012
Καθημερινές και Σάββατα: 13.00 – 22.00
Κυριακή: 19.00 – 22.00


Black Duck MultiplarteΝτόρα Ρίζου
Cafe-Bar-Restaurant-Gallery
Χρήστου Λαδά 9α
210 3234760
www.blackduck.gr / info@blackduck.gr



Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2012

SePtEmBeR FoOtAge


Άφησα έναν ολόκληρο Αύγουστο πίσω μου σακάτη και μισότρελο. Σκέφτηκα να σηκώσω τείχη αληθινά για να μην ξαναμπούν ποτέ μέσα αυτοί που έφυγαν. Αλλά τελευταία στιγμή έπεσα σε έναν μεγάλο ύπνο που με πέταξε στις εσχατιές του μήνα. Είδα μεγάλη ερημιά και μια σιωπή αβάσταχτη, σχεδόν μαρτυρική κάτω από τα πεζοδρόμια και δίπλα στα χαλασμένα σιντριβάνια. Σώματα λησμονημένα στους δρόμους, σχεδόν νεκρά σε στάση εμβρύου να παρακαλούν το θάνατο να τους δώσει ένα ευρώ. Με δύο πανσελήνους φτηνούς σε όλα τα μεγέθη, η μικρή σιχαμερή μας πόλη τίμησε και φέτος το φως, γιατί με λέξεις δεν εξωραΐζεται η θλιβερή πραγματικότητα πια. Και όταν το νοιώσουμε όλοι αυτό, σας ορκίζομαι ότι θα γεννηθούν στίλβοντα μαχαίρια στα χέρια του κόσμου και ξαφνικά η θρηνωδία θα μεταβληθεί  σε απαίτηση για ανατροπή.
Φθινοπωρινό κεφάλαιο. Κάνω προσθαφαιρέσεις και υπολογισμούς για τον χειμώνα. Χτυπάω τις γροθιές μου στους τοίχους με δύναμη και προπονούμαι για να γίνω πιο γενναία, πιο δυνατή. Καταμετρώ τα σημάδια στο σώμα. Τα πιο πολλά από αιμοβόρα κουνούπια, άλλα από χτυπήματα σε πόρτες αυτοκίνητου ή γωνίες τραπεζιών, 2 καψίματα από γκαζάκι στον καρπό, και πολλές μελανιές σκόρπιες, που τις νύχτες στα λευκά σεντόνια μοιάζουν  με περίεργους αστερισμούς. Στο μυαλό μου έρχονται με γρήγορο μοντάζ οι στίχοι του Οκτάβιο Πας: «Άδειοι δρόμοι, φώτα θαμπά. Σε μια γωνιά το φάντασμα ενός σκύλου ψάχνει μες στα σκουπίδια το φάντασμα ενός κόκκαλου». Όλα δείχνουν έναν ψευδεπίγραφο ευρωπαϊκό -δήθεν έως πολύ δήθεν- μονόδρομο κι από κει και πέρα ας μας αναλάβει ο ωροσκόπος μας. Μήπως η ευτυχία βρίσκεται σε δέκα χιλιάδες σταγόνες βροχής που θα σκοτώσουν ευπρεπώς το καλοκαίρι;
Στα  πιο βαθιά όνειρά μου βλέπω  πως τραγουδώ  ένα άγνωστο παιδικό τραγούδι στο αυτοκίνητο μου,  ένα τελειωμένο δείπνο δίπλα σε έναν μεγάλο ροζ ποταμό,  μια αυλή ξενοδοχείου γεμάτη  βιβλία για ανάγνωση, ένα  πολύβουο πικ νικ πάνω σε κόκκινα φύλλα, το παλιό αυτοκίνητο του πατέρα μου, βεράντες στον τελευταίο όροφο, αρμαθιές με φώτα ,βιβλία τέχνης, γκαλερί, καλές συνομιλίες. Κι όταν ανοίγω τα μάτια μου, εν μέσω υγρασίας, θυμωμένου ουρανού και αδιαφορίας για τον πολτό πληροφοριών έρχεται μια είδηση, ένα γεγονός που, αν μη τι άλλο, σε αλλάζει. Αυτό είναι το γεγονός που περιμένω να συμβεί και πάντα συμβαίνει. Κατά τα άλλα οι μέρες κυλάνε σε slow motion ακόμα, με μεγάλες ζέστες,  αλλαγές σε χιλιάδες πράγματα, ξεβόλεμα και μια νέα έκθεση στα μέσα του μηνός. 
Βαριέμαι να βγάλω την τετραγωνική ρίζα της ηλικίας μου κι έτσι αισίως ενηλικιώθηκα για πολλοστή φορά σήμερα. Καλό μας φθινόπωρο και «Καλημέρα θλίψη», όπως θα έλεγε και η αλησμόνητη Φρανσουάζ Σαγκάν στους καιρούς της. 

 Ότι κουβαλάς αυτό ξοδεύεις.

Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

EκΑτο ΧρΌνΙα ΜοΝαΞιΑς


Γύρισα πίσω μετά από ένα μήνα, σχεδόν, και μη ξέροντας που βρίσκομαι. Μακρόσυρτες διακοπές, τολμηρές, γεμάτες μονοπάτια, γκρεμούς, σμαραγδένια νερά και άπλετο φως. Φως στα μαλλιά και στα δόντια. Φως στα σκοτεινά εσώρουχα και στα δερμάτινα σανδάλια. Φως  στο κέντρο των ματιών και  στη γραμμή της ζωής. Έζησα μέσα σε πέτρινα σπίτια με δύο κρεβάτια κι ένα τραπέζι μοναστηριακό. Ξενύχτισα σε αυλές καταπράσινες σπαρμένες με σπόρους αστεριών. Δεν ξέρω ποιος θεός ζει στις ρίζες των φυτών αυτών και προκόβουν. Μεγάλωσα 25 μέρες μέσα στο αλάτι των θαλασσών, στα λιπόθυμα λιοπύρια και τα ευωδιαστά βράδια. Και ήσυχα κυλούσαν οι ποταμοί της οικουμένης. Κι η ομορφιά αυθύπαρκτη  με συναντούσε πάντα εξαντλημένη  μέσα σε απογεύματα, στης θάλασσας το ρίγος, και στις  καλοσύνες των ανθρώπων. Κι έτσι αέρινη και εξαντλημένη από τα κύματα και τα σούρτα φέρτα των καραβιών επέστρεψα στα εκατό χρόνια μοναξιάς. Επέστρεψα κάπου που δεν θυμόμουν πως υπήρξα ποτέ. Ο κόσμος που ήξερα, πάει καιρός που κατεδαφίστηκε. Δεν υπάρχει τίποτα. Όλα είναι μόνο αχνή ανάμνηση. Η Αθήνα  ζέχνει παραδομένη στη φριχτότερη αθλιότητά της. Εκατό χρόνια μοναξιάς, με έρημα κέντρα, μισοπεθαμένους χρήστες και χαμένους από χέρι άστεγους, προχωρημένης ηλικίας. Ευτυχώς η ζωή, ό,τι κι αν λένε οι γιαλαντζί επιστήμονες, συντομεύθηκε κατά πολύ. Μέσα μου καταδίκασα εδώ και καιρό την ιδέα του να αλλάξει ποτέ κάτι σε αυτόν τον τόπο. Καταδίκασα την ιδέα του να γίνω σε όλους συμπαθής και κατανοητή και την ιδέα του να προσαρμοστώ σε κάτι που από καιρό με έφτυσε στα μούτρα. Για όσο αντέχω θα  είμαι ο εαυτός μου, και ας μην είναι ποτέ αρκετό αυτό. Στις ειδήσεις ακούω κάτι για φωτιές που μαίνονται για τρίτη μέρα και 27.000 στρέμματα καμένης γης, εφεδρείες που θα εφαρμοστούν την λέξη Τρόικα πολλές φορές και κάτι για χρυσά μετάλλια εν όψη των ολυμπιακών αγώνων. Μελαγχολώ. Φυσάει λίγο την ώρα που γράφω, το φεγγάρι  ολοένα και μικραίνει. Η πόλη καίει, βγάζει μια χαμηλή φωτιά. Τα τσιμέντα σαν ζεματιστά βότσαλα με αποστομώνουν. Στα γνώριμα πια και οι δουλείες με καρτερούν, οι πληρωμές το ίδιο και αρχίζω πάλι εκείνο το τρέξιμο που κάνει κάποιος μόνο όταν ζει σε πόλεις.
Μπροστά μας ακόμα ο Αύγουστος, η χάλκινη πλάτη του θέρους, τα παράξενα μελτέμια και οι «μαύρες συμπληγάδες» του Σεπτεμβρίου. Όσο για τα θαύματα του Δεκαπενταύγουστου , υπάρχουν, και, ναι, είμαστε εμείς. Που ακόμη στεκόμαστε όρθιοι. 

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2012

bLeU dE cObALt


Ο Ιούλιος με το χνούδι στις σάρκες των φρούτων είναι εδώ. Θέλω να ζήσω μέσα του σαν να μην έχω κατοικήσει ποτέ ξανά Ιούλιο. Θέλω να ξαναγνωρίσω τον περίβολο του σπιτιού του, τους γαλάζιους τοίχους του και τις υπέρλαμπρες νύχτες του, χίλιες  και μία. Θέλω να τον ξαναβρώ στα κοφτερά βράχια να στέκει με αλμύρα και ιώδιο  μοιράζοντας καυτά μεσημέρια, μελτέμια και γιορτές .Στους δρόμους φουστάνια που θροΐζουν. Μελτέμια σου ζαλίζουν τα αυτιά. Ξυπνώ και κοιμάμαι με μια διάθεση ράθυμη. Θέλω να κυλάνε τα πράγματα φιλήδονα και βελούδινα. Να κυλάνε έτσι μαζί σου.


Έξω εικόνες ερημίας. Το κέντρο τις καθημερινές ψυχορραγεί. Κυκλοφορούν μόνο κάτι τύποι αγριεμένοι και εντελώς brutal που νομίζουν πως πρέπει  να τους κοιτάξεις και να τους λάβεις σοβαρά υπόψη. Κι αν εγώ δεν θέλω; Αν δεν γουστάρω επειδή μυρίζεις ιδρώτα φερ’ειπείν; Πλήττω θανάσιμα και δεν παν να μου λεν για μεγάλες τέχνες και πρωτοποριακές γραφές. Θέλω μια μεγάλη υπέρλαμπρη αλήθεια να κρυφτώ. Μιαν αλήθεια που δεν θα υπερτονίζει την ασπρίλα του δέρματος, τα χωστά μάγουλα και τους μαύρους κύκλους. Θέλω μια δαγκωνιά στο μπράτσο, ρολογάκι, όπως αυτή που κάναμε παιδιά. Βαριέμαι τις γκρίνιες όλων τριγύρω. Προτιμώ να ματώνω στα βράχια και να κολυμπώ στα αφρισμένα νερά που μυρίζουν σαρδέλα και ταραμοσαλάτα.  Κι έπειτα το βλέμμα μου κυλάει σαν νερό μέσα από τις πλάκες των πεζοδρομίων και με την βοήθεια του λευκού κρασιού φτάνει στο χωριό του πατέρα μου. Κρυμμένο ανάμεσα στις φραγκοσυκιές και στις ελιές. Καλοκαίρια με φως, νυχτερινές βόλτες, το αλάτι της θάλασσας, χιλιάδες κρέμες για το σώμα και τα μαλλιά, οικογενειακά τραπέζια, τα όμορφα Αρχοντικά απάνω στην θάλασσα. Βρεγμένα μαλλιά που κολλάνε στην πλάτη, εγκαύματα, γεύση αλμύρας, ξερά χόρτα. Μακρινό κολύμπι  και μεσημέρια με ψωμί, τυρί, ντομάτα και ένα ποτήρι κρασί. Καλοκαίρια με καυτή άσφαλτο και κρυμμένα μονοπάτια. Με ιερές πανηγύρεις και μεσημεριανό ύπνο. Επανέρχομαι στο εδώ μετά από πολλά σκουντήματα, άμμος ακόμα στα γόνατα.
Έβαψα τις δυο κρεβατοκάμαρες με χρώματα καλοκαιρινά. Bleu de cobalt  και φιστικί ανοιχτό. Το σπίτι ανάστατο. Μετακινηθήκαν όλα .Ξηλώθηκαν  πολλά και άλλα τόσα πετάχτηκαν. Ανακαίνιση και νέα διακόσμηση στους τοίχους. Έτσι για να σκορπά το μυαλό. Ανοιγόκλεινα  λοιπόν τόσα συρτάρια προχθές μ' αυτή τη ζέστη και τις μυρωδιές της μπογιάς στους τοίχους, σκάλιζα φακέλους, απορούσα πού στην ευχή μαζεύτηκαν τόσα πράγματα... τόσος χρόνος... τόσο παρελθόν. Με συνείδηση κυρίως του ενεστώτα χρόνου, πήρα να φυλλομετρώ, να απορρίπτω, να μυρίζω τα πολυκαιρισμένα γράμματα, να θαυμάζω τη φθορά πάνω στα φρέσκα πρόσωπα των φωτογραφιών. Έπειτα ξάπλωσα διαγώνια στον λευκό καναπέ του μικρού δωματίου και είδα ξανά (έπαψα να μετρώ τις φορές) τον τρελό Πιερό. Η Άννα Καρίνα ακόμα εκεί να τσαλαβουτάει τα πόδια της στα νερά της μεσογείου ακολουθώντας την άσχημη συνήθεια του έρωτα και ο Βelmondo να την κρατάει αγκαλιά στην άμμο λέγοντας της  για τον τελευταίο άνθρωπο που κατοικεί στη σελήνη. Αναζητάμε τις ιδιαιτερότητες για να μην νιώθουμε μόνοι. Αλλά αυτό που μας ελκύει περισσότερο είναι ο εαυτός μας.
Όλοι ήμασταν ωραίοι κάποτε.