Πρόσωπα της νύχτας. Νυχτερινά γυμνάσια και φροντιστήρια που σχολούν.
Τα βαμπίρ της νύχτας. Η δωδέκατη νύχτα,το τελευταίο νυχτερινό τραμ,οι νυχτερινές παραστάσεις,οι γυναίκες της νύχτας. Η νύχτα του ασθενούς,του γήρατος,των μοναχικών ψυχών που σκούζουν με το στόμα κλειστό,οι δύσκολες ώρες είναι πάντα τη νύχτα. Η νύχτα των θεατρικών ηρώων,η νύχτα του «Υπογείου» του Ντοστογιέφσκι.
Η νύχτα στο κέντρο της Αθήνας,η νύχτα των επαιτών ,οι νυχτερινές τύψεις.
Τα νυχτερινά όνειρα, ο ύπνος τη νύχτα, οι νυχτερινές σκοπιές των φαντάρων. Τα νυχτερινά επαγγέλματα,τα ταξί τη νύχτα,τα φαρμακεία που διανυκτερεύουν. Οι νυχτερινές βόλτες σε άλλες πόλεις,η νύχτα στη Βαγδάτη,οι νυχτερινές δολοφονίες,οι νυχτερινές βόμβες,οι νυχτερινές πυρκαγιές, ο πόλεμος τη νύχτα,η δημοσιογραφική κάλυψη τη νύχτα,η νυχτερινή βάρδια 5-1 Τα νυχτερινά γυρίσματα ταινιών, ο τυφλός έρωτας τη νύχτα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου,τα νυχτερινά φιλιά. Ο χωρισμός τη νύχτα.
Η «Νύχτα» του Αντονιόνι. Η νύχτα μέσα μου.
Η νύχτα χωρίς εσένα. Το κλάμα τη νύχτα. Ο χειμώνας και η νύχτα,η νύχτα του θέρους που ξεσκονίζει τα σανδάλια της,η νύχτα στο δωματιό μου με αναμμένη την τηλεόραση-πορτατίφ,το γαλάζιο φως. Τα νυχτερινά σονέτα,η νύχτα του σεισμού,η νύχτα του νου,η νύχτα η δικιά μου ψάχνει να βρει τη νύχτα τη δικιά σου.
Το προσωπό σου τη νύχτα.
Η βασική μου ιδιότητα είναι παρατηρητής. Παρατηρητής φαινομένων, ήχων και εικόνων που σκορπίζουν, διαλύονται και ανασυνθέτουν από την αρχή κάτι νέο. Παρατηρητής καταστάσεων και ανθρωπίνων συμπεριφορών,παρατηρητής γραφίδων και συναισθημάτων. Παρατηρητής εξελίξεων, άγευστων ονείρων και στυφής πραγματικότητας. Καμιά φορά νοιώθω επισκέπτης του μυαλού μου.Άνοιξε το τριώδιο. Η σαρακοστή που πλησιάζει, σαν χοντρή κυρία με ομπρελίνο, θα μας οδηγήσει με ασφάλεια στους πρώτους χαιρετισμούς και μετά θα φανεί η άνοιξη που θα ματώσει και πάλι τους ώμους μας από τα βέλη του έρωτα. Ποιος θα το αντέξει ξανά; Αποκριάτικο γλέντι στο βάθος του μυαλού μου και απόψε.Έχω ντυθεί καλοκαιρινό απόσπασμα και παρατηρώ τα νέα στην τηλεόραση,τα σύννεφα που μαζεύτηκαν και πάλι πάνω από το κάγκελο του μπαλκονιού μου,τον αέρα που ανακατεύει τα μέσα μου,μια όμορφη γυναίκα. Ανάπαυση σε ωραίες σκέψεις. Σκόρπιες λέξεις έτσι για την πλάκα μου. Ένα σκούρο μπλε στο βάθος του ορίζοντα ένα έντονο κόκκινο σαν τον πυρήνα των χειλιών σου,ένα χέρι που χαϊδεύει την σπονδυλική μου στήλη. Ένας επαίτης στο καρό πεζοδρόμιο,ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα,μια ανορθόδοξη πολιτική. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Οι φράουλες τέτοια εποχή. Αλήθεια, τι εποχή έχουμε;Όλα ρέουν, τρέχουν προς το δέλτα μιας ζωής, όλης κι όλης, της δικιάς μας.Η τέχνη κάποιες φορές μπορεί να αλλάξει την ρότα της ζωής αυτής. Το πιστεύω αυτό. Ακράδαντα. Χωρίς αναστολές. Η τέχνη κάνει ενδοφλέβιες ενέσεις ανανέωσης.Ένα πλοίο ξεμακραίνει. Από μακριά δείχνει σαν να γλιστράει σε μια παγωμένη επιφάνεια. Έτσι θαρρώ πως φαίνεται από αυτήν εδώ την προστατευτική γωνιά του σπιτιού μου. Και όλο και μικραίνει. Τόσο που το μπερδεύω με τα απέναντι βουνά της Σαλαμίνας. Ο ήλιος χαμηλώνει καίγοντας την δύση. Ροζ η επιφάνεια της θάλασσας...καινούργια ναυμαχία διεξάγεται εκεί κάτω και εμείς χαμπάρι. Έληξε και το γάλα σήμερα, τι να κάνει η γιαγιά μου; Σε ποιο σύννεφο μετακόμισε πάλι; Έχω ερευνήσει το σύμπαν με το τηλεσκόπιο μου και δεν τη βρήκα πουθενά. Την σκέφτομαι πολύ σε κάθε δύση και ιδίως όταν λήγει το γάλα.Σκοτείνιασε κι όλας και τα πλοία ,γλαρωμένα θαρρείς,περιμένουν την νύχτα και τα μαύρα άστρα των μαλλιών της. Ο χρόνος όλα τα χωνεύει και όλα τα τακτοποιεί.Μουρμουρίζω ένα παλιό κομμάτι...αφήνω τον αέρα να περάσει στα πνευμόνια μου και βγάζω μια φωνή που όλο και ξεμακραίνει μαζί με τον στίχο. Θυμάμαι κάτι φίλους από την εφηβεία, που ήταν περιωπής τραγουδισταράδες. Τους καλώ σε φανταστικές τετραφωνίες και τέρτσα αυτοσχέδια. Κι όπως έχω ξεμάθει να αναπνέω σωστά μου πέφτει η πίεση και ζαλίζομαι. Μαγεία. Όλα αυτά που νοιώθω, σχεδόν μαγικά.Τι όμορφο συναίσθημα! Κι έπειτα έρχονται αυτά που αγάπησες από όλους αυτούς που σε κοιτάνε παγωμένοι μέσα από τις κορνίζες. Ακολουθούν τα χάδια, τα δάκρυα, οι γκριμάτσες, τα λόγια που δεν θα μπουν ποτέ σε κουτιά. Ακόμα κι αν έχεις την ανάγκη να τα στοιβάξεις όλα μαζί για να μην είναι μες στα πόδια σου. Μαγεία.Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε την ουσία της μαγείας. Και γω τυχαία την βρήκα,καθώς έψαχνα με το τηλεσκόπιο την γιαγιά μου.Μαγεία είναι να ρισκάρεις τα πάντα για ένα όνειρο που δεν βλέπει κάνεις άλλος εκτός από σένα.
Παρόλο που βρήκε μια πόρτα στη μέση του δάσους δεν παραξενεύτηκε. Είχε κάθε μέρα τέτοιες εικόνες στο κεφάλι της. Η πόρτα έγραφε blogspot. Κάτι της θύμισε. Άνοιξε χωρίς να χτυπήσει. Δεν της άρεσε αυτό αλλά έτσι έκανε όταν φοβόταν. Η πόρτα άνοιξε κι αντίκρισε αυτό που δεν περίμενε. Όλα τα πλάσματα του δάσους blogspot ήταν εκεί. Καθισμένα αναπαυτικά, άλλο κάτω από ένα δέντρο, άλλο επάνω, άλλο ξαπλωμένο, όλα γύρω από μια μωβ φωτιά. Φοβήθηκε. Δεν είχε συνηθίσει να κάθεται σε παρέες με άλλα πλάσματα γύρω από μωβ φωτιές. Τους κοίταζε απορημένη. Κανείς δεν είχε πρόσωπο. Όλοι είχαν κάτι χαρακτηριστικό, όμως κανείς πρόσωπο.
Ώσπου άκουσε μια φωνή: “Άντε ρε Αντουανέτα” (Ωχ με ξέρουν).
Γύρισε και κοίταξε τη φωνή. Μια κοπέλα με κολλάζ αντί για πρόσωπο της χαμογελούσε. Φοβόταν, όμως πάντα χαμογελούσε όταν της χαμογελούσαν. Χαμογέλασε κι αυτή. Σκέφτηκε πως αν οι άλλοι δεν έχουν πρόσωπα ίσως να μην έχει κι αυτή. Έβαλε το χέρι της στο πρόσωπό της , έπιασε κάτι πολύ μαλακό. Το πρόσωπό της ήταν όλο καλυμμένο με βατόμουρα! Είχε κάτι αστείο όλο αυτό και το φεγγάρι -βρέφος να πιπιλάει τις ρώγες της μαμάς του από πάνω τους.
”Μην μας κοιτάς έτσι, είσαι εδώ για να μας πεις ένα από τα παραμύθια που ράβεις κάθε νύχτα”, της είπε κάποιος. Ξαφνικά πολύ ξαφνικά σταμάτησε να φοβάται. Κόντεψε να πηδήξει μέσα στη φωτιά από τη χαρά της. Βρισκόταν μπροστά σε όλα αυτά τα πλάσματα χωρίς πρόσωπο και δε φοβόταν!!! Μόνο ένα πράγμα την προβλημάτιζε. Πώς θα μπορούσε να πει ένα παραμύθι σε πλάσματα που δεν είχαν πρόσωπα; Πώς θα μπορούσε να ξετυλίξει τα κουβάρια της αν δεν έβλεπε τις εκφράσεις των ακροατών; Ήταν τόσο χαρούμενη όμως που ξέχασε τον προβληματισμό της. Γέλασε σε όλους, γέλασε δυνατά και γέλασαν κι εκείνοι με το αστείο γέλιο της. Τους μίλησε: “Δεν είναι το σπίτι μου εδώ, εγώ στο δικό μου ανάβω πάντα κόκκινη φωτιά με μαύρες βούλες όμως αφού θέλετε να σας πω παραμύθι πρέπει να πιείτε το ποτό που φτιάχνω από τη μέρα που γεννήθηκα και το φαΐ που μαγειρεύω καλύτερα από τ’ άλλα”. Άνοιξε τη μικροσκοπική της τσάντα κι έβγαλε ένα κανατάκι που είχε τρύπα από κάτω. Όλοι γέλασαν . Πώς θα μπορούσε να το γεμίσει αφού ήταν τρύπιο; Έσκυψε και πήρε ένα ριγέ σκουλήκι από κάτω. Το έβαλε στο στόμα της και φύσηξε με δύναμη. Το σκουλήκι έβγαλε φτερά και πέταξε, αφήνοντας μόνο το ριγέ περίβλημά του άδειο σαν ένα μικροσκοπικό σωληνάκι. Ένωσε το σωληνάκι με τρύπα. Την άλλη μεριά την έβαλε στο χώμα. Έσκυψε κι εκείνη από πάνω κι άρχισε να μιλάει με τα μυρμήγκια. Μάλλον της είπαν κάτι αστείο γιατί ξεκαρδίστηκε. Εξαφανίστηκαν μέσα στο χώμα και σε μερικά δευτερόλεπτα ένα πολύχρωμο υγρό άρχισε να ρέει μέσα στο σωληνάκι, γεμίζοντας το κανατάκι. Τράβηξε το σωληνάκι κι ευχαρίστησε τα μυρμήγκια. Γέμισε τα ποτήρια όλων. Έβγαλε ένα βατόμουρο από το πρόσωπό της και το έστυψε μέσα στο πρώτο ποτήρι. Έκανε το ίδιο με τα υπόλοιπα ποτήρια. Ένιωσε ένα κύμα αέρα στο πρόσωπό της. Σήκωσε το δικό της ποτήρι, τους ευχήθηκε καλές φαντασίες και ήπιε. Ήπιαν όλοι. Τους κοίταξε γεμάτη αγωνία προσπαθώντας να καταλάβει αν τους άρεσε το ποτό που τους είχε ετοιμάσει. Θυμήθηκε πως δεν είχαν πρόσωπα και δεν θα μπορούσε να δει την έκφρασή τους. Αυτό την έκανε μερικές γραμμές λυπημένη. Μέσα στον ενθουσιασμό της όμως και μέσα στην χαρά της να περιποιηθεί τους φίλους της και τα στομάχια τους, το ξέχασε πάλι. Εξαφανίστηκε για λίγο κι επέστρεψε με μερικά τεράστια φύλλα στα χέρια. Τα έβαλε για πολύ λίγο πάνω από τη φωτιά. Ύστερα τα έστρωσε κάτω, κι εξαφανίστηκε πάλι. Γύρισε χοροπηδώντας με μερικές μέλισσες στα μαλλιά της. Τις έβγαλε μία, μία και τις στράγγισε πάνω σε κάθε φύλλο .Πήρε ένα ξυλαράκι κι άπλωσε το μέλι σα να ήταν βούτυρο.
Έχωσε τα χέρια της στο χώμα κι όταν τα ‘βγαλε τα άνοιξε μπροστά σε όλους. Σε κάθε νύχι είχε μια πασχαλίτσα. Χτύπησε παλαμάκια κι από την κάθε μία έπεσα μια χρυσοκίτρινη σταγόνα. Τις μάζεψε και τις έβαλε σε κάθε φύλλο. Έπειτα άρχισε να βγάζει τα βατόμουρα από το πρόσωπό της και να τα απλώνει πάνω στα φύλλα. Κάποια στιγμή άρχισαν να φαίνονται τα μάτια της. Δίστασε για λίγο, όμως συνέχισε. Έβγαλε κι άλλα βατόμουρα κι άρχισε να εμφανίζεται η μύτη της, τα χείλη της, τα μάγουλά της,δεν την ένοιαζε, ήθελε να φτιάξει την πίτα της, το μέτωπο, το σαγόνι, ώσπου έβγαλε το τελευταίο βατόμουρο που είχε ξεχαστεί πάνω από το φρύδι της . Τα είχε βάλει όλα πάνω στην φυλλοπασχαλιτσοβατομουρόπιτα. Την πήρε προσεκτικά στα χέρια της, και την έβαλε λίγο ακόμη πάνω από τη φωτιά μέχρι να ξεροψηθεί. Το φεγγάρι, τριών ημερών σκατό δεν έλεγε να κοιμηθεί. Τους κοίταζε. Πλησίασε και πρόσφερε το πρώτο κομμάτι στην κοπέλα που στο πρόσωπό της είχε κολλάζ. Ήταν λυπημένη γιατί σκέφτηκε πως πάλι δεν θα δει τις εκφράσεις της καθώς θα τρώει. Εκείνη την κοίταξε. Της χαμογέλασε πάλι. Με μια κίνηση ξεκόλλησε όλες τις όμορφες εικόνες από το πρόσωπό της. Οι δυό τους κοιτάχτηκαν και γέλασαν η μια με την άλλη. Είχε κόλλα στο πρόσωπό της κι η Αντουανέτα ήταν γεμάτη σάλτσα βατόμουρο. Αφού κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα, η κοπέλα πήρε το κομμάτι της. Το φύσηξε για να κρυώσει. Η Αντουανέτα προχώρησε στον επόμενο. Έβγαλε κι εκείνος το μη πρόσωπό του κι έδειξε το από κάτω του. Κατόπιν πήρε το κομμάτι του. Το ίδιο έκαναν όλοι. Έβγαζαν αυτό που έκρυβε τα πρόσωπά τους και το πέταγαν στη φωτιά. Γελούσαν όλοι μαζί δυνατά. Το φεγγάρι χασμουρήθηκε. Όταν έμειναν όλοι με τα πρόσωπά τους μπροστά στη φωτιά ξεκίνησαν να τρώνε. Τους έβλεπε να τρώνε με όρεξη και να γλείφουν τα δάχτυλά τους. Ήταν τόσο χαρούμενη. Μπορούσε να δει την ευχαρίστησή στα πρόσωπά τους επιτέλους. Μπορούσε να τους δει να ξινίζονται στην αρχή και μετά να γλυκαίνονται. Έφαγαν όλη την πίτα κι εκείνη τους έβλεπε και γελούσε μέχρι που πόνεσε η κοιλιά της.
Τους μίλησε πάλι : “Δεν σας είπα παραμύθι το ξέρω, όμως πόση σημασία θα είχε; Ο καθένας κάθε βράδυ φτιάχνει χίλια. Κι εγώ δυο χιλιάδες. Είδα τα πρόσωπά σας την ώρα που τρώγατε την πίτα μου κι αυτό φτάνει. Είδατε το δικό μου να χασκογελάει μπροστά σας και δεν ντράπηκα να σας δείξω ότι το κάθε μου μάτι είναι μικρότερο από ένα βατόμουρο. Με εξημερώσατε και είμαι χαρούμενη”. Πλησίασε, τους φίλησε όλους. Μύριζαν όλοι το ίδιο. Φυλλοπασχαλιτσοβατομουρόπιτα. “Την άλλη φορά”, τους είπε, να δείτε που θα καταφέρω να ξεχωρίσω και μυρωδιές σας”. Φόρτωσε τα χαμόγελά τους στην τσάντα της, άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Άντε φεγγαράκι κοιμήσου πιαααα.
Υ.Γ: Γιατί πιστεύω πως τίποτα δεν είναι απρόσωπο τελικά και κανένα αληθινό πλάσμα με αίμα δεν μπορεί να κρυφτεί. Κι αν το κάνει, δεν θα’ναι για πολύ. Τίποτα , τίποτα, δεν είναι απρόσωπο. Ούτε καν αυτό το γυάλινο δάσος blogspot.
Copyright by Maria Adouaneta (de me lene Maria)
Είδα στον ύπνο μου τον Καζάν να χαμογελά και τρόμαξα.
Είπα να ξεκινήσω να φιλμάρω εκείνο το ντοκιμαντέρ, που τόσο πολύ θέλω,αλλά άντ’ αυτού προτίμησα να κάνω ένα μοναχικό ρεπεράζ στην μικρή μου πόλη.
Στο μαγαζάκι του καφέ που βρέθηκα, και ενώ διάβαζα την εφημερίδα μου,μια μικρή κοπέλα- ήταν δεν ήταν 17-μου ζήτησε φωτιά. Της είπα ότι δεν καπνίζω και τότε αυτή με ένα αλλόκοτο βλέμμα τράβηξε την διπλανή αδειανή καρέκλα και έκατσε. Μου συστήθηκε και αμέσως ξεκίνησε να μου λέει μια ιστορία που με σόκαρε. Όταν ήταν 13 χρονών σε μια προσπάθεια της να καταλάβει το περίπλοκο περιβάλλον της δημιούργησε έναν λαμπερό φανταστικό κόσμο στον οποίο κυριαρχούσε ένας μοναδικός φίλος με το όνομα Xρυσοτέρης. Αυτός ακόμα και τώρα με πληροφόρησε πως αν και φανταστικός την επισκέπτεται κάτι βράδια που γυρνάει από το φροντιστήριο. Τελείωσα τον καφέ μου στα γρήγορα,δίπλωσα την εφημερίδα μου και το έβαλα στα πόδια.
Δεν ξέρω τι με τρόμαξε περισσότερο. Καθώς έτρεχα να ξεφύγω από τη νόσο της παράνοιας θυμήθηκα ότι κάπου σε ένα από αυτά τα μαγαζιά και συγκεκριμένα σε μια τουαλέτα τους,διάβασα γραμμένο, το εξής ακαταλαβίστικο «Φτύνουμε τα μυαλά μας και κατουράμε χρυσόσκονη». Πολύ αλήτικο σύνθημα. Μου θύμισε κάτι από τον αέρα και την αίσθηση των Γιαπωνέζικων κινουμένων σχεδίων. Στον ίδιο δρόμο που βρίσκεται αυτό το μαγαζί που φιλοξενεί στην τουαλέτα του το σύνθημα,βρίσκεται και ένα σπασμένο καρτοτηλέφωνο,με βουβά καλώδια και σπασμένο ακουστικό. Κάποιοι το έχουν γεμίσει με λουλούδια...σα να έπεσε κάποιο περαστικό αυτοκίνητο εκεί.
Ένα είδος ξεχαρβαλωμένου-εξωγήινου εικονοστασίου.Το φως της μέρας μεγαλώνει. Νοστάλγησα τον παιδικό μου φίλο τον Α. που κάθε Κυριακή πηγαίναμε θέατρο. Πολλά νοστάλγησα με αυτό τον ήλιο τώρα τελευταία, αλλά τέλος πάντων.Κοιτάω τους περαστικούς. Όλοι με ένα κινητό στο χέρι πια.Λένε μια φράση και το κλείνουν. Στένεμα του χώρου και του χρόνου. Καλύτερα η μούγγα του αστικού κονιορτού. Αν ακουμπήσεις τα αυτιά σου στις ράγες της πόλης θα αφουγκραστείς τις φωνές της να γουργουρίζουν, σαν χαλασμένα υδραυλικά. Αυτά δεν περιλαμβάνονται σε καμιά κινητή συσκευή .Έξω η μέρα μοιάζει με κόλαση ανθισμένη. Στα σκουπίδια μια βρόμικη κούκλα Barbie σχεδόν γυμνή. Τι μου θύμισε τώρα. Και να σκεφτεί κανείς πως η μαμά μου είναι 10 χρόνια μικρότερη από την Barbie. Τι μπορώ να κάνω για να διατηρήσω εκείνο το φόρεμα που μου αγόρασες όταν έβγαλα τα μάτια μου σαν το Οιδίποδα την πρώτη φορά;Να ξεχάσω να το βγάλω από το ψυγείο. Συμβολίζει την μνήμη που διατηρεί ζωντανές τις αναμνήσεις μας μακριά από την σήψη της πραγματικότητας. Σε λίγο νυχτώνει, περιμένω τις μπλε ώρες στην ίδια στάση που περίμενα κάποτε εσένα μετά το σχόλασμα. Όλη η πόλη με πληγώνει με τις μνήμες της. Δικές της είναι εμένα ματώνουν. Η πράσινη αχτίδα...να την. Την είδα πάλι. Είναι το τελευταίο φως που αφήνει ο ήλιος στην δύση του. Λένε πως όποιος το δει, θα εκπληρώσει τις επιθυμίες του και θα γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του. Λένε, λένε, όλο λένε. Και όλοι τέτοιες ώρες στα μικρά καφέ πίνουν. Η Λατινική λέξη για το ποτό είναι spiritus (σ.σ πνεύμα). Είτε στο ποτό, είτε στην προσευχή,είτε στον στοχασμό,αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι είναι η θέρμη του πνεύματος. Μου ήρθε στο μυαλό τότε ο Κέρουακ, που ήπιε μέχρι θανάτου και τα λόγια του Γκίνσμπεργκ μετά. Είπε ο Γκίνσμπεργκ, πως «πίνοντας ως θανάτου, είναι ένας άλλος τρόπος να ζεις και να αντιμετωπίζεις τον πόνο και την τρέλα του ότι όλα είναι ένα όνειρο». Ναι, όλα είναι ένα όνειρο με μια πράσινη αχτίδα στο πέτο.Αλίμονο σε αυτόν που θα ξυπνήσει από στιγμή σε στιγμή ιδρωμένος και μισός.Ένα όνειρο παιδιά...κοιτάχτε λίγο τον κόσμο από μακριά.Παρατηρείστε τον.Δεν έχει καταλάβει τίποτα έτσι;
Οι άνθρωποι ονειρεύονται και σκέφτονται λες και πρόκειται να ζήσουν για πάντα.