Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

ΙσΤοΡίΕς ΑπΟ τΟ δΑσΟς ΤοΥ bLoGsPoT- ο ΒοΣκΟς Κι Ο νΕοΣ


Η νέα Σελήνη με γυρισμένη την πλάτη και χορτάτη από νύχτα μάζεψε πάλι γύρω από την φωτιά τα πλάσματα του δάσους. Ήταν όλοι σιωπηλοί σήμερα χωρίς λάμψη στα μάτια .Η φωτιά από μακριά έδειχνε μεγαλύτερη. Η candyblue πλησίασε και πάλι τα πλάσματα μαζί με τον πεινασμένο Λέοντα.
«Ποιος θα τον ταΐσει την ιστορία του σήμερα; » είπε, και άφησε την κάπα της να πέσει στο χώμα. Από τα πλάσματα σηκώθηκε ο Μάρκος ο Γνωστικός,και αφού έριξε τρία φυλλαράκια δάφνης στη μεγάλη φωτιά ξεκίνησε να λέει:

...Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε στους πρόποδες ενός βουνού ένας γερο-βοσκός. Το κοπάδι του, 33 πρόβατα, τα αγαπούσε πιο πολύ κι απ’ το χρυσάφι, μιας και γι αυτόν το χρυσάφι δεν είχε καμιά αξία, ενώ τα πρόβατά του ήταν όλη η ζωή του.
Καλούσε το καθένα με τ’ όνομά του, σεβόταν τον χαρακτήρα του, και του φερόταν ανάλογα. Κάθε πρωί και απόγεμα τα έβγαζε να βοσκήσουν, το μεσημέρι ξεκουραζόταν και το βράδυ σκεφτόταν. Αυτός ο άνθρωπος, τι περίεργο, δεν είχε μάθει ποτέ ούτε να διαβάζει, ούτε να γράφει, αλλά είχε μια μανία να ονειροπολεί.
Είχε φτιάξει λοιπόν με τη φαντασία του μια ιστορία και κάθε βράδυ έμπαινε σ’ αυτή και τη συνέχιζε.
Ήταν αυτοκράτορας, λέει, σε μια αχανή χώρα που απλωνόταν σ’ ολόκληρη τη Γη. Προσπαθούσε να βασιλεύει με δικαιοσύνη κι αγάπη. Αλλά τα προβλήματα των ανθρώπων ήταν τεράστια πάνω απ΄ τις δυνάμεις του. Γρήγορα κατάλαβε ότι μόνος, κλεισμένος στον πύργο του, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Κι έτσι διόρισε 33 βασιλιάδες, τον καθένα σε ένα απ΄ τα 33 βασίλεια που χώρισε τον κόσμο.
Επαναστάσεις, λοιμοί, λιμοί, προδοσίες, πυρκαγιές, καταποντισμοί μαίνονταν στα 33 βασίλεια. Πολύ σύντομα αποδείχτηκαν κι οι 33 άρχοντες ανεπαρκείς. Άλλοι βασίλεψαν σκληρά, άλλοι προάσπισαν μόνο το συμφέρον τους, άλλοι προσπαθούσαν χωρίς αποτέλεσμα, κι έτσι σύντομα κι αυτοί βρήκαν σα μόνη λύση να κλειστούν κι αυτοί στους πύργους τους.
Επειδή όμως η κατάσταση χειροτέρευε σκέφτηκαν σα μια λύση να διορίσει ο καθένας τους από 33 δούκες, σε καθένα από τα 33 δουκάτα, στα οποία χώρισαν το κάθε βασίλειο.
Το αποτέλεσμα ήταν οικτρό. Άρχισαν οι δούκες να πολεμούν μεταξύ τους προσπαθώντας να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη από τα γειτονικά τους δουκάτα. Πόλεμοι, σφαγές, αιματοχυσίες, το κακό σε όλο του το μεγαλείο. Στέλνουν λοιπόν οι δούκες αγγελιοφόρους, ζητώντας απ΄ τους βασιλιάδες τους υποστήριξη. Οι βασιλιάδες βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου δούκα, μια και ήταν όλοι δικοί τους υπήκοοι. Κι έτσι οι βασιλιάδες έστειλαν κι αυτοί αγγελιοφόρους στον αυτοκράτορα, ζητώντας τη συμβουλή τους.
Και τότε ο αυτοκράτορας πήρε τη μεγάλη απόφαση. Βγήκε απ΄ τον πύργο του για να δει αυτός ο ίδιος την κατάσταση.
Έριξε τη γέφυρα πάνω απ΄ τη τάφρο, διέσχισε βουνά, ποτάμια, κι αμέτρητες κοιλάδες κι έφτασε στα βασίλεια και τα δουκάτα του.
Δεν πίστευε στα μάτια του. Παντού πόνος, προδοσία και θάνατος. Ένιωσε τρόμο, του ήρθε να το βάλει στα πόδια, να γυρίσει πίσω και να κλειστεί και πάλι στον πύργο του και να μη ξανακούσει ποτέ για τους υπηκόους του. Σε μια στιγμή όμως, καθώς αντίκρισε τα μάτια ενός παιδιού, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα όλοι αυτοί γύρω του δεν ήταν δούλοι του, κάποιοι αδιάφοροι γι΄ αυτόν υπήκοοι, αλλά μέλη του, σώμα του. Θα ήταν ανώφελο. Θα πονούσε ακόμη κι αν κλεινόταν στο πύργο του, χωρίς να μαθαίνει πια το παραμικρό γι΄ αυτούς.
Ποιο ήταν άραγε το κλειδί; Πώς αυτός, ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, θα έφερνε την ειρήνη και τη δικαιοσύνη σε εκατομμύρια ανθρώπους;
Μπροστά σ΄ αυτή την ανείπωτη αδυναμία προσευχήθηκε στον πατέρα του κι εκείνος του είπε : «Μόνο αν δεχτείς να νιώσεις και να περάσεις τους πόνους, τις διαψεύσεις, τις αποτυχίες, τη σκληρότητα και την αδιαφορία τους».
Κι εκείνος του είπε : «Μα μπορεί ποτέ κάποιος, ένας και μόνο άνθρωπος, να αντέξει κάτι τέτοιο;»
Κι ο πατέρας του απάντησε : «Φυσικά όχι. Θα υποστείς ένα πόνο ανείπωτο, και θα συντριβείς κάτω απ΄ αυτόν».
Κι ο αυτοκράτορας δέχτηκε. Πέρναγε απ΄ τον καθένα, κι έπαιρνε τον πόνο του, κι όσο αυτός βάραινε οι άλλοι ελάφραιναν. Κι όσο αυτός σκοτείνιαζε, οι άλλοι φωτίζονταν. Και στο τέλος ο πόνος έγινε αβάσταχτος και τον λάβωσε ανεπανόρθωτα.
Ο ήλιος άρχισε να βγαίνει αδιόρατα. Οι ροζ ανταύγειες φώτισαν το πρόσωπο του γερο-βοσκού. Αυτή τη φορά η ιστορία του είχε φτάσει στο τέλος της κι εκείνος μη έχοντας πια τι άλλο να ονειρευτεί, άφησε τον κόσμο αυτό, όπως κι ο αυτοκράτορας.
Ένα μικρό παιδί απ΄ το γειτονικό χωριό τον βρήκε χαμογελαστό με ένα παρακλητικό ύφος σαν να του έλεγε : «Σε παρακαλώ τα πρόβατά μου». Κι εκείνος τα αγκάλιασε ένα, ένα και τα έβγαλε να βοσκήσουν. Το αγόρι δεν ήξερε να διαβάζει ούτε να γράφει. Είχε όμως το πάθος να ονειρεύεται ένα κόσμο γεμάτο αγάπη και ειρήνη….

Copyright by Markos-the-Gnostic

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΑπΟ τΑ κΟυΜπΑκΙα ΑνΑμΕσΑ


Ο καφές νανουρίζεται από ώρα στην καφετιέρα. Σηκώθηκα γριπωμένη. Τσιμπάει ο λαιμός. Μπουκωμένη η μύτη. Μέχρι και τα αυτιά βουίζουν. Ένας μουδιασμένος πονοκέφαλος τρίβει την πλάτη του στο κούτελο μου. Δεν πήγα δουλειά, αλλά μένοντας σπίτι τελείωσα κάποιες μικρές εκκρεμότητες που είχα αφήσει,όπως το να ράψω μερικά κουμπιά, που είχαν πάρει τον δρόμο ξεχαρβαλωμένης καρότσας Η μυρωδιά των κουμπιών μου θυμίζει τη γιαγιά μου, η οποία έραβε και γάζωνε σε εκείνο το κρεβάτι, απέναντι από την αναμμένη τηλεόραση της δεκαετίας του 80. Ήταν μοδίστρα στα νιάτα της(μα και στα γεράματα της, τέτοια παρέμεινε). Έφτιαχνε, για μένα και τις ξαδέρφες μου, ωραία λινά και μάλλινα φορεματάκια με κόκκινα κουμπιά που συγκρατούσαν τις τιράντες στους ώμους. Την θυμάμαι συνεχώς σκυφτή με τα τεράστια πρεσβυωπικά γυαλιά της να ακροβατεί το βλέμμα της μεταξύ κλωστής και βελόνας. Μου ήρθε η εικόνα των κουμπιών στις παλιές ναφθαλινούχες ζακέτες της,το άρωμα από εκείνα τα παρελθοντικά κουμπιά που πάντα μου έραβε. Κουμπιά ξύλινα,κουμπιά πλαστικά,μεγάλα για παλτά,μικρά διαφανή και λευκά περλέ για πουκάμισα. Κουμπιά μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί με πολύχρωμα λουλούδια και μαζί βελόνες κάθε είδους και κλωστές πολύχρωμες και αυτές. Αυτό το κουτί στέκεται ακόμα κάτω από το βλέμμα μου. Πολυκαιρισμένο πια. Υπάρχει, ώστε να μου θυμίζει ότι οι τρύπες των κουμπιών δεν είναι μόνο δίοδοι για να περνάνε οι κλωστές, άλλα και οι απολήξεις των σκέψεων της συγκεκριμένης στιγμής. Ράβεις και τις στιγμές μαζί,και τότε τα κουμπιά αλλάζουν σχήμα, χρώμα και υλικό. Γίνονται μικρά παράθυρα που οδηγούν σε μουδιασμένους γαλάζιους ουρανούς γεμάτους κλωστές με παλιά στιγμιότυπα και ξεραμένα βλέμματα αγαπημένων προσώπων που δεν μένουν πια εδώ. Πέρασαν σαν video clip με παράσιτα και οι μπλε ώρες. Τα χαρτομάντιλα μου κρατάνε συντροφιά ολημερίς και απορώ που στο καλό κρύωσα. Τα αναβράζοντα depon χουρχουρίζουν στο ποτήρι με το νερό σαν τον γάτο μου. Χειρόγραφα παντού δίπλα μου. Παλιές φωνές μου ψιθυρίζουν ξεχασμένες επιθυμίες ή και άλλες που τελούν υπό καθεστώς αναστολής. Ο μήνας συνεχίζει να τελειώνει τον χρόνο του, ακάθεκτος με την δικιά του λογική. Ο Αι Δημήτρης στο βάθος της νοσταλγίας μου πάντα μυροβλύτης. Ακόμα έχω το άρωμα του Aftershave του στα σχολικά μου ημερολόγια. Εκεί, οι λέξεις δείχνουν ήρεμες, νομίζεις πως υπακούουν σε ένα διαρκές αντάντε. Ανέκαθεν πίστευα στην ηρεμία των λέξεων, όσο κι αν γινόντουσαν απειλητικές, ομαδικά στριμωγμένες σε προτάσεις. Στην τηλεόραση η ελληνική διανόηση περιφέρει το σαρκίο της,αναζητώντας ζωτικό χώρο για αν ποζάρει. Καμιά ατραξιόν μέσα και έξω. Πάω να πιω κάτι ζεστό,κάτι που να θυμίζει εσένα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006

ΦτAνEι TόΣο

Είμαι μέσα σε κόσμο,δίπλα σε χιλιάδες αυτοκίνητα,σε μια οχλοβοή που κάνει ανάδραση μέσα στα αυτιά μου. Στην τσάντα μου έχω καλά τυλιγμένα, τα κομμάτια της ψυχής μου. Τα τακούνια μου στις πλάκες του πεζοδρομίου αφήνουν σημάδια με αίμα. Χειμώνιασε ξαφνικά... Καταπίνω κρύο αέρα .Μπαίνω στο αυτοκίνητο του,και μετά στο δωμάτιο του και αργότερα στο γνωστό σημείο των ματιών του.
Φτάνει τόσο.
Ξεδιπλώνω το πανάκι με τα χιλιάδες κομμάτια και πάω στο μπάνιο. Με ακολουθεί και με ρωτάει με χαμηλή φωνή, γεμάτη βραχνάδα χειμωνιάτικης αρρώστιας. «Μοιράζεις την ψυχή σου στα σκυλιά; Άραγε υπάρχω και γω σε κάποια από αυτά τα κομμάτια;» Του απαντώ με παχύρρευστο μίσος. «Δεν υπάρχουν σκυλιά,μόνο εφιάλτες .Θα σου δώσω ότι έχει σωθεί,και κοίτα να δεις που ότι έχει σωθεί είναι δικό σου».Καθώς ξεπλένω τα κομμάτια τον διατάζω, σαν υπνωτισμένο στοιχειό.
Πες μου κάτι καλό. «Το καλό είσαι εσύ. Ανεμοστρόβιλος που λέει και ο μπάρμπας. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω αλλά είναι δικός σου δρόμος».

Φτάνει τόσο.
Πες μου κάτι τρελό. «Έμαθα πως τα κορίτσια κυλιούνται στα πόδια σου και σου λένε ότι είσαι πολύ ευγενική και ότι λατρεύουν τα παπούτσια που φοράς».
Σταμάτα.
Φτάνει τόσο.

Πες μου κάτι αληθινό τώρα. «Ο Δρόμος που θα κάνεις για να το ξεπεράσεις είναι δρόμος μοναχικός με κάτι λυπημένα φώτα φθορισμού που σε κάνουν να ξερνάς. Θυμήσου,όταν οι έρωτες αρχίζουν να χαλάνε την διάθεση σου, πρέπει να παρέμβεις σε ηρωικές πράξεις και οι ηρωικές πράξεις γίνονται όταν η ελπίδα χάνεται».Εντάξει, φτάνει τόσο.
Πες μου κάτι λυπηρό. «Η σιωπή σου είναι σαν εκείνο το άρθρο για τα φαντάσματα και τα στοιχειωμένα σπίτια». Μην σταματάς, κάτι δυνατό. «Σ’αγαπάω».
Kάτι ακόμα, κάτι παρήγορο.
«Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μέσα από τα πρωτόλεια σκίτσα μου βλέπεις την εικόνα που κουβαλάω».Καλά,καλά, φτάνει τόσο.
Κάτι ξεπερασμένο... «Έχεις δει πυξίδα δίπλα σε ισχυρό μαγνήτη; Τρελαίνεται στριφογυρίζει αδιάκοπα. Έτσι αισθάνομαι χωρίς την παλιά μου ζωή».

Και έσπασα τον καθρέφτη του μπάνιου μαζί με τα φώτα που ήταν κρεμασμένα πάνω του. Σπάσαν τα κομμάτια στα πλακάκια και τα έκανα θρύψαλα πηδώντας πάνω τους με τα αιχμηρά τακούνια μου. Έδωσα μια γερή γροθιά στην πλάτη της νύχτας και μύρισα τα μαλλιά της την ώρα που γονάτιζε. Δεν έβλεπα τίποτα πια και κανέναν.

Φτάνει τόσο.

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006

Εν ΟψΗ εΚλΟγΩν / Το ΠρΟξΕνΙό ΜιΑς ΠόΛηΣ


Ξαπλωμένη σε ένα καναπέ όλη τη μέρα διαβάζω ξανά, κάποια από τα αγαπημένα μου θεατρικά έργα .
Ζιώγα για την ακρίβεια «Το προξενιό της Αντιγόνης».
Ετοιμάζομαι για την αυριανή ηλίθια μέρα. Τι πλάνη!
Πόσο δεν με αφορά πια,πόσο δεν τους πιστεύω. Όλα είναι τόσο άσχημα ,θυμίζουν προξενιό. Προξενιό μια πόλης που χρειάζεται άμεσα κάποιον να την βάλει σε τροχιά.
Το προξενιό περιλαμβάνει μόνο άσχημα πρόσωπα αντρών και γυναικών, ανέραστα βλέμματα γεμάτα άπνοια, πλην μερικών εξαιρέσεων...Προξενεύουν ότι πιο άθλιο και αδιάφορο,άνευρο και παλιακό υπάρχει. Να ψηφίσω λοιπόν τι, και ποιον; Κάποιον που θα μεταμορφώσει τον βάτραχο που κοάζει, σε πόλη; Οι πόλεις, λένε, αλλάζουν. Τι πλάνη! Μα όλοι αυτοί πάσχουν από πολιοεγκεφαλίτιδα(φλεγμονή της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου), αν δεν πάσχουν βέβαια από εγκέφαλο. Γιατί να τους ψηφίσω;Για το πύον τους; Αλήθεια τι τους καίει τα σωθικά, και έπειτα τι θέλουν, πρώτα από αυτούς και μετά από μας. Άνθρωποι χωρίς φόδρες, κούφιοι. Αν τους χτυπήσεις στην πλάτη πάω στοίχημα, πως θα βγάλουν και τον ανάλογο κούφιο ήχο. Σκέφτομαι τον Γιάννη Αγιάννη που έγινε δήμαρχος,έχοντας αλλάξει το όνομά του, για να μην τον καταδιώκει το παρελθόν του. Επειδή είχε προσφέρει πάρα πολλά στην κοινότητα στην οποία ζούσε, οι άνθρωποί της τον τίμησαν εκλέγοντάς τον πρώτο πολίτη της και του ανέθεσαν την ευθύνη να την διοικεί. Νιώθω βαθύτατα τον ρόλο που του έδωσε ο Ουγκώ, ένας απελπισμένος και πεινασμένος άνθρωπος κλέβει ένα καρβέλι ψωμί για να χορτάσει την πείνα του. Στο παράπτωμά του θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ποια δικαιοσύνη; Μια δικαιοσύνη που αιώνες τώρα εξακολουθεί να μην έχει για μέτρο της τον άνθρωπο. Μια δικαιοσύνη που δίνει αφορμή να κριθούν νόμοι, θεσμοί, γραμμένοι και άγραφοι κανόνες, ιερά και όσια, ακόμα και σήμερα. Ο δήμαρχος Μαγδαληνής θα μείνει ξάγρυπνος ένα ολόκληρο βράδυ αγωνίας και ηθικής ταλάντευσης πριν καταλήξει στο τι πρέπει να κάνει και όταν ξημερώσει τα μαλλιά του θα έχουν γίνει κάτασπρα. Υπάρχει πουθενά σήμερα κανένας τέτοιος δήμαρχος για να ψηφίσω;
Ακόμα και τα πρόσωπα των υποψηφίων δεν με εμπνέουν πια. Θυμίζουν περισσότερο τραγουδιστές σκυλάδικων. Ιδίως η Πιπιλή ,ο Ντινόπουλος και ο Σπυρίδων, είναι σα να τραγουδάν το χορωδιακό άσμα «οι πόλεις μας αλλάζουν πρόσωπα»,στο σκυλάδικο με το όνομα «Υπερνομαρχία δράσης». Οι "Άθλιοι" του Βίκτωρος Ουγκώ σήμερα είναι επίκαιροι όσο ποτέ, αφού οι συνθήκες που δημιουργούν την ταραγμένη παγκόσμια πραγματικότητα που ζούμε τους φέρνουν έξω από την πόρτα μας. Πόσοι "Αγιάννηδες" καθημερινά δεν αλλάζουν πατρίδες, ονόματα, θρησκείες για να γλιτώσουν από τον κατατρεγμό; Και πόσες φορές η ανθρωπότητα και οι ηγέτες της, στο όνομα του διεθνούς δικαίου, ή της δικαιοσύνης που βολεύει, δεν γίνεται ο "Ιαβέρης" που τιμωρεί χωρίς έλεος. ...και έτσι με όλα αυτά στο κεφάλι μου με πλησίασε η νύχτα,και με βρήκε σε άλλη στάση στον ίδιο καναπέ, ελαφριά σαν σεντόνι που καλύπτει τα κοιμισμένα σώματα,σαν σκηνικό, σαν ένα βουβό ρόλο. «Η κόρη και ο καναπές»,ή καλύτερα «η ασπόνδυλη κόρη του καναπέ».Αφήνω ένα σπαραχτικό χασμουρητό. Αύριο θα πάω να ψηφίσω και ίσως τότε σηκωθώ. Η κάλπη με περιμένει,το παραβάν ισιώνει τις πτυχώσεις του και γω αναπνέω γρηγορότερα όταν καταλαβαίνω ότι η ηθική ανύψωση του ανθρώπου παραμένει ένα από τα κυρίαρχα αιτήματα κάθε εποχής.

" Στο σκοτεινό σημείο όπου βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άθλιος ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που αγωνιά κάτω απ' όλα τα κλίματα και τα καθεστώτα, που στενάζει σ' όλες τις γλώσσες". Βίκτωρ Ουγκό