Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2015

ΟcToBeR FoOtAge


Και μόλις που έμαθα ότι σε αυτό το timeline που ζούμε η αψίδα του Θριάμβου στη Παλμύρα ισοπεδώθηκε από τους Ισλαμιστές. Ο παλιός κόσμος κατεδαφίζεται μαζί με όλα του τα σκηνικά. Με ακούει το control  του Truman show; Ο Παρθενώνας πότε έχει σειρά; Κάτι τραβάει το στομάχι μου εκεί μέσα. Σκάβω με τα νύχια μου το δέρμα μου να βγω. Ζω με έναν μεγάλο παρασιτικό φόβο ενός  ισχυρού σεισμού κοντά στο ξημέρωμα, μιας ανελέητης φυσικής καταστροφής  γύρω στο σούρουπο ή ενός πυρηνικού πολέμου στο ξεκίνημα της μέρας. Κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ το κεφάλι μου ανατινάζεται στο ανατομικό μου μαξιλάρι. Τα μάτια μου ολάνοιχτα σαν αυτοσχέδιες προσωπικές  αψίδες, στέκουν μπροστά σε αυτά που θα έρθουν να μας βρουν. Δευτέρα πρωί ο ήλιος με καρφώνει πισώπλατα. Τρίτη μεσημέρι σηκώνομαι αργά και  μια σύντομη βόλτα με βρίσκει να μετρώ τους πεσμένους σοβάδες  των πολυκατοικιών. Κατεδαφίζουν το σκηνικό σιγά σιγά. Κάποιος φτιάχνει  νέα στούντιο  με πιο ακριβές παραγωγές. Μου έρχεται αυτόματα το τρεχούμενο  νερό που ανακάλυψαν  στον Άρη. Πως θα είναι άραγε  το φως εκεί;  Θα μπορείς να περπατάς στο έδαφος  ξυπόλητος τα καλοκαίρια; Θα φυσά ο άνεμος  το ίδιο τα μαλλιά, τι θα ρίχνει στους ώμους του κανείς ένα δροσερό βράδυ, ποια  αστέρια θα κοιτά, και πως θα μοιάζουν οι ανταύγειες  του φωτός στα ξύλινα παρκέ των σπιτιών κάθε ηλιοβασίλεμα; Πέντε απογευματινή και πιάνω δουλειά. Η μπάρα της περιφραγμένης εισόδου στο σταθμό σηκώνεται κάθε φορά που με βλέπει να μπαίνω. Παρκάρω άτσαλα, μιλάω άτσαλα, κοιτάω άτσαλα και 3 ώρες μετά πάω για καφέ με ένα άτσαλο κοντομάνικο και δυο πέδιλα μαύρα, καλοκαιρινά. Πεντάλεπτο διάλλειμα ενός οκταώρου, σουρουπώνει .Κάθομαι απέναντι από το χοντρό ηλιοβασίλεμα κάπου σε μια μεριά της Παλλήνης, σιωπηλή, αινιγματική, αρμονική, σαν την Πυραμίδα του Ταΰγετου, περιμένοντας την δικιά μου σκιά να υψωθεί. Εύχομαι να μην με αλλάξει εντελώς αυτός ο κόσμος.
Το βράδυ κάποιες φορές πίσω από το κλειστό παντζούρι του δωματίου, ακούω ένα χριτς  χριτς. Σκέφτομαι πως κάποιος είναι εκεί έξω και προσπαθεί να μπει, αλλά αν κρίνω από την ένταση του χριτς, μου φαντάζει απίστευτα μικρός. Παρ όλα αυτά ο παρασιτικός μου φόβος δεν με αφήνει να ανοίξω το παντζούρι και να μάθω την αλήθεια παρά με αφήνει και κάθομαι ώρες ακούγοντας  εκείνο το χριτς χριτς να παλεύει. Τι μας απόμεινε να κάνουμε εδώ  πέρα από το να αυτοσχεδιάζουμε χωρίς χειροκροτήματα; Πόσο ακόμα θα κάνουν αυτοί οι εξωγήινοι να έρθουν να μας βρουν, κουράστηκα  να ξενυχτώ  άδοξα κάθε βράδυ. Πόσα ακόμα βιβλία θα διαβάζουμε  με σκυφτό κεφάλι για να βρίσκουν οι άλλοι έδαφος καθώς εμείς δεν θα κοιτάμε πια να τεμαχίζουν ανενόχλητοι τη γη, το όλο αυτό σκηνικό τέλος πάντων, αυτή την ακριβή παραγωγή, που τόσο καλά έχει στηθεί. Έχει στηθεί ναι, είμαι σίγουρη πια. Όλα έχουν στηθεί και εμείς αυτοσχεδιάζουμε. Χωρίς ένα χειροκρότημα. Εκπέμπω λοιπόν το βαθυγάλανο φωσφοριζέ  μου s.o.s καθώς οι σοβάδες από όλα γύρω μου ξεκολλούν  σιγά σιγά. Ψάχνω την έξοδο όπως ο Truman.Μπορώ να βρω το δρόμο μου έξω από αυτή την υποτιθέμενη ζωή και το υποτιθέμενο κόσμο; Ακούει το control του Truman show; Δείξτε μου την έξοδο ή οδηγήστε με τυχαία εντελώς σε αυτήν. Θέλω να βγω από δω. Να ανατινάξω τα σκηνικά του εξωφρενικού αυτού show.Οι τζιχαντιστές εδώ θα ήταν μια κάποια λύση!

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 23, 2015

SePtEmBeR FoOtAge


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ: 23 Σεπτεμβρίου (Τετάρτη) 2015 ώρα Ελλάδος 11:20.Στο σκοτάδι, αναζητάς το φως. Στο φως επαναπαύεσαι. Ακούω και βλέπω. Η ταχύτητα των πληροφοριών με ξεπερνά φέρνοντας μου ένα κάψιμο στο στομάχι και έναν ίλιγγο μέχρι τα αφτιά.
"Ένα σπάνιο αστρολογικό γεγονός πρόκειται να συμβεί στις 28 Σεπτέμβρη και λέγεται «ματωμένο φεγγάρι». Πρόκειται για την τέταρτη σεληνιακή έκλειψη η οποία λαμβάνει χώρα τα τελευταία δύο χρόνια κατά την οποία το φεγγάρι θα πάρει ένα χρώμα κόκκινο. Φρενίτιδα έχει πιάσει κάθε λογής συνομωσιολόγο αναφορικά με το υποτιθέμενο τέλος της γης. Αρκετοί ήταν αυτοί που έκαναν λόγο για έναν μεγάλο κομήτη ο οποίος και θα χτυπήσει τη Γη και θα σημάνει το τέλος του κόσμου. Μιλώντας στην ραδιοφωνική εκπομπή «startalk» με τον επιστήμονα Neil de Grasse Tyson ο Σνόουντεν ισχυρίστηκε ότι οι εξωγήινοι προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με τη Γη.                      
«Η Ελλάδα είναι μια διαφορετική χώρα μετά τις εκλογές», σχολιάζει η Suddeutsche Zeitung. «Πλέον δεν υπάρχει ελπίδα για μια εύκολη λύση εξόδου από την κρίση χρέους», προσθέτει.
«Οι Έλληνες προσέφεραν μια δεύτερη θητεία στον Αλέξη Τσίπρα. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει», τονίζει το οικονομικό περιοδικό Wirtschaftwoc. Τραγωδία στην Πάτρα. Αυτοκίνητο με έξι άτομα έπεσε στην θάλασσα. 
Εικόνες αιμορραγούν στην Κριμαία.

Όλα ξανάρχισαν, αλλά χωρίς να το γνωρίζουμε. Νιώθω ότι είμαστε κοντά στο σκοτάδι, στο σκοτάδι μιας αίθουσας την ώρα που ανατέλλουν στην οθόνη  οι τίτλοι τέλους. Κάτι τελειώνει για πάντα χωρίς να ξέρεις το μετά, τη νέα αρχή κι αν υπάρχει. Μοιάζει  σα να  έχεις έναν τοίχο πελώριο μπροστά σου και τα μόνα βήματα που έχεις να κάνεις είναι αυτά τα 50 μέχρι τον τοίχο. Είμαστε σε ένα κουκούλι. Σε ένα υγρό, υδαρές κουκούλι καθώς  τα πρώτα φθινοπωρινά σύννεφα σχηματίζονται από πάνω μας λευκά, μπαμπακένια, και με λαχανιασμένες αναπνοές. Σε ένα ημιδιάφανο λερωμένο με λάσπη κουκούλι, άγνωστο αν είναι ζωής ή θανάτου. Μέσα στο ανακουφιστικό σκοτάδι περιμένουμε την κλωτσιά για το φως. Τα φτερά η την σήψη. Την όποια μεταμόρφωση που θα ήταν πραγματικά μια νέα αρχή.
Προς το παρόν αναπνέω ακολουθώντας την μετατόπιση των ισημεριών. Στο μέτρο που ζω τη ζωή μου μπορώ  να είμαι ευτυχής, όσο δύσκολη και να είναι αυτή.  Είναι δική μου αυτή η πέτρινη έρημος. Κι όταν την βλέπω γρυλίζω ευχαριστημένη.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2015

sUmMeR FoOtAgE (AuGuSt)*


Μπρούμυτα. Φυσάει πολύ. Το ψάθινο καπέλο βυθισμένο στα βρεγμένα μου μαλλιά. Φυσάει περισσότερο. Φως και αέρας. Μου μαστιγώνει το πρόσωπο. Κρατώ δυνατά με τα ακροδάχτυλα τις σελίδες του βιβλίου. Μπρούμυτα και κάτι σταγόνες χοντρές γλιστρούν  από την πλάτη στα  πλευρά δημιουργώντας μου ανατριχίλα. Ο αέρας φέρνει την μυρωδιά της θάλασσας. Θα μπορούσα να είμαι εκεί. Στο νησί που άφησα πριν λίγες ημέρες. Μαζί της, τετ α τετ. Θα μπορούσα να είμαι, πολύ πιο πίσω. Γύρω στα 6, μετά το μπάνιο, ξυπόλητη στην παλιά αυλή με την προϊστορική φίλη μου, να χοροπηδάμε  μέσα σε λεκάνες με ζεστό νερό από τον ήλιο και Johnson σαμπουάν  στα μάτια. Είμαι μπρούμυτα όμως σε ένα αυτοσχέδιο ράντζο ηλιοθεραπείας με μικροέπιπλα  δανεικά από τον χώρο του σαλονιού, στοιχισμένα καλά σε σχήμα ξαπλώστρας, στο όρος βεράντα. Παραλία Μίλητου, Αργυρούπολη. Αύγουστος. Το λάστιχο βρέχει το σώμα μου. Νερό χωρίς αλάτι. Φυσάει πολύ. Ο αέρας μου παίρνει τελικά το καπέλο. Γυρίζω ανάσκελα και κλαίω. Χωρίς λόγο.

«Έλα δώσε μου μια αγκαλιά». Η μητέρα μου έρχεται όλο και πιο κοντά μου κάθε φορά που την επισκέπτομαι στο πατρικό. Την αγκαλιάζω ψάχνοντας την σπονδυλική της στήλη. Μου φαίνεται ότι έχει μικρύνει. Με αγκαλιάζει πιέζοντας με δυνατά και αφήνοντας μου το αίσθημα πως πρέπει να φύγω,  να τρέξω γρήγορα για να προλάβω το σχολικό. Στην ουσία είναι σαφές πως  κάνω προετοιμασία μέσα μου αποχαιρετώντας την  διαρκώς.

Εκείνος επιμένει πως πρέπει να τον φιλήσω. Έρχεται κάθε βράδυ με αφορμή το φεγγάρι και πάμε βόλτες παραλιακά. Το τζιπ του είναι ξεσκέπαστο και όλα περνάνε μέσα. Φτάνουν από τα μαλλιά μέχρι τα τις σόλες των παπουτσιών. Ακούμε τραγούδια της δεκαετίας του 80 που τα έχει γραμμένα σε ένα παλιό cd. Δουλεύει στο Luton.Στα φορτηγά. Αποστολές σε όλη την Ευρώπη. Μου λέει για τα ταξίδια του. Τον ακούω προσεχτικά. Δε νομίζω να χωρέσω ποτέ σε καμιά από τις ιστορίες του. Τον γνώρισα στο νησί ,μας πήγε βόλτα σε παραλίες κρυφές  με το jet ski του αλλά σήκωσε κύμα και γυρίσαμε πίσω νωρίς. Και τώρα σηκώνει κύμα ο ίδιος, κάθε φορά που με βλέπει. Είναι αστείος και απλοϊκός σχεδόν αφελής. Με συγκινεί αλλά δεν θέλω να τον φιλήσω. Μ αρέσει απλά να τον κοιτώ. Μου θυμίζει τις παλιές αυτοσχέδιες ντισκοτέκ των νησιών που κάποτε χορεύαμε πίνοντας fruit punch σε ποτήρι τουλίπας μα που τώρα δεν θα ξαναπάταγα ποτέ το πόδι μου. Όσο κοντά κι αν πλησίαζα.

Σερφάρω στο ίντερνετ. Η θάλασσα πάντα στο βάθος και δεξιά η Σαλαμίνα, η τσίμπλα στο μάτι του Πειραιά,  που αχνίζει από την ζέστη. Χαζεύω μέχρι να περάσει η ώρα του πληκτικού μεσημεριού όταν ξαφνικά πέφτει στην αντίληψη μου μια εικόνα από την βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Μια δοκιμή πυρηνικών όπλων από τον στρατό των  Ηνωμένων Πολιτειών στο Bikini Atoll, Νησιά Μάρσαλ, στις 25 Ιουλίου 1946.Μενω με το στόμα ανοιχτό. Τι καταστροφή και πόση ομορφιά συνάμα. Κοίτα να δεις  τώρα: κάποιες φορές η ομορφιά μπορεί να είναι ειδεχθής, αποτρόπαια. Παρ όλα αυτά παραμένει ομορφιά.

Τσακωνόμαστε με μηνύματα, εκείνη λέει ότι θα είμαι πάντα ένα υπέροχο πυροτέχνημα που δεν κρατά ποτέ όσο θα ήθελε ο καθένας. Έχω γραμμένο τον καθένα. Εμένα με νοιάζουν μόνο αυτοί που ξέρω από τότε που έπινα Johny με κόκα κόλα σε ψηλό. Είναι Αύγουστος και κάνω ότι θέλω δεν έχει όρια ο μήνας αυτός ούτε ομφάλιο λώρο. Μιλάω πάλι φωναχτά και λέω όσα σκέφτομαι, χωρίς φόβο, ξέροντας πως οι άνθρωποι για να μας πλησιάσουν θέλουν μπόσικα και όχι απαγορευτικά.

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2015

JuNe FoOtAgE

Αφήνω χαρτάκια στον εαυτό μου, να μην ξεχάσω, γιατί συνέχεια ξεχνώ. Με διατάζω με γράμματα που μοιάζουν σαν μπερδεμένα κορδόνια,  να ποτίσω τα λουλούδια το βράδυ , να κατεβάσω τις τέντες,να πάρω χυμούς και φαί στην Μιλού. Υπάρχει μια αναμπουμπούλα στην χώρα. Μέσα ή έξω από την ευρωζώνη, κόσμος αχώνευτος  με ξεπλυμένα χρώματα στις μακό του μπλούζες  συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στο αιθαλές Σύνταγμα, καθώς εγώ τον αποφεύγω κρυμμένη στο Ηρώδειο ακούγοντας  την Τόσκα να τσιρίζει. Ένας σερνάμενος ηλεκτρισμός ακουμπάει τα μάρμαρα. Ίσως και λίγο την θυγατρική  της καρδιάς μου. Υπάρχει μια αναμπουμπούλα και στο ουράνιο μπλε. Σύννεφα σκούρα, γεμάτα θυμό  μας ποτίζουν συχνά με αφηρημένες βροχές μα ακόμα να ανθίσουμε.Την κατάπιαμε αμάσητη την άνοιξη αυτή. Μέσα ή έξω από το καλοκαίρι; Κανείς δεν αποφασίζει πια. Τρώω  μπεζέδες και πίνω παγωμένα νερά, να κάτσει η ζάχαρη στα δόντια, να κρυσταλλωθεί, σαν εκείνα τα παλιά καλοκαίρια μέσα μου. Από τον πίσω ακάλυπτο κάποιος καίει χόρτα. Η μυρωδιά του με μικραίνει τριάντα δεκαετίες. Ματώνει η μύτη μου και η βραχνάδα από την φωνή, της τότε νέας  μου μαμάς, τρυπάει  τα αυτιά μου. «Σήκωσε τα πόδια σου ψηλά, μαζί και το αριστερό σου χέρι, σαν να δείχνεις τα άστρα, έτσι θα σταματήσει το αίμα μοναχά». Και ξαφνικά το ιώδιο της μνήμης. Τα κύματα στην άμμο περά δώθε. Και γω πουθενά. Η θάλασσα μακριά μου αναστενάζει. Τα άκρα μου ακόμα λευκά. Σαν τους μπεζέδες στο κουτί. Καμία επαφή με το ιώδιο, καμιά ξεραμένη πάνω μου αλμύρα. Πρώτη φορά έτσι, πρώτη φορά τόσο. Τόσο πολύ μακριά από αυτήν.But who cares? Ο κόσμος ανάβει τα φώτα του πάνω μου και με τυφλώνει.Βράδυ πρωί με φώτα αναμμένα πέφτει πάνω μου χωρίς μπαρντόν ή συγγνώμη. Ξέρει μόνο να ζητά και να με αφήνει.Να κοιτάει  με προστυχιά και να  γλύφει την πάρτη του όπως οι γάτες τα πόδια και την ράχη τους. Φοβάμαι πως αρχίζω και τους μισώ. Τους αποστρέφομαι γιατί δεν είναι άνθρωποι πια και δεν πρέπει να καταλάβουν ότι το ξέρω. Κανείς δεν είναι άνθρωπος πια. Δεν ξέρω τι είναι. Ξέρω μόνο πως άρχισε να  ματώνει η μύτη μου ξανά όταν τους συναντώ για αυτό τους αποφεύγω. Βραδιάζει αργά, ταΐζω τις γάτες της γειτονιάς μου και νιώθω πάλι μέσα μου καλά. Και ευγνώμων, κι  ας έχω τον Ιούνιο  στα τελευταία του χωρίς μια θάλασσα να με ξενυχτά. Έχω εσένα και μένα. Έχω εμάς.
Ξημέρωσε. Ο ήλιος παλαβωμένος  τρυπάει το στέρνο μου μέσα από τις γρίλιες κάθε πρωί μα δεν ουρλιάζω. Απλά ανοίγω έντρομη τα μάτια μου γυρνώντας του πλευρό. Συνεχίζει αμείλικτος όπως και η ζωή. Τρυπάει  με εκείνη την μικρή ηλιαχτίδα την λευκή μου ωμοπλάτη  και φτάνει μέχρι την οροσειρά της σπονδυλικής μου στήλης. Με πονάει, με καίει, με κάνει να ιδρώνω πάνω στα λευκά ατσαλάκωτα σεντόνια μου χωρίς κλάμα. Βουβά. Λένε πως  μπορεί  ο κόσμος να είναι κωμωδία για όσους σκέφτονται και  τραγωδία για όσους νιώθουν  και χωρίς να ξέρω που ανήκω  θα ήθελα να  πω μονάχα πως η μύτη μου ματώνει ακόμα κάποια πρωινά και αντί να θυμάμαι την συμβουλή της  μαμάς να δείχνω τα άστρα κάθομαι στα γόνατα και παρακαλώ. Παρακαλώ τον κόσμο να σβήσει τα φώτα του.