Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 23, 2015

SePtEmBeR FoOtAge


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ: 23 Σεπτεμβρίου (Τετάρτη) 2015 ώρα Ελλάδος 11:20.Στο σκοτάδι, αναζητάς το φως. Στο φως επαναπαύεσαι. Ακούω και βλέπω. Η ταχύτητα των πληροφοριών με ξεπερνά φέρνοντας μου ένα κάψιμο στο στομάχι και έναν ίλιγγο μέχρι τα αφτιά.
"Ένα σπάνιο αστρολογικό γεγονός πρόκειται να συμβεί στις 28 Σεπτέμβρη και λέγεται «ματωμένο φεγγάρι». Πρόκειται για την τέταρτη σεληνιακή έκλειψη η οποία λαμβάνει χώρα τα τελευταία δύο χρόνια κατά την οποία το φεγγάρι θα πάρει ένα χρώμα κόκκινο. Φρενίτιδα έχει πιάσει κάθε λογής συνομωσιολόγο αναφορικά με το υποτιθέμενο τέλος της γης. Αρκετοί ήταν αυτοί που έκαναν λόγο για έναν μεγάλο κομήτη ο οποίος και θα χτυπήσει τη Γη και θα σημάνει το τέλος του κόσμου. Μιλώντας στην ραδιοφωνική εκπομπή «startalk» με τον επιστήμονα Neil de Grasse Tyson ο Σνόουντεν ισχυρίστηκε ότι οι εξωγήινοι προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με τη Γη.                      
«Η Ελλάδα είναι μια διαφορετική χώρα μετά τις εκλογές», σχολιάζει η Suddeutsche Zeitung. «Πλέον δεν υπάρχει ελπίδα για μια εύκολη λύση εξόδου από την κρίση χρέους», προσθέτει.
«Οι Έλληνες προσέφεραν μια δεύτερη θητεία στον Αλέξη Τσίπρα. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει», τονίζει το οικονομικό περιοδικό Wirtschaftwoc. Τραγωδία στην Πάτρα. Αυτοκίνητο με έξι άτομα έπεσε στην θάλασσα. 
Εικόνες αιμορραγούν στην Κριμαία.

Όλα ξανάρχισαν, αλλά χωρίς να το γνωρίζουμε. Νιώθω ότι είμαστε κοντά στο σκοτάδι, στο σκοτάδι μιας αίθουσας την ώρα που ανατέλλουν στην οθόνη  οι τίτλοι τέλους. Κάτι τελειώνει για πάντα χωρίς να ξέρεις το μετά, τη νέα αρχή κι αν υπάρχει. Μοιάζει  σα να  έχεις έναν τοίχο πελώριο μπροστά σου και τα μόνα βήματα που έχεις να κάνεις είναι αυτά τα 50 μέχρι τον τοίχο. Είμαστε σε ένα κουκούλι. Σε ένα υγρό, υδαρές κουκούλι καθώς  τα πρώτα φθινοπωρινά σύννεφα σχηματίζονται από πάνω μας λευκά, μπαμπακένια, και με λαχανιασμένες αναπνοές. Σε ένα ημιδιάφανο λερωμένο με λάσπη κουκούλι, άγνωστο αν είναι ζωής ή θανάτου. Μέσα στο ανακουφιστικό σκοτάδι περιμένουμε την κλωτσιά για το φως. Τα φτερά η την σήψη. Την όποια μεταμόρφωση που θα ήταν πραγματικά μια νέα αρχή.
Προς το παρόν αναπνέω ακολουθώντας την μετατόπιση των ισημεριών. Στο μέτρο που ζω τη ζωή μου μπορώ  να είμαι ευτυχής, όσο δύσκολη και να είναι αυτή.  Είναι δική μου αυτή η πέτρινη έρημος. Κι όταν την βλέπω γρυλίζω ευχαριστημένη.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2015

sUmMeR FoOtAgE (AuGuSt)*


Μπρούμυτα. Φυσάει πολύ. Το ψάθινο καπέλο βυθισμένο στα βρεγμένα μου μαλλιά. Φυσάει περισσότερο. Φως και αέρας. Μου μαστιγώνει το πρόσωπο. Κρατώ δυνατά με τα ακροδάχτυλα τις σελίδες του βιβλίου. Μπρούμυτα και κάτι σταγόνες χοντρές γλιστρούν  από την πλάτη στα  πλευρά δημιουργώντας μου ανατριχίλα. Ο αέρας φέρνει την μυρωδιά της θάλασσας. Θα μπορούσα να είμαι εκεί. Στο νησί που άφησα πριν λίγες ημέρες. Μαζί της, τετ α τετ. Θα μπορούσα να είμαι, πολύ πιο πίσω. Γύρω στα 6, μετά το μπάνιο, ξυπόλητη στην παλιά αυλή με την προϊστορική φίλη μου, να χοροπηδάμε  μέσα σε λεκάνες με ζεστό νερό από τον ήλιο και Johnson σαμπουάν  στα μάτια. Είμαι μπρούμυτα όμως σε ένα αυτοσχέδιο ράντζο ηλιοθεραπείας με μικροέπιπλα  δανεικά από τον χώρο του σαλονιού, στοιχισμένα καλά σε σχήμα ξαπλώστρας, στο όρος βεράντα. Παραλία Μίλητου, Αργυρούπολη. Αύγουστος. Το λάστιχο βρέχει το σώμα μου. Νερό χωρίς αλάτι. Φυσάει πολύ. Ο αέρας μου παίρνει τελικά το καπέλο. Γυρίζω ανάσκελα και κλαίω. Χωρίς λόγο.

«Έλα δώσε μου μια αγκαλιά». Η μητέρα μου έρχεται όλο και πιο κοντά μου κάθε φορά που την επισκέπτομαι στο πατρικό. Την αγκαλιάζω ψάχνοντας την σπονδυλική της στήλη. Μου φαίνεται ότι έχει μικρύνει. Με αγκαλιάζει πιέζοντας με δυνατά και αφήνοντας μου το αίσθημα πως πρέπει να φύγω,  να τρέξω γρήγορα για να προλάβω το σχολικό. Στην ουσία είναι σαφές πως  κάνω προετοιμασία μέσα μου αποχαιρετώντας την  διαρκώς.

Εκείνος επιμένει πως πρέπει να τον φιλήσω. Έρχεται κάθε βράδυ με αφορμή το φεγγάρι και πάμε βόλτες παραλιακά. Το τζιπ του είναι ξεσκέπαστο και όλα περνάνε μέσα. Φτάνουν από τα μαλλιά μέχρι τα τις σόλες των παπουτσιών. Ακούμε τραγούδια της δεκαετίας του 80 που τα έχει γραμμένα σε ένα παλιό cd. Δουλεύει στο Luton.Στα φορτηγά. Αποστολές σε όλη την Ευρώπη. Μου λέει για τα ταξίδια του. Τον ακούω προσεχτικά. Δε νομίζω να χωρέσω ποτέ σε καμιά από τις ιστορίες του. Τον γνώρισα στο νησί ,μας πήγε βόλτα σε παραλίες κρυφές  με το jet ski του αλλά σήκωσε κύμα και γυρίσαμε πίσω νωρίς. Και τώρα σηκώνει κύμα ο ίδιος, κάθε φορά που με βλέπει. Είναι αστείος και απλοϊκός σχεδόν αφελής. Με συγκινεί αλλά δεν θέλω να τον φιλήσω. Μ αρέσει απλά να τον κοιτώ. Μου θυμίζει τις παλιές αυτοσχέδιες ντισκοτέκ των νησιών που κάποτε χορεύαμε πίνοντας fruit punch σε ποτήρι τουλίπας μα που τώρα δεν θα ξαναπάταγα ποτέ το πόδι μου. Όσο κοντά κι αν πλησίαζα.

Σερφάρω στο ίντερνετ. Η θάλασσα πάντα στο βάθος και δεξιά η Σαλαμίνα, η τσίμπλα στο μάτι του Πειραιά,  που αχνίζει από την ζέστη. Χαζεύω μέχρι να περάσει η ώρα του πληκτικού μεσημεριού όταν ξαφνικά πέφτει στην αντίληψη μου μια εικόνα από την βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Μια δοκιμή πυρηνικών όπλων από τον στρατό των  Ηνωμένων Πολιτειών στο Bikini Atoll, Νησιά Μάρσαλ, στις 25 Ιουλίου 1946.Μενω με το στόμα ανοιχτό. Τι καταστροφή και πόση ομορφιά συνάμα. Κοίτα να δεις  τώρα: κάποιες φορές η ομορφιά μπορεί να είναι ειδεχθής, αποτρόπαια. Παρ όλα αυτά παραμένει ομορφιά.

Τσακωνόμαστε με μηνύματα, εκείνη λέει ότι θα είμαι πάντα ένα υπέροχο πυροτέχνημα που δεν κρατά ποτέ όσο θα ήθελε ο καθένας. Έχω γραμμένο τον καθένα. Εμένα με νοιάζουν μόνο αυτοί που ξέρω από τότε που έπινα Johny με κόκα κόλα σε ψηλό. Είναι Αύγουστος και κάνω ότι θέλω δεν έχει όρια ο μήνας αυτός ούτε ομφάλιο λώρο. Μιλάω πάλι φωναχτά και λέω όσα σκέφτομαι, χωρίς φόβο, ξέροντας πως οι άνθρωποι για να μας πλησιάσουν θέλουν μπόσικα και όχι απαγορευτικά.

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2015

JuNe FoOtAgE

Αφήνω χαρτάκια στον εαυτό μου, να μην ξεχάσω, γιατί συνέχεια ξεχνώ. Με διατάζω με γράμματα που μοιάζουν σαν μπερδεμένα κορδόνια,  να ποτίσω τα λουλούδια το βράδυ , να κατεβάσω τις τέντες,να πάρω χυμούς και φαί στην Μιλού. Υπάρχει μια αναμπουμπούλα στην χώρα. Μέσα ή έξω από την ευρωζώνη, κόσμος αχώνευτος  με ξεπλυμένα χρώματα στις μακό του μπλούζες  συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στο αιθαλές Σύνταγμα, καθώς εγώ τον αποφεύγω κρυμμένη στο Ηρώδειο ακούγοντας  την Τόσκα να τσιρίζει. Ένας σερνάμενος ηλεκτρισμός ακουμπάει τα μάρμαρα. Ίσως και λίγο την θυγατρική  της καρδιάς μου. Υπάρχει μια αναμπουμπούλα και στο ουράνιο μπλε. Σύννεφα σκούρα, γεμάτα θυμό  μας ποτίζουν συχνά με αφηρημένες βροχές μα ακόμα να ανθίσουμε.Την κατάπιαμε αμάσητη την άνοιξη αυτή. Μέσα ή έξω από το καλοκαίρι; Κανείς δεν αποφασίζει πια. Τρώω  μπεζέδες και πίνω παγωμένα νερά, να κάτσει η ζάχαρη στα δόντια, να κρυσταλλωθεί, σαν εκείνα τα παλιά καλοκαίρια μέσα μου. Από τον πίσω ακάλυπτο κάποιος καίει χόρτα. Η μυρωδιά του με μικραίνει τριάντα δεκαετίες. Ματώνει η μύτη μου και η βραχνάδα από την φωνή, της τότε νέας  μου μαμάς, τρυπάει  τα αυτιά μου. «Σήκωσε τα πόδια σου ψηλά, μαζί και το αριστερό σου χέρι, σαν να δείχνεις τα άστρα, έτσι θα σταματήσει το αίμα μοναχά». Και ξαφνικά το ιώδιο της μνήμης. Τα κύματα στην άμμο περά δώθε. Και γω πουθενά. Η θάλασσα μακριά μου αναστενάζει. Τα άκρα μου ακόμα λευκά. Σαν τους μπεζέδες στο κουτί. Καμία επαφή με το ιώδιο, καμιά ξεραμένη πάνω μου αλμύρα. Πρώτη φορά έτσι, πρώτη φορά τόσο. Τόσο πολύ μακριά από αυτήν.But who cares? Ο κόσμος ανάβει τα φώτα του πάνω μου και με τυφλώνει.Βράδυ πρωί με φώτα αναμμένα πέφτει πάνω μου χωρίς μπαρντόν ή συγγνώμη. Ξέρει μόνο να ζητά και να με αφήνει.Να κοιτάει  με προστυχιά και να  γλύφει την πάρτη του όπως οι γάτες τα πόδια και την ράχη τους. Φοβάμαι πως αρχίζω και τους μισώ. Τους αποστρέφομαι γιατί δεν είναι άνθρωποι πια και δεν πρέπει να καταλάβουν ότι το ξέρω. Κανείς δεν είναι άνθρωπος πια. Δεν ξέρω τι είναι. Ξέρω μόνο πως άρχισε να  ματώνει η μύτη μου ξανά όταν τους συναντώ για αυτό τους αποφεύγω. Βραδιάζει αργά, ταΐζω τις γάτες της γειτονιάς μου και νιώθω πάλι μέσα μου καλά. Και ευγνώμων, κι  ας έχω τον Ιούνιο  στα τελευταία του χωρίς μια θάλασσα να με ξενυχτά. Έχω εσένα και μένα. Έχω εμάς.
Ξημέρωσε. Ο ήλιος παλαβωμένος  τρυπάει το στέρνο μου μέσα από τις γρίλιες κάθε πρωί μα δεν ουρλιάζω. Απλά ανοίγω έντρομη τα μάτια μου γυρνώντας του πλευρό. Συνεχίζει αμείλικτος όπως και η ζωή. Τρυπάει  με εκείνη την μικρή ηλιαχτίδα την λευκή μου ωμοπλάτη  και φτάνει μέχρι την οροσειρά της σπονδυλικής μου στήλης. Με πονάει, με καίει, με κάνει να ιδρώνω πάνω στα λευκά ατσαλάκωτα σεντόνια μου χωρίς κλάμα. Βουβά. Λένε πως  μπορεί  ο κόσμος να είναι κωμωδία για όσους σκέφτονται και  τραγωδία για όσους νιώθουν  και χωρίς να ξέρω που ανήκω  θα ήθελα να  πω μονάχα πως η μύτη μου ματώνει ακόμα κάποια πρωινά και αντί να θυμάμαι την συμβουλή της  μαμάς να δείχνω τα άστρα κάθομαι στα γόνατα και παρακαλώ. Παρακαλώ τον κόσμο να σβήσει τα φώτα του.

Δευτέρα, Μαΐου 11, 2015

CoRoNa BoReALiS


Μεγάλωσα με τον Corona borealis στο βλέμμα. Ενηλικιώθηκα στο μπούστο της νύχτας, κάτω από θερινά σινεμά μαζί του με παλιές ταινίες του 60. Μέθυσα με όλο το αλκοόλ που μου πρόσφεραν σε νυσταγμένα πανηγύρια νησιών μπερδεύοντας την Αριάδνη με την Elizabeth Taylor μη ξέροντας ακόμα για την ουλή του έρωτα. Αντάλλαξα φιλιά εφηβικά κάτω από το βλέμμα του, τραγουδώντας γύρω από αναμμένες φωτιές σε παραλίες με θάλασσα σαν μελάνι και καύκαλα σουπιάς. Αδίκησα τον εαυτό μου, ούσα πολύ αυστηρή, σε κάθε νέο μου ξεκίνημα. Πήγα ταξίδια μαζί του με όλα τα μέσα, σε όλες τις νύχτες της Ευρώπης. Γύρισα αγκαζέ με εκείνη την κορόνα όλα τα νησιά της πατρίδας μου,  περιμένοντας τις μπλε ώρες να ρθουν για να ανατείλει. Σχεδόν τον άγγιξα στις κορυφές των πιο ψηλών βουνών, με αποτέλεσμα μια Αυγουστιάτικη νύχτα να χάσω σε δυο δάχτυλα τα δαχτυλικά αποτυπώματα μου. Έγραψα στα ημερολόγια μου για αυτόν σαν να ήταν εραστής μου, τον παρατήρησα με φίλους μόνη ή σε γιορτές όλα τα απύθμενα καλοκαίρια της ζωής μου. Βγάζοντας λοιπόν την τρίτη λευκή τρίχα στα μαλλιά μου και μετά από τρομερές πιέσεις και αλλαγές στην στενάχωρη καθημερινότητα μου, είχα την ανάγκη να κοιτάξω και πάλι ψηλά. Να δημιουργήσω μια λαμπηδόνα, μια ελπίδα που θα με έκανε να αλλάξω την οπτική στο βλέμμα μου. Είχα την ανάγκη να φτιάξω τον αστερισμό που τόσο αγάπησα για να μπορώ να τον χαζεύω. Να τον καρφιτσώσω στο δωμάτιο μου ή οπουδήποτε αλλού για να μπορώ να σηκώνω τα μάτια μου ψηλά και πάλι ακόμα και τις πιο σκούρες  νύχτες. Να τον κρεμάσω όπως κρεμάει κανείς τα σκουλαρίκια του ή τα καινούργια του φωτιστικά. Είχα ανάγκη από μια κορώνα που δεν μου την έδινε κανείς. Κι έτσι έφερα συμβολικά  τα 6 πιο λαμπερά αστέρια του, μέσα από την δική μου οπτική, κοντά σας.



Έκθεση Κολάζ
της
Άννας Δημητρίου

 “CORONA BOREALIS”

28 Μαΐου έως 10 Ιουνίου 2015

Βρυσάκι, Χώρος Τέχνης & Δράσης


Βρυσακίου 17, ΠλάκαΣυμμετοχή: Τίτα Μπονάτσου
                                 
Επιμέλεια έκθεσης: Άννα Χασανάκου

Εγκαίνια: Πέμπτη 28 Μαΐου, στις 19.30

Διάρκεια έκθεσης: 28 Μαΐου - 10 Ιουνίου 2015

Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά, 11.00 - 20.00