Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα πως είμαστε και πάλι δύο. Ότι δεν έφυγες ποτέ από δω. Ούτε από μέσα μου. Και ότι το κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας εξανεμίστηκε. Κι έπειτα ξύπνησα με μια αβάσταχτη θλίψη, γιατί ούτε είσαι πια εδώ, ούτε θα αντικατασταθείς ποτέ από κανέναν.Αφρικάνικη σκόνη, νύχτες με jazz ακούσματα και βαριά ποτά νερωμένα με δάκρυα.Σε ψάχνω παντού λες και ζεις εδώ. Ακόμα να καταλάβω πως είσαι ένα ψέμα που προσπαθεί να πει αλήθειες.Χαλασμένα φανάρια. Το πρώτο μας ραντεβού δίπλα σε μια σήραγγα όμβριων υδάτων. Σκληρό ραντεβού. Και γω, μου είπες μετά, ο πιο σκληρός άνθρωπος που γνώρισες ποτέ. Μίλα μου. Μίλα μου τουλάχιστον .Είμαι μέσα σε σκοτάδια για μήνες τώρα. Δεν πρέπει να πω τίποτα, δεν πρέπει να κάνω τίποτα. Δεν ξέρω καν σε τι χρησιμεύω.Απότομες νεροποντές χωρίς ήχο. Νέα φωσφοριζέ χλόη. Μυρωδιές μελιού και κρίνου. Η άνοιξη έτρεξε κατά πάνω μας και μας μάτωσε τα ρουθούνια. Θα θελα και γω να περπατήσουμε απόψε παρέα την πόλη, αλλά η βάρδια μου τελειώνει αργά και το μυαλό μου γεμάτο εκδορές θα ψάχνει εντατικά μαλακά μαξιλάρια.Στο μουσείο Μπενάκη αγκαλιάζω με τιτάνια λαχτάρα ένα φίλο που είχα χρόνια να δω. Βλέπουμε ξανά την έκθεση του Τσαρούχη. Κι όσο παρατηρώ τον "έρωτα με τις ψηλές κάλτσες και τα δίχρωμα παπούτσια", τόσο καταλαβαίνω πως μέσα μας έχουμε τον συνωστισμό όλων αυτών που μας άφησαν, αλλά είναι ακόμα εδώ.Σαββατόβραδο δίπλα στην θάλασσα. Λιμανάκια βουλιαγμένης. Το φεγγάρι βαρύ και σχεδόν ολόγιομο με καταριέται. Παρκάρω το αμάξι σε μια ερημική παραλία και σκέφτομαι την συγκλονιστική ερμηνεία του Colin Firth στην τελευταία ταινία του Τομ Φορντ. Δεν αντέχουν όλοι με όλα. Με πιάνει εκείνος ο μεγάλος παρασιτικός φόβος, τον θυμάσαι; Φυσάει δυνατά και το κύμα ακούγεται θυμωμένο. Σε κάτι μικρούς αμμόλοφους αποφασίζω να κατουρήσω. Κανείς δεν με βλέπει. Μόνο η θάλασσα και ίσως κι ο νεκρός γκόμενος του George Falconer.Πριν βάλω την ασπροκόκκινη πλεξούδα του Μάρτη στον δεξί καρπό θα θελα να σου πω πως η αγάπη είναι για κράσεις γερές. Καραμπινάτες. Γιατί κανείς δεν θέλει να αγαπήσει, όλοι θέλουν να αγαπηθούν.
Ξημέρωμα Δευτέρας. Μυρίζουν πρωινό τα μαλλιά μου. Ύπνο και παιδική κρέμα. Τα πιάνω ψηλά με ένα λαστιχάκι. Έτσι ξεκινά η μέρα μου κι με ένα χαπάκι μισό. Τα ρούχα μου ζεστά. Με τους μηρούς σαν ανοιχτό ψαλίδι κοιτάζω έξω από το δωμάτιο την μέρα. Ντύνομαι χοντρά και βγαίνω έξω. Λατρεύω τον ουρανό που γίνεται υγρός και λουφάζει μέσα σε νερόλακκους στη μέση της ασφάλτου. Και τότε αρχίζει ξαφνικά να βρέχει ξανά και συ αναρωτιέσαι από πού έρχονται οι ψιχάλες αυτές. Από τον πάνω ουρανό ή από την αντανάκλαση του μέσα στους τεράστιους νερόλακκους; Κι έπειτα έρχεσαι κι όλες οι λέξεις είναι ένα ψέμα. Θα αρκούσε να κοιταζόμαστε. Στο βλέμμα σου στάζουν όλες οι διαδρομές πριν από μένα. Υψοφοβικές διαδρομές. Αετοράχες. Μετέωρα γεφύρια και κάθετοι βράχοι, μολυσμένοι ουρανοί χωρίς γαλάζια ξέφωτα και κάπου εκεί, στην μέση του πουθενά, σπαρμένοι οικισμοί. Μου χαμογελάς όπως πάντα. Μου χαμογελάς με εκείνο το ίδιο χαμόγελο που ξεφτίζει στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες σου. Σε κοιτάω βαθύτατα και σκέφτομαι πως μοιάζεις με έργο τέχνης, και όπως όλοι ξέρουμε η τέχνη αναζητά την μαγεία. Δεν μπορεί τις μπροσούρες.Τρίτη βράδυ. Σε ένα μακρύ διάδρομο τακούνια πιέζουν αδιάκοπα το πάτωμα. Υπάρχουν ήχοι που μας ξεπερνούν. Ήχοι βγαλμένοι από αντικείμενα που επαναστατούν. Όπως ένα πόμολο που πέφτει γιατί κουράστηκε να στέκεται σε εκείνη εκεί την πόρτα, ένα τακούνι που σπάει ξαφνικά γιατί δεν αντέχει πια όλο αυτό το βάρος. Έγνοιες έχω, ναι, πάνω από τρεις. Έχω πολλές. Έχουν κατοικήσει όλες την αριστερή ρυτίδα δίπλα στο στόμα μου. Αναπόφευκτο. Στο σχόλασμα θα σου πω τα ονόματα που έχω δώσει στα δάχτυλά μου. Κι η νύχτα σκοντάφτει πάνω μου και φεγγίζει το φεγγάρι ,μισό, στις ρίζες των μαλλιών μου. Και πάλι εσύ πίσω μου να φωσφορίζεις από την χλομάδα. Και πάλι εγώ μπρος σου να μην μιλώ καθόλου για μένα. Και το να μην μιλάει κανείς για τον εαυτό του, όπως όλοι ξέρουμε, είναι μια μορφή εκλεπτυσμένης υποκρισίας.Τετάρτη Απόγευμα.
Η βροχή μας αναζητά. Τρέχει με δύναμη ξοπίσω μας και μας υγραίνει τον ακάλυπτο αυχένα. Χωνόμαστε σε ένα λιλιπούτειο καφέ. Σταυρώνεις τα χέρια σου. Το αδιάβροχο σου γλιστρά στα πόδια σου. Στην αριστερή γάμπα έχει φύγει ένας πόντος στην κάλτσα, το μικροσκοπικό αυλάκι του πάλλεται μέσα στο φως. Κι εγώ καθισμένη στην άκρη μιας τυχαίας καρέκλας σε παρατηρώ και μου φαίνεσαι τόσο αδύναμη, μέσα κι έξω. Μα όπως όλοι ξέρουμε οι αδύναμοι δεν είναι πάντα ένας αδύναμος ρόλος. Κάποιες φορές η αστάθεια τους είναι παγίδα.Αύριο βράδυ, βαλμένη κάπου στο ακαθόριστο. Εντελώς ορατή μουλιάζω ολόκληρη από αυτά που βλέπω. Καταπίνω το σάλιο μου και με πιάνει κάτι σαν πυρετός. -Κι όλα αυτά που ήμουν έτοιμος να σου δώσω;-Εγώ είμαι μια κλέφτρα αγαπητέ, δεν μου αρέσουν τα δώρα που πέφτουν από τα χέρια!
Κάνει κρύο στην πόλη σου. Όλα παγωμένα. Μπλε Γενάρης εδώ και το δέρμα μου τελείως τεντωμένο τεμαχίζει κάθε μυ που πάει να συσπαστεί καθώς σε αντικρίζω. Κουτσοπίνουμε αχνιστό τσάι, μασουλάμε βουτήματα και σοκολατάκια. Συζητάμε και τουρτουρίζουμε. Σε ερωτεύομαι βαθιά. Μέχρι τις μέσα μου ουλές. Τόσο βαθιά. Μου φιλάς τα χέρια. Το χνώτο σου πάνω τους μυρίζει κάρδαμο και μέλι.Το βράδυ σε υποφωτισμένα καφενεία μεθάμε με ρώσικα λικέρ ή κονιάκ με χιλιάδες άστρα.Ένα ζευγάρι που θυμίζει εμάς χορεύει στην άκρη του δρόμου βαλς. Βαριά παλτά λερώνουν τις άκρες τους σε χιονισμένα πεζοδρόμια, το λικέρ χύνεται πάνω μου ύποπτα, τα μυτερά στήθη μιας σερβιτόρας περάνε επιδεικτικά από τα μάτια μου και η βροχή ακόμα μέσα στο μυαλό μου, από προχθές, σιγανή και επίμονη μουρμουρίζει να τρέξω να σε βρω. Και η νύχτα όλο και χώνει τις καρφίτσες της στο δέρμα μου. Σε αναζητώ παρόλο που σε έχω εδώ. Σκαρφαλώνω πάνω σου και σημειώνω ότι βλέπω. Τα μαλλιά σου έχουν γκριζάρει πολύ από την τελευταία φορά. Τα δικά μου έχουν απλά μακρύνει. Το σπίτι σου με τα φώτα αναμμένα κάθε βράδυ, σαν καράβι, μας πάει εκεί που όλα είναι ανέγγιχτα, και μείς με βία τα σπιλώνουμε και τα κάνουμε δικά μας μέσα από συγκρούσεις σωμάτων και μικροσκοπικών ήχων. Είμαι το μαγικό σου γλυκό που όσο το τρως πληθαίνει. Κοιμάμαι και ξυπνάω μαζί σου γιατί σε θεωρώ σπουδαίο πέρα από διάσημο. Σε βάζω και σε βγάζω από μέσα μου με την ίδια ευκολία που θα είχα και σε ένα άλλο δωμάτιο, πιο δικό μου. Προτιμώ όμως αυτό το δωμάτιο, όπου κανείς άλλος μαζί σου, εδώ, δεν είχε ολοκληρώσει τον ύπνο του. Νοιώθω συνεπαρμένη. Αυτό το συναίσθημα είχα να το αισθανθώ από τότε που ήμουν μικρή και με έντυναν Ελλάδα στο σχολείο. Στο απέναντι μπαλκόνι ξημερώματα Κυριακής μια κοπέλα καπνίζει ένα τσιγάρο αμφιβόλου ποιότητας και τραγουδάει. Είναι τυλιγμένη με το πάπλωμα της. Μοιάζει με γιγάντιο κουκούλι. Την παρατηρώ με μια θαμπή μελαγχολία και σκέπτομαι πως συγκατοικούμε πάντα με αυτούς που μας ξεσηκώνουν, που μας δίνουν προοπτική που μας κουράζουν και μας χαλαρώνουν ταυτόχρονα .Που η έλλειψη τους μας κάνει να βγαίνουμε στην ζητιανιά. Αποτελούν έναν «τρόπο» και όχι έναν «τόπο» κατοίκησης και αυτό με εξιτάρει ακόμα πιο πολύ.Επιστρέφω σαν μεγάλο «αχ» στην πόλη μου. Στιλπνός ουρανός και τα σύννεφα σαν δαχτυλίδια καπνού από κάποιο περαστικό τσιγάρο. Η ακρόπολη σαν άγια τράπεζα των αιώνων και ο γλυκός μου γερασμένος Υμηττός παρατηρεί με τα κιάλια το κρυμμένο θαυμαστικό των ματιών μου και τα καράβια που χάνονται στο βάθος του Σουνίου.Η ζωή μας, από την γέννηση ως το θάνατο, είναι γεμάτη συγκρούσεις και μεις σε όλη αυτή την πορεία ζούμε προσπαθώντας να τις αποφύγουμε και αυτό γεννάει ακόμα περισσότερες.
Αλλόκοτος καιρός. Ψευδαίσθηση ενός αποδυναμωμένου καλοκαιριού. Θα ήθελα να ζήσω ανατολικά. Επιθύμησα τις εποχές. Τις πρώτες μέρες του χρόνου, ανηφόρισα στα ορεινά σημεία της Πελοποννήσου να φτάσω τον χειμώνα. Να τον ξυπνήσω γιατί μου έλειψε, αν και ποτέ δεν τον χώνεψα. Μαίναλο. Ζήρια. Δάση με έλατα. Ομίχλη και πεζοπορία με κεφάλι σκυφτό. Ο νέος χρόνος με τράβηξε κοντά του απότομα. Με έχωσε μέσα σε μια φύση πιο πράσινη από όσο θα έπρεπε. Δροσοσταλίδες για κρέμα ημέρας. Το πρόσωπο μου μυρίζει νωπό χώμα. Κάτω από ένα απομεινάρι βελανιδιάς άφησα το φωτοστέφανο του πανικού και την μικρή αλυσίδα της ουτοπίας του εφήμερου που είχα κρεμασμένη στον λαιμό. Ιαματικά φυτά για τροφή. Ψευδαισθήσεις όλα. Τα βράδια δίπλα στην φωτιά καίμε τις ιστορίες που δεν μας χώρεσαν. Και κάποτε όταν το βλέμμα μας ανταμώνει τον Κορινθιακό κόλπο σου ψιθυρίζω με άφθονο κρασί στο αίμα πως βλέπω τον χάρτη του ουρανού να αλλάζει. Ξημερώνει αργά και από την πλατεία της Δημητσάνας οι κορυφές των βουνών πετάγονται άξαφνα μπροστά μας όπως τα χέρια των καλών μαθητών στην τάξη.Στους λόφους της πόλης μια μαστουρωμένη άνοιξη παραμιλά. Νυχτώνει και κατεβαίνω ήσυχα μέσα στο βραδινό αεράκι σε μέρη παρακμιακά. Θυμάμαι τα πάντα. Ακόμα και αυτό που υπήρχε πριν από μας. Μαζί σε όλα, ουρλιάζουμε τις λέξεις γνέφοντας στους σερβιτόρους να μας γεμίζουν τα ποτήρια μόλις αδειάζουν, και σκέφτομαι πως το τέλος δεν θα έρθει γιατί είναι ήδη εδώ. Αεροπλάνα με ανυποψίαστους επιβάτες πετάνε πάνω από το κεφάλι μας καθώς η πόλη γίνεται όλο και πιο άσχημη και οι συναντήσεις μας μου αφήνουν στα σπλάχνα την έντονη επιθυμία να εξομολογηθώ. Έχω ακόμα το άρωμα σου στη σάρκα μου. Κατεστραμμένη σάρκα, ερείπια στα βάθη μου, που μέσα τους ανθίζουν χορτάρια. Οι άνθρωποι καταστρέφουν τα πάντα. Έτσι πάει μπροστά ο κόσμος.Λυκαυγές μιας νέας δεκαετίας και εγώ με μια χλωμή σελήνη γλείφω ότι με στοίχειωσε. Πίσω μου γραμμές γυμνοσάλιαγκα παίρνουν σχήματα πελώριων κύκλων. Άνθρωποι περνούν δίπλα μου, απέναντι μου, με προσπερνάμε μέσα από τα αυτοκίνητα τους. Άνθρωποι που δεν θα μάθουν ποτέ τίποτα για μένα. Η μέρα δεν είναι παρά μια σύντομη ανάπαυλα ανάμεσα σε δυο νύχτες. Μου μένουν ακόμα πολλά να κάνω.