Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

ΜαΚάΡι Να ΧιΟνΙζΕ τΩρΑ


Το καφέ μικρό. Τα τζάμια θόλωσαν αμέσως, με το που μαζεύτηκε ο κόσμος. Μικρά τραπέζια. Πέντε άτομα ξεδιπλώνουν τους χάρτες τους και το όνειρο χαράζει πορεία. Πειραματικά σχέδια για ντοκιμαντέρ,πιθανά σενάρια για ερασιτεχνικές ταινίες,μαρτυρίες,αναδομήσεις κοινωνιών,αλλαγή της πόλης,Δεκεμβριανά υπολείμματα. Κάμερες, φακοί,γωνίες λήψης, ρόλοι. Κόντρα κάμερες,φώτα, υποτιθέμενες δομές. Κι όμως, εγώ δεν είμαι εκεί. Τα μάτια μου στυλωμένα έξω,βαστάνε όλο το βάρος της πόλης. Φλερτάρουν, με εκείνη εκεί, την κούκλα της απέναντι βιτρίνας .Αν κάποτε ζωντάνευε θα ήθελα να της δώσω το τηλέφωνο μου. Είμαι αλλού. Αφηρημένη και αηδιασμένη από τα ίδια μου τα όνειρα. Αν και ξέρω που βάζουν τα παιδιά τα ημερολόγια καταστρώματος, αν και νοιώθω τα κατάρτια να φτερουγίζουνε από πάνω μου,αν και βλέπω πως το πλοίο κινείται,δεν είμαι μαζί τους. Απλά χαμογελάω. Μακάρι να χιόνιζε. Τι συμβαίνει όταν δεν ευχαριστιέμαι τον καφέ μου,όταν βρίσκω τόση ομορφιά σε αυτό το πρόσωπο της άψυχης κούκλας; Ανατινάζω τις επιθυμίες μου,ουσα αυτοκαταστροφική. Ότι παθαίνω το αξίζω. Καμιά φορά σκέφτομαι, πως δεν απέχω και πολύ από όλα αυτά τα είδωλα που λάτρεψα στην μετά εφηβεία μου, και αυτά για αντάλλαγμα, με έβαλαν στο καρότσι τους με κουβάλησαν μέχρι εδώ και γεμάτα μαστούρα, ξεχείλωσαν τη μέσα μου μορφή. Δεν με αναγνωρίζω πάντοτε. Και τώρα τελευταία δεν με αναγνωρίζω ούτε όταν κάνω όνειρα. Επαγγελματικά κυρίως όνειρα .Η μέσα μου μορφή γεμάτη σούρες και αλλοιωμένα χαρακτηριστικά μοιάζει σάπια. Την ακουμπάω με το δάχτυλο σε στιγμές που ο κόσμος δεν βλέπει και νοιώθω πως το μόνο που της έμεινε είναι ο πόνος και ο χρόνος που σκληραίνει.Tην σκληραίνει και μοιάζει σαν το ζυμάρι που αφήνεις ξεχασμένο. Μακάρι να χιόνιζε τώρα. Το χιόνι καταργεί αυτή την μυρωδιά της νοθείας. Βγαίνεις έξω και τίποτα πια δεν μυρίζει σαν πορνείο ψυχής .Άνθρωποι τριγύρω μου απλωμένοι σαν νοσήματα .Πάω στοίχημα πως, όταν πάνε σπίτι τους, βλέπουν και αυτοί την μέσα τους μορφή ξεχειλωμένη,με σούρες, και δαγκώνουν τις αρθρώσεις των δαχτύλων τους .Μακάρι να χιόνιζε τώρα. Νοιώθω καλά εκεί έξω,σε αυτό το πολυβιταμινούχο κέντρο. Νοιώθω χαλαρή,για λίγο. Για όσο κράτησε το φως της μέρας σήμερα,κι έπειτα το φως της οθόνης του κινητού,και τέλος της οθόνης του υπολογιστή. Το φως που ζεσταίνει το μέσα μου μπετόν. Μακάρι να χιόνιζε τώρα. Θα το έσκαγα με εκείνη εκεί την κούκλα. Θα κρυβόμασταν στις στοές της πόλης και οι άλλοι με αναμμένες τις σειρήνες τους θα μας έψαχναν. Και το χιόνι θα κάλυπτε τα πάντα με αυτή την φοβερή σιωπή. Θα χανότανε ακόμα και το τόσο έντονο άρωμα μου, που βασανίζει πολλούς ,σαν αρρώστια που δεν περνάει .Και αφού θα πίναμε κονιάκ, άφθονο κονιάκ, κάτω από μεγάλες νταλίκες παρκαρισμένες εδώ και κει, θα με πήγαινε πίσω από τις πιο γνωστές βιτρίνες της πόλης και μεθυσμένες θα κοιτάγαμε το χιόνι. Θα κοιτάγαμε τον δρόμο, τα φώτα και τις νιφάδες να λιποθυμούν κάτω από αυτά,τον κόσμο και τα χνότα τους. Όλα πίσω από το τζάμι. Εκεί θα πάγωνε κι ο χρόνος μαζί με μας. Και οι άλλοι θα ψάχναν ακόμα να με βρουν. Κι όταν ξημέρωνε θα έριχνα εγώ την άγκυρα από το πουθενά,και ίσως τότε,να έβλεπα το όνειρο στα μάτια. Μακάρι να χιόνιζε τώρα.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

λΕκΤιΚά ΠαΥσΙπΟνΑ

Απογευματάκι και έχει νυχτώσει για τα καλά. Ήταν πάντοτε τόσο μαύρη η νύχτα;
Στην κουζίνα το ραδιόφωνο παίζει ένα κομμάτι των nirvana.Πίνω γάλα με σοκολάτα και έχω μπροστά μου τρία βιβλία. Μου θυμίζει τότε που πήγαινα σχολείο,στη θαλπωρή ενός σταθερού σπιτιού. Τέτοια ώρα απλά διάβαζες και όλα ήταν απόλυτα και συμφιλιωμένα με το ίδιο πρόγραμμα της κάθε μέρας. Δεν ήθελα να αλλάξω το πρόγραμμα μου λες και το ήξερα πως θα ερχόντουσαν μέρες φοβερών ανατροπών. Η ενηλικίωση είναι ένας μικρός θάνατος,το πρώτο χαστούκι μετά από αυτό του πατέρα.

I'm not like them/ But I can pretend/ The sun is gone/ But I have a light/ The day is done/ But I'm having fun/I think I'm dumb/ or maybe just happy /Think I'm just happy.

Αισθάνομαι μια περίεργη ένταση,με πιάνει αυτός ο φόβος της απόρριψης που με μπλοκάρει πάρα πολύ και κοντράρεται με την επιθυμία μου να ανακαλύψω τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω μου .Με στέλνει σε άλλους πλανήτες ιδεών και σκέψεων. Μερικές φορές αισθάνομαι σαν να έχω πάρει παραισθησιογόνα. Χωρίς γείωση στις γειτονιές του αύριο, του μεθαύριο.Μα που πας κορίτσι μου έτσι γυμνή;
Μη σε νοιάζει.Έχω ράγες εγώ, και πέρα από αυτές ,έχω και τις λέξεις σου.
my heart is broke/ But I have some glue/ help me inhale/ And mend it with you/ We'll float around/ And hang out on clouds/ Then we'll come down /And I have a hangover... /Have a hangover.

Δεν λείπει ο έρωτας από τις ζωές των ανθρώπων. Ψέματα. Ο έρωτας βρίσκεται εκεί έξω και είναι διαθέσιμος για όλους. Αλλά να σας πω την αλήθεια μου; Μην τα πολυπιστεύετε αυτά.
Skin the sun/ Fall asleep/ Wish away/ The soul is cheap/ Lesson learned/ Wish me luck/ Soothe the burn/ Wake me up.

Βρήκα στην είσοδο και πάλι γράμμα σου. Το έφερα σαν λάφυρο πάνω,μαζί μου. Το ρόφημα τελείωσε μαζί με τις λέξεις σου. Μου πέρασε και ο πόνος στο στήθος αφότου τελείωσα να το διαβάζω. Για την ανακούφιση των συμπτωμάτων των ψυχικών λοιμώξεων έχω τις λέξεις σου. Τις λέξεις σου που σαν καραμέλα τις διαλύω αργά στο στόμα μου κάθε δύο ή τρεις ώρες. Οι λέξεις σου μου χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή.
Εάν τα συμπτώματα επιμένουν τρέχω μέσα από παράσιτα ύπαρξης και σε συμβουλεύομαι.
Και τότε πίσω από υγρασίες αόριστου και βρεγμένων τζαμιών μου λες πως ένα σωστά αναλυμένο ερώτημα μπορεί να περιέχει την απάντηση του. Αδειάζω το μυαλό μου πάνω σου, όπως αναποδογυρίζει κάνεις την τσάντα του. Δε ντρέπομαι για αυτά που θα σου δείξω... Ντρέπομαι για αυτά που θες να δεις και δεν θα σου δείξω ποτέ. Αυτά που είναι σε μικρά μυστικά τσεπάκια και έχουν να κάνουν με πολύ προσωπικές μου ουλές. Θέλω να σου ανοίξω την ψυχή μου, όπως ξεκουμπώνω ένα πουκάμισο,ένα χοντρό παλτό και το αφήνω να πέσει απαλά στο πάτωμα,φανερώνοντας έτσι την γύμνια του κορμιού μου,αλλά δεν υπάρχει ο χρόνος. Μια νέα νύχτα μου χαρίζει το ντεκολτέ της και γω στο βάθος του ουρανίσκου μου έχω τις λέξεις σου, ακόμα κι έτσι είμαι χαρούμενη. Απλά χαρούμενη.
I'm not like them/ But I can pretend/ The sun is gone/ But I have a light/ The day is done/ But I'm having fun/ I think I'm dumb/ or maybe just happy /Think I'm just happy.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

ΕρΕίΠιΑ ΜέΣα Κι ΈξΩ


Μπλε μουδιασμένος ουρανός για αρχή. Και μετά ήλιος και φως, σαν άνοιξη,και λίγο σαν χυμός καλοκαίρι. Το φως που ζεσταίνει την πλάτη,κι ύστερα κρύο που παγώνει τα ακροδάχτυλα και κάνει την μύτη μου να κοκκινίζει. Ένας ξαφνικός θάνατος ενός συναδέλφου, που χρόνια ήξερα και αγαπούσα,λίγο πριν τα διόδια. Με μηχανή.Έπεσε με μηχανή,άρα σκοτώθηκε.Πλευρικοί άνεμοι τον ρίξανε στα βράχια. Άρα σκοτώθηκε.Ετών 32. Δεν έμεινε τίποτα, είπανε. Η κηδεία. Η συντριβή μαζί με την θλίψη. Ημέρες του Νοέμβρη, σκληρές, με σπασμένα κόκαλα και φλέβες αδειανές. Παρκάρω με βίαιες κινήσεις. Κινήσεις τέλους πριν καλά ,καλά ξεκινήσουν όλα αυτά που έπονται. Το ασανσέρ μουγγό και ασημένιο με καταβροχθίζει για 1 λεπτό. Ατέλειωτοι διάδρομοι. Θυμίζουν κλινική .Η πόρτα του τμήματος μου ανοιχτή. Χαμηλόφωνα οι λέξεις σέρνονται παντού. Καλησπέρες και γρήγορες συναλλαγές. Το air condition καίει στο φουλ,η δουλειά στα μοντάζ καλά κρατεί. Οι ρυθμοί ταχύτατοι,όπως πρέπει. Η Μ. ο Π. η Α. Και γω. Παιδιά που γεννηθήκαμε την δεκαετία του 70,καμπουριασμένοι από τις αμαρτίες άλλων δεκαετιών, αλλά καταβάθος γελαστά και αισιόδοξα. Παιδιά του μεταίχμιου. Βαδίζουμε στους διαδρόμους σαν αέρινες μάζες με εικονικά σανδάλια κοιτώντας σε ένα δυσδιάκριτο μέλλον. Επιτηρούμε τον άγνωστο κόσμο που όλο τσιρίζει από μακριά ,με παιχνιδιάρικη επιείκεια που μοιάζει με σοφία. Άλλοι φορώντας μυωπικά γυαλιά, άλλοι με καθαρά, μη συσκευασμένα βλέμματα. Κι έπειτα οι ρυθμοί χαλαρώνουν,πέφτει η νύχτα. Ο σταθμός ησυχάζει. Απραξία και αρκετό εσωτερικό χάος. Τριμάρουμε το IN και το OUT του χρόνου μας. Τον μοντάρουμε. Για να ομορφύνει κάπως,για να μικρύνει ανώδυνα. Να γίνει πιο ρυθμικός με περισσότερα εφέ. Με πονάει κάτι σήμερα κοντά στο μέρος της πλάτης,χαμηλά, εκεί που οι ώμοι αγγίζουν την σπονδυλική μου στήλη. Εκεί που κάποτε υπήρχαν φτερά. Μου φαίνεται ότι τον κουβαλάω στην πλάτη τον χρόνο σήμερα. Αργεί να κυλήσει παρ’όλη την φασαρία που κάνουμε για αυτό. Όλο γελάμε με την Τ. Αυτή η κοπέλα ξύνει την επιφάνεια μου τέτοιες δύσκολες ώρες και επιδεικνύει τα κομμάτια που επιπλέουν στο παχυλό υγρό της απραξίας. Ωραίες στιγμές μουσκεμένων ημερών. Απέναντι η γέφυρα της Αττικής οδού χαζεύει τις βουβές κινήσεις μας πίσω από το υποφωτισμένα τζάμια. Συνάζει στιγμές, κραυγές, απόγνωση, ξεφωνητά, ψέματα αίματα κι αρχίζει να μονολογεί. Άσκοπες πράξεις,μακρόσυρτα γέλια,πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν.
Δωμάτια χωρίς τέλος.
Μηχανήματα που ψιθυρίζουν λόγια ερωτικά μεταξύ τους όταν κλείνουν τα φώτα.
Φωνές ,κυνηγητά στους διαδρόμους.
Χάος,εσωτερική ανισορροπία.
Βάρδια 5-1.
Όλα είναι στον αέρα.
Ένας παιγνιώδης μετεωρισμός.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΙσΤοΡίΕς ΑπΟ τΟ δΑσΟς ΤοΥ bLoGsPoT- σΕ σΤάΣη ΕμΒρΥοΥ


Ο πεινασμένος λέοντας γρύλιζε ανάμεσα στα πόδια μου,απίστευτο κρύο σήμερα . Το φεγγάρι με κάποια δυστοκία έσκιζε την μήτρα της νύχτας, αργά,προς τα πάνω. Ο κύκλος της φωτιάς εκεί, και όλοι πάλι γύρω από αυτόν, περίμεναν την επόμενη περίεργη ιστορία. Μακρόσυρτα γέλια και ψίθυροι. Το λιοντάρι με οδήγησε λίγο πιο κάτω στην μεγάλη ιτιά. Κάποιος καθόταν μόνος και έγραφε. Κοντοστάθηκα χαμογελώντας από πάνω του. Του έδωσα το χέρι. Με κοίταξε για λίγο σαστισμένος.Δίπλωσε τα χειρόγραφα του και είπε, «θα ταΐσω εγώ τον χρυσοχαίτη λέοντα ,αλλά σε παρακαλώ πάρε και κράτα το μαχαίρι μου όσο θα διαβάζω». Πήρα το μαχαίρι και το έβαλα κάτω από την γαλάζια κάπα μου. Μας πλησίασε.Στάθηκα όρθια δίπλα του. Η ομήγυρη κάτι ψιθύριζε,σώπασαν γρήγορα. Το λιοντάρι γρύλισε δυνατότερα...

Πανσέληνος, 5 Nώε Εμβρύου 2006

Ο Νώε στήθηκε κάτω απ' την ιτιά. Ήταν το αγαπημένο του δέντρο σε ολόκληρο το Blogspot . Μια φορά το μήνα, σε κάθε πανσέληνο ερχόταν εδώ. Όταν το φως του φεγγαριού γίνεται τόσο δυνατό που ρίχνει σκιές στις γιγάντιες ρίζες της στο έδαφος και όταν τα κρεμασμένα κλαδόφυλλα της μοιάζουν να χορεύουν στο βραδυνό αεράκι. Σε κάθε πανσέληνο, ο Νώε βγάζει τα ρούχα του, σαν αρχαίος σαμάνος, τελετουργικά. Τα τοποθετεί προσεκτικά διπλωμένα σε μια μικρή εσοχή κοντά στη ρίζα της ιτιάς. Μένει γυμνός και απαγγέλλει τα ποίηματά του κάτω από τον φυσικό προβολέα στον ουρανό. Γυμνός με ένα μάτσο χαρτιά στο χέρι. Κανείς δεν ξέρει ποιος νομίζει ότι τον βλέπει. Κανείς δεν έμαθε ποτέ σε ποιον μπορεί να απευθύνεται φωνάζοντας προς τα πάνω. Όταν ήμασταν παιδιά τον παραφυλάξαμε μια δυο φορές αλλά δεν καταλάβαμε και πολλά, ούτε απ' αυτά που διάβαζε ούτε γιατί αγκάλιαζε τον αέρα σα να χόρευε με κάτι αόρατο. Με τον καιρό, πάψαμε να τον παρακολουθούμε. Ούτως ή άλλως κάνει πάντα το ίδιο: μετά ανάβει μια μικρή φωτιά και κοιμάται σχεδόν αγκαλιάζοντάς την, σε στάση εμβρύου, μέχρι το πρωί. Κάθε μήνα. Κάθε εποχή. Σε κάθε πανσέληνο. Και είναι πάντα εκεί όταν γεμίζει το φεγγάρι. Μπορεί όλες τις προηγούμενες μέρες που μεσολαβούν ανάμεσα στις δυο πανσελήνους να γράφει και να σβήνει, να σκίζει και μετά να ξαναμαζεύει τα κομματάκια του χαρτιού από τη λίμνη πριν ξεθωριάσει η μελάνη, πάντοτε όμως φροντίζει να έχει τουλάχιστον ένα ποίημα στην ώρα του. Στην ώρα του φεγγαριού.

Απόψε το βράδυ ο Νώε πλησίασε και πάλι την ιτιά. Έκανε μια ελαφριά ψύχρα και αν κι είχε ντυθεί με τα συνηθισμένα του μάλλινα ρούχα, ανατρίχιασε στην ιδέα ότι θα τα έβγαζε. Είχε και τα δυο χέρια στις τσέπες. Το ένα του χέρι κρατούσε στα ζεστά ένα ποίημα που είχε γράψει μόλις το μεσημέρι – αυτό το μήνα η έμπνευση του είχε φερθεί σκάρτα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως ύστερα από τόσα χρόνια που είχε αποκτήσει αυτή τη συνήθεια, ότι την είχε κατακτήσει την έμπνευση, ε! Αλλά δεν ήταν έτσι: αυτόν το μήνα τον είχε περάσει παλεύοντας με τους δαίμονες που του την είχαν απαγάγει. Κάτι πρόστυχες μορφές καλοζωισμένες, που έσπερναν αφύσικα αρώματα στα χωράφια, μέταλλα μέσα στην ξυλοφωτιά του, μαύρες κηλίδες στη θάλασσα όπου πήγαινε να κολυμπήσει, γυμνές γυναίκες στα όνειρά του. Τον τρέλαιναν αυτά τον Νώε. Ξύπναγε μέσα στην αφέγγαρη νύχτα σαν υπνοβάτης και έψαχνε παρηγοριά στο παλιό θερμοκήπιο όπου η γυναίκα του είχε φυτέψει εκείνα τα παράξενα φυτά που τα καπνίζανε μαζί πριν φύγει απ' τη ζωή του. Συνήθως κοιμόταν εύκολα μετά. Τα βράδια, ήταν το μόνο που ζητούσε πια.

Ο Νώε ήταν 38 χρονών. Ούτε θυμόταν πόσες πανσελήνους είχε δει κάτω απ' την ιτιά, πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που έχασε εκείνη, πόσα ποιήματα είχε γράψει – ήταν και μήνες που έγραφε περισσότερα από ένα.
Απόψε όμως, πλησίασε με βήμα διστακτικό το δέντρο – επειδή είχε μόνο ένα χάρτινο ποίημα στην τσέπη του; «Είναι μυστήρια πόρνη η έμπνευση», σφύριξε μέσα απ' τα δόντια του πλησιάζοντας στην ιτιά, χαϊδεύοντας τα φύλλα της. «Θέλει κόλπα μυστήρια, δώρα και καλοπιάσματα για να σου ξεδιπλωθεί». Έτσι ψιθύρισε ο Νώε. Έβγαλε τα ρούχα του όπως κάθε φορά. Μόνο που τώρα δεν τα δίπλωσε, τα ακούμπησε βιαστικά παράμερα, να μην τον εμποδίζουν. Έτρεμε απ' το κρύο και το χαρτί στο χέρι του επίσης. Ευτυχώς, ήταν μόνο ένα ποίημα, δεν θα αργούσε να το απαγγείλει, να χορέψει τον τρελό του χορό και να ανάψει φωτιά με τα κλαδάκια που είχε μαζέψει σε μια άκρη. Τεντώθηκε. Και κοίταξε ψηλά στο φεγγάρι. Πάντα εκεί. Αυτό τουλάχιστον, δεν τον πρόδωσε ποτέ. Μετά άφησε το χαρτί να πέσει. «Τι σημασία έχει;» μονολόγησε, «ούτως ή άλλως, από το μεσημέρι το έμαθα απ' έξω το ποίημα».

Κληροδοτώ με συμφορά χνάρια – μνημεία του περάσματός μου. Συσσωρεύω τις ατελείωτες φράσεις των νεκρών στα εχθρικά μου χέρια και ψάχνω τη διαταγή που θα με λυτρώσει. Η περιπλανώμενη νεράιδα πνίγηκε στο νου της. Πάνω της πέσανε οι προαιώνιες μοίρες. Πλάγιασε φοβισμένη στη φτερούγα του Χάρου και με φυλάκισε μέσα στην κόρη του ματιού της, καταδικάζοντάς με να βλέπω δακρυσμένα τις άσημες σημασίες της ζωής και τις άτιμες τιμωρίες της αγάπης. Μέχρι να συγκρουστώ με τα απομεινάρια της σκέψης. Μέχρι να με εκδικηθώ για την ανύπαρκτη ύπαρξή μου.

Ο Νώε μάζεψε τα ξύλα στο συνηθισμένο του μέρος στο ξέφωτο κάτω απ' την ιτιά, που απ' τα χρόνια είχε μείνει πια χέρσο. Τα άναψε με ένα δαδί που είχε φέρει από το σπίτι. Όταν η φωτιά άρχισε να φουντώνει, έριξε σε αυτή τα ρούχα του πρώτα και μετά το χαρτί με το ποίημα. Καθισμένος οκλαδόν μπροστά της, το κοίταζε να χάνεται στις φλόγες σιγά, σιγά. Τότε είδα να λάμπει, ακουμπισμένο δίπλα του ένα μαχαίρι. Στις τελευταίες αναλαμπές της φωτιάς, ο Νώε ξάπλωσε απαλά μέσα στο αίμα του που πότιζε το χώμα, μπροστά στις φλόγες που τρεμόπαιζαν. Σε στάση εμβρύου.


της Mantalena Parianos