Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

SοLuS cReAs


Ξύπνησα με τον Νοέμβρη στο κρεβάτι μου. Τα μαλλιά του μυρίζανε χρυσάνθεμο και καμένο ξύλο. Τράβηξα με βία τις κουρτίνες να δω το πρωινό. Με τόση βία, σα να έσκιζα τα ρούχα κάποιου. Ο Νοέμβρης είναι σκληρός μήνας,το λέω κάθε φορά που βλέπω την πλάτη του στα λευκά μου σεντόνια. Του προσάπτω πένθη και αρρώστιες,χωρισμούς και μπαγιάτικο πόνο. Του προσάπτω περίεργα τρέιλερ λιακάδας, χαμηλά βαρομετρικά και βιαστικά απογεύματα .Είναι ακραίος, σαν τις βάρδιες μου, γιατί κοροϊδεύει τα φυτά της βεράντας μου και τα παρασέρνει σε αναπάντεχη ανθοφορία, ενθαρρύνει το ζώδιο του Σκορπιού,και με τραβάει πρώιμα, πίσω από τα ράσα των 3 Ιεραρχών ακουμπώντας παλιές μελανιές. Κάθε φορά με σκορπάει άσχημα ο μήνας αυτός. Το μόνο που με σώζει είναι η ανάβαση στο φεστιβάλ της άνω πόλης. Η μόνη καλή μνήμη και συναναστροφή που έχω κρατήσει από το μήνα αυτό,πέρα από το φεστιβάλ, είναι αυτή των χρυσανθέμων. Χρυσάνθεμα. στα βάζα και στις ζαρντινιέρες της μητέρας,ζωγραφισμένα σε παλιούς πίνακες στο σαλόνι της θείας μου σε κάποιο παλιό σπίτι του τότε. Χρυσάνθεμα όλων των ειδών και όλων των χρωμάτων, θυσιάζαν το κορμί τους σε μπουκέτα. Αγγελικούλες και Μιχάληδες με πολλά λιπαρά στα χείλια και φρεσκοβαμμένα όνειρα δέχονταν τότε ,αλλά και τώρα ακόμα,αυτά τα μπουκέτα που το άρωμα τους έχει στιγματίσει αιώνια το βάθος των σκοτεινών μου ρουθουνιών. Από την άλλη ανυπομονώ να σκαρφαλώσω στην Θεσσαλονίκη και πάλι. Να φέρω πίσω υγρασίες που χρειάζεται η μελάνη και αποσπάσματα προτάσεων και εικόνων βουτηγμένων μέσα στην αχλύ της. Το γαλακτώδες φως των δρόμων της μπαίνει ανατριχιάζοντας στο σιωπηλό δωμάτιο της μνήμης τέτοιες ώρες. Θυμάμαι την κουβέντα της Κ. σε εκείνο το σιντάδικο-στέκι, δίπλα στο Ολύμπιον. «SOLUS CREAS», μόνος δημιουργείς. Την κάθε στιγμή,μόνος τη δημιουργείς. Αρχίζω να πυκνώνω μέσα μου ξανά. Νοιώθω καλά και πάλι για αυτό. Το φως του δωματίου που γράφω είναι χαμηλό. Έξω έβαλε ξαφνικό χειμώνα και αχνό χνώτο. Η πόλη σε χειμερία νάρκη. Ησυχάζω μαζί με τη νύχτα και προσπαθώ να αναπνέω αργά,κρατώντας σημειώσεις στο περιθώριο. Αφήνω ότι με πληγώνει από την καθημερινότητα των βιασμών και της παιδείας. Καταγράφω είδη χρυσανθέμων και ανακουφίζω μικρά πονάκια στην καρδιά,βράζοντας και πίνοντας το χρυσαφένιο τους ζουμί. Την εποχή αυτή μπορεί κανείς να παρατηρήσει σχετικά εύκολα το μακρινότερο ουράνιο σώμα που είναι ορατό με γυμνό μάτι από τη Γη μας, τον «κοντινό» γαλαξία της Ανδρομέδας. Τόσα όμορφα πράγματα μέσα και έξω, παρόλη την σκληράδα αυτού του μήνα. SOLUS CREAS. Μόνος δημιουργείς.

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

ΜιΑ ώΡα ΠίΣω


....Mία ώρα πίσω θα πρέπει να μετακινηθούν οι δείκτες των ρολογιών τα ξημερώματα της ερχόμενης Kυριακής, καθώς λήγει η εφαρμογή του μέτρου της θερινής ώρας και επανέρχεται η χειμερινή.
Τα δάχτυλά μου βρέθηκαν και πάλι στην δύσκολη θέση να σπρώξουνε τους δείκτες μια ώρα πίσω. Πάλι το παίξανε δάχτυλα θεού. Που πάει αυτή η ώρα;Κρύβεται μέσα στην αναπνοή των μικρών παιδιών,ξοδεύεται σε περισσότερο αλκοόλ ή σκάβει τον λάκκο της πίσω από υγρούς θάμνους; Πόσο πίσω; Κοιτώντας παλιές φωτογραφίες και φωτοτυπίες ψυχών και παλιάς ζωής δεν την βρήκα. Λες να την έβαλα στα μαλλιά της μαμάς καθώς εκείνη έφευγε για ταξίδι αναψυχής στην Ιταλία;Που στα κομμάτια πάει αυτή η ώρα;Καταναλώνεται σε όνειρα, σε στροφές δρόμων;Στα αυτιά του γάτου μου;
Σε χορούς βαλς σε κάποιο γλέντι στην λέσχη αξιωματικών;Σε ροζ κουφέτα;Που;
...Έτσι, στις 4 το πρωί της Kυριακής 29 Oκτωβρίου οι δείκτες των ρολογιών θα πρέπει να μετακινηθούν μία ώρα πίσω, ώστε να δείχνουν 3.
Η όψη μου θα δείχνει πιο κουρασμένη,το βλέμμα μου θα μείνει μια ώρα πίσω. Οι άκρες των μαλλιών μου θα κοντύνουν ένα χιλιοστό και τα νύχια μου θα γδάρουν την άκρη του αγκώνα του χρόνου,καθώς αυτός θα φεύγει με την όπισθεν να περάσει το κόκκινο φανάρι της ζωής μου. Σε σκέφτομαι μια ώρα πίσω. Αναπνέω μια ώρα πίσω. Τα όνειρα προβάλλονται μια ώρα πίσω. Όλα τα ραντεβού που είχα για σήμερα χαθήκανε μια ώρα πίσω. Όλα στάζουν μια ώρα πίσω η ρουφιόνται μια ώρα πίσω σαν να τρέχεις στο rewind το video της νύχτας που αποφασίσαμε να παραγκωνίσουμε εκείνη την χαμένη ώρα...
Ηλίθιε Βενιαμίν Φραγκλίνε. Απορώ με τα σκοτάδια σου.
Σε ισχύ από τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Οκτωβρίου, η χειμερινή ώρα και οι χειμερινοί κολυμβητές μαζί και τα χειμερινά ρούχα και σκιρτήματα. Τα χειμερινά σκασμένα χέρια και τα ξεφλουδισμένα χείλια. Σε ισχύ,τα χειμερινά φρούτα και καμώματα,τα παγωμένα όνειρα της περσινής χρονιάς που στέκονται έξω από τα τζάμι. Έλα να τα κάψουμε μαζί με τα ξύλα στη φωτιά. Χειμερινά γαμώτο μιας κρυφής ζωής που όλο δραπετεύει .Όλο αλλάζει ρούχα, μάτια και μαλλιά,αλλάζει χρόνο και τόπο κατοικίας,DNA,γέλιο, μορφή ουσία,φύλλο. Όλο φεύγει και όλο είναι εδώ. Μέσα στα ρολόγια και στους δεχτές που γλύφουν με ρυθμό πάρκινσον τα λεπτά και εκείνος εκεί ο λεπτοδείχτης, λες και βγήκε από στροφή μπαλαρίνας ,να επιθεωρεί. Λεπτέ ,λεπτέ δείκτη,κάτσε λίγο να σου πω .Κατέβα από το ρολόι της κουζίνας μου και πες μου που πάνε όλες αυτές οι ώρες που βάζουμε πίσω;Τις χρειάζομαι να φτιάξω ένα χρόνο ζωής παραπάνω και να μπαλώσω όλα όσα χρειάζεται. Να μην φύγω έτσι,με χίλιες τρύπες και καμένα από τσιγάρα ρούχα. Έλα πες μου, αφού βλέπω ότι μέσα στην στροφή σου με ψάχνεις και συ απεγνωσμένα.
Τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Οκτωβρίου 2006, λήγει η εφαρμογή του μέτρου της θερινής ώρας και επανέρχεται η κανονική.
Α,ώστε κανονική είναι η ώρα του χειμώνα η ώρα της σκοτίας η ώρα που όλα φαντάζουν λυπημένα .. Σαν εκείνη την ζωή που προσπάθησα να ζήσω και με πέταξε μια ώρα πίσω με αποτέλεσμα όλα όσα ήταν μέσα της να ξεσυγχρονιστούν.
Μακάρι να ήξερα πως να σε αφήσω.

and time is all we have so take the time
to make the time and make time to take the time

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

28 ΟκΤωΒρΙοΥ



«Η Σημαία τιμά τον φέροντα
και όχι ο φέρων τη σημαία»



http://www.rhodeslibrary.gr/info/2003_2/index.html



Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006

Αχ ΤσΙάNο, Θα ΤρΕλΑθΩ, τΣιΑνΟ


Εκλογές τέλος. Με την γεύση του χλιαρού πολτού που παρασκεύασαν τα εκλογικά μίξερ, πάμε γι’άλλα. Οι πολεμιστές της τοπικής αυτοδιοίκησης θα κρυφτούν στα αναχώματα τους, και μαζί τους θα πάρουν τα ιδρωμένα κολάρα τους,τα πρόσωπα που γυαλίζουν από έξαψη,τα υγρά μάτια της ματαιοδοξίας, τα βιασμένα χαμόγελα και φυσικά τα ψέματα τους. Πλησιάζει το «ΌΧΙ». Θα ξαναβάλω τους δίσκους της Βέμπο,για να τιμήσω το έπος του '40 και ίσως να παρηγοριέμαι μια στάλα που η μνήμη γίνεται σεμνή τροχοπέδη για ελάχιστες στιγμές. Ανθίζουν οι δάφνες στην βεράντα μου και οι δάφνες της παιδικής μνήμης. Η ατμόσφαιρα κρύα και υγρή σαν μύτη γάτας. Από τα βάθη του νου, πίσω από την ακουστική μου κοιλότητα, έρχονται τα επετειακά τραγούδια που προβάραμε στο σχολείο για τα ρετρό θεατρικά του τότε…«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και την σκούφια την ψηλή του, μ’όλα τα φτερά. Και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει, βρε τον φουκαρά. Ωχ! Τον τσολιά μας το λεβέντη βρίσκει στα βουνά, και ταράζει τον αφέντη τον μακαρονά… Αχ Τσιάνο, θα τρελαθώ, Τσιάνο,με τους τσολιάδες ποιος μου είπε να τα βάνω.» Ανάμεσα λοιπόν σε αυτήν την επετειακή υγρασία των ημερών πλάθω πρόσωπα δασκάλων και διπλανών μου, που χάθηκαν ξαφνικά μέσα στις δεκαετίας που ακολούθησαν. Κοριτσάκια με λαστιχάκια ροζ που συγκρατούσαν μικρές κοτσιδούλες,κοντές αφέλειες στραβοκουρεμένες πολύ πιο πάνω από το ύψος των φρυδιών,φαφούτικα όλα με κόκκινα μονίμως μάγουλα και ιδρωμένους, από το παιχνίδι, κροτάφους. Τους αλλάζω χείλια, μαλλιά, βάζω ρυτίδες αφαιρώ λάμψη από τα μάτια τους, προσπαθώντας έτσι να τους εντάξω στο τώρα. Που να πήγαν άραγε όλα αυτά τα παιδιά,πρώην συμμαθητές δημοτικού, με εκείνες τις μπλε ποδιές με την υπογραφή του Τσεκλένη; Όλα αυτά τα παιδιά που στεκόντουσαν δίπλα μου, στις απαγγελίες, στα σκετς και στις γυμναστικές επιδείξεις, γεμάτα μέλλον και παχιά όνειρα; Ακόμα θυμάμαι τα στόματα τους, χωρίς μπροστινά δόντια, να παραμορφώνονται κάθε τόσο στο, «Αχ Τσιάνο, θα τρελαθώ, Τσιάνο».Ακόμα θυμάμαι την μυρωδιά της τάξης, τόσο έντονη στη μύτη μου, όσο και την φωνή της Μαρίας, της διπλανής μου. Απομακρύνομαι σταθερά από εκείνα τα χρόνια, που ξεράθηκαν όπως οι αρχαίες μας τσίχλες κάτω από τα θρανία του τότε. Καθώς αυτά βυθίζονται στη μοίρα τους, τα βρύα της ιστορίας καλύπτουν γρήγορα τα μυθικά εκείνα πρωινά. Ρε σεις θα τρελαθώ, πότε πέρασαν 26 χρόνια. Ο Αι Δημήτρης είναι εδώ για άλλη μια φορά,μύρισε ο τόπος όλος. Οι σημαίες έχουν ήδη τοποθετηθεί στα κοντάρια των μπαλκονιών. Και γω μέσα από όλα αυτά συνεχίζω να ξενιτεύω τις σκέψεις μου.
Έτσι. Να σκορπά το μυαλό…