Παρασκευή, Ιουνίου 09, 2006

SkIpPeRs+ΜπΛε ώΡες μΕ τΟν ΣωΚρΑτΗ μΑλΑμΑ













Μεσημέρι Παρασκευής με συννεφιά και λίγο κόσμο.. Τη βαρέθηκα τη συννεφιά. Φέτος το μενού είχε πολλά σύννεφα,άλλες φορές λευκά σαν αφρό ξυρίσματος,άλλες φορές παχιά με γκρι κοιλιές σαν αεροπλάνα ή καμωμένα λες από καπνό πούρου και άλλες αραχνοΰφαντα,σα γάζες.
Πέρυσι τέτοια εποχή είχαμε αέρηδες,τρελούς και φουριόζους που κάνανε πάρτι κάθε νύχτα στη βεράντα και δεν με άφησαν να κοιμηθώ καθόλου. Έβγαινα τις μικρές ώρες της νύχτας και μετρούσα τις απώλειες.
Μου τη σπάει ο αέρας, με ταπεινώνει.
Και τα σύννεφα με νευριάζουν,όχι όσο ο αέρας. Αλλά με κάνουν μελαγχολική και μουντή με σκεπάζουν λίγο σαν πικέ κουβέρτα ίσα ίσα για να μην κρυώσω από το αναρίγισμα της ευθυμίας
Με το βλέμμα καρφωμένο στα ψηλά κατάρτια,ανιχνεύω…Ψάχνω το μέρος
που θα καρφώσω τη μιζέρια τούτης της ώρας και το μέρος που θα πνίξω τη μελαγχολία με τα πυκνά μαύρα μαλλιά!

Με τέτοια ψύχρα ακόμα, που φτάνει τα όρια της ενόχλησης,δεν μπορώ να χαλαρώσω και να συγκεκριμενοποιήσω το βάθος πεδίου που απλώνεται μπροστά μου.
Με δυσκολία κάθομαι. Κρατάω με τα δύο χέρια αγκαλιά τον εαυτό μου σα να είναι ο μισός σπασμένος!Δύο τρεις γουλιές από αυτό το πορτοκαλί υγρό και δρόμο.
Ο φόνος των δύο κοριτσιών αναβάλλεται για άλλη μέρα!


Πέρασαν πάλι έτσι γρήγορα οι μπλε ώρες σήμερα. Σε σκέφτηκα να κυλάς μέσα τους αλλά ανέπνευσα δυνατά και έφυγες μαζί με την εκπνοή μου.
Πέρασαν στο γρήγορο,την τρέχω την μέρα σήμερα
Έχω μια αδιάφορη ματιά για όλα σήμερα και μια σκέψη που μου τραβάει το χέρι να πάμε να σε βρούμε
ΌΧΙ...Δεν σηκώνομαι. Δε βρίσκω λόγο να ανταμώσω τον πύργο σου.
Πέρασαν οι μπλε ώρες ταχύτατα,μέχρι να στεγνώσω τα μαλλιά μου και να ρίξω στο πάτωμα το βλέμμα μου είχε κι όλας νυχτώσει. Με ένα τηλεφώνημα και λίγο ξεσήκωμα βρέθηκα στη συναυλία του Σωκράτη Μάλαμα. Κόσμος πολύς,κανένα κενό στον συναυλιακό χώρο μόνο κεφάλια και καύτρες. Χάρη σε αυτήν την συναυλία ένιωσα πόσο απίστευτα κενή συναισθηματικά, έχω καταντήσει και χάρηκα.
Χάρηκα γιατί τίποτα δεν με αγγίζει όπως πρώτα και τίποτα δεν με υπονομεύει όπως παλιά. Τότε που έπεφτα με τα μούτρα στον έρωτα και τσάκισα όλους τους μύες του προσώπου μου. Από τότε δεν μπορώ να
χαμογελάσω εύκολα,ούτε να κλείσω τα μάτια μου όταν είναι να ευχαριστηθώ κάτι. Πιάνει αέρας πάλι,έχει ψύχρα. Χαζεύω τα μαλλιά των κοριτσιών που χορεύουν με δύναμη μπροστά από το κούτελο σα να θέλουν να πετάξουν,τι σου κάνει ο αέρας,σου δίνει μια απίστευτη κινητικότητα, παρ’ όλο που εσύ στέκεσαι ασάλευτος.
Κοιτάω τις κουρτίνες στην σκηνή και τον μικροσκοπικό άνθρωπο στο κέντο της, με την ψυχή του ανοιχτή και τόσο μεγάλη σαν τον ουρανό,προσέχω τα νέα τραγούδια ,πιο ροκ, με εξίσου όμορφα λόγια,δυνατές συγχορδίες,λαρυγγισμούς που θυμίζουν μπέρδεμα,και μέσα στις παύσεις κάτι αέρινο. «Όσα κομμάτια και αν μπορέσεις να ενώσεις δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις»
Κρίμα που δεν είμαι εδώ όπως κάποτε. Νομίζω ότι ξεβάφω από έρωτα κάθε χρόνο σκουραίνω από ένα παράξενο συναίσθημα παραίτησης και φόβου. «Στα είπα όλα, φίλα με τώρα»

Το μόνο που με κάνει να θυμάμαι πως κάποτε υπήρξα με χρώματα είναι αυτές οι μπλε ώρες,το λυκόφως κοινώς,που με κάνει και υγραίνω τα μάτια μου. Τα φώτα ανάβουν. Τέλος το φαρμάκι,τέλος το παραμύθι σου. Σκέφτομαι λογικά πια και λέω στους δίπλα: «Ωραίος ο Μάλαμας,ταξίδι ολόκληρο».Συμφωνούνε και ξεκινάνε μια συζήτηση. Δεν τους ακούω, οι φωνές χαμηλώνουν γύρω μου,δεν είμαι πουθενά,φουσκωμένο ιστίο η σκέψη μου ξανοίγεται και αφήνει το λιμάνι της βραδιάς.
Άσε μας κάτω ρε Σωκράτη... γιατί είναι αλήθεια πως «Ξεπούλησα το νου μου
κορόιδο του εαυτού μου/αράχνη σ' ακατοίκητο ουρανό/Νομίζω τα 'χω χάσει
δε σ' έχω ξεπεράσει/κοιτάζω το κουδούνι σου αδειανό.
Δε μένει εδώ κανείς.



Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

ΓόΡδΙοΣ δΕσΜόΣ


Μπήκα σε ένα καράβι,όχι αληθινό καράβι,αλλά από αυτά που φτιάχνει ο νους κάθε τόσο για να δραπετεύει και δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω.
Βαθιά αναπνοή και δρόμο, είπα καθώς ανέβαινα την μπουκαπόρτα του.

Και δεν γύρισα να κοιτάξω. Αυτή τη φορά έβαλα εγώ τους όρους. Θα κοιτάξω μόνο αν έρθεις στο λιμάνι και σπαραχτικά με φωνάξεις για να κατέβω.

Δεν έρχεσαι,δεν γυρνάω... «Μην πίπτεις κοριτσάκι,λέω κάθε τόσο, μην πίπτεις,

καμία οπισθοχώρηση στα όνειρα μας,ακούς;»

Κανένας τόπος δεν θα γίνει το Βατερλό μας... Το πλοίο ζεσταίνει τις μηχανές του,σχεδόν ξεκίνησε και γω στέκομαι εδώ μπροστά στο γόρδιο δεσμό του Ιούνη χωρίς σπαθί,χωρίς δύο λέξεις στα χείλη. Αφήνω τον τόπο μας πίσω,δεν υπάρχει πουθενά αυτός ο τόπος,μόνο στα μάτια αυτών που τον αντίκρισαν,η αληθινή μου πατρίδα χαμένη καιρό τώρα από Θεία τιμωρία.

Το λιμάνι θαρρώ απομακρύνεται βγάζω από την τσέπη του μπουφάν (έχει κρύο πολύ σε αυτό τον τόπο που αφήνω)την συναισθηματική μας πυξίδα. Της ρίχνω μια τελευταία ματιά,την κρατάω λίγο στα δάχτυλα μου και με μια κίνηση την πετάω στη θάλασσα. Δεν κοιτάω δεν τολμάω να γυρίσω να δω την απουσία σου. Περιμένω το σφύριγμα και καθώς αναμένω σκέφτομαι κάτι που με τρομάζει. Μεσοπέλαγα χωρίς εξάντα;Δηλαδή τι; Δεν χαράζει τίποτα στο βάθος.... αλλά όχι πια. Πάντα χαράζει.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

ΕιΚοΝα


Οι σκέψεις λικνίζονται στο μπλε βυθό του μυαλού μου.Αναπολώ ρεμβάζοντας το ταβάνι και μιάζοντας τις ίνες της κουρτίνας με μελαγχολία. Με ένα άδειο ποτήρι ρούμι στο χέρι...Με ένα χέρι και ένα ποτήρι χωρίς τίποτα μέσα του και μέσα μου τόσα!

Τα πάντα σκάνε με ταχύτητα φωτός,χτυπάνε στο πάτωμα στους τοίχους στα μικρά παράθυρα στα έπιπλα και έπειτα επάνω μου με φόρα ,με φόρα απίστευτη Επάνω μου λες και φταίω εγώ που τα έζησα μόνο έτσι.Τα πάντα καίγονται όπως ένα φιλμ!

Γεμίζω το ποτήρι,τα κομμάτια που μου έβαλες να ακούσω είχα να τα ακούσω 11 χρόνια και ήταν όλη μου η εφηβεία και ίσως και λίγο πιο μετά.Ήταν ότι καλύτερο είχα αποφασίσει να ζήσω.

Εκεί πίσω δεν υπάρχει τίποτα πια παρά μόνο νιότη και ένα γαλάζιο φως που τη νανουρίζει!


p.s:"Θα 'ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα, και η καρδιά μου στο φώς θα χιμήξει θα φύγω μακριά, θα πετάξω ψηλά, θα πετάω σ' ασύλληπτα ύψη, και τότε πια δεν μπορεί Αυτή η χλωμή, αυτή η φτηνή η τιποτένια μου θλίψη, θα μείνει ορφανή, θα γυρνάει σαν τρελή
θα ζητάει να με βρει και δε θα με βρίσκει, Κι ούτε πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει δεν πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει"

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

ΚαΛό ΚαΛοΚαΙρΙ

Λίγος ύπνος...τα μάτια μου από κάτω σχημάτισαν κάτι μικρούς κόλπους με μαύρη άμμο.. πίνω μια τζούρα καφέ.. καίγομαι
Η τιμωρία της γλώσσας στην πρώτη γουλιά..συμβολικό,συγκλονιστικό,
κάθε φορά καίγομαι από το ίδιο πράγμα.
Ανοίγω τα ρολά να μπει φως,άπλετο φως και να τα κάψει όλα,να τους αφαιρέσει κάθε σχήμα, με το λευκό,να τα αγιοποιήσει
Αναπνέω την πρώτη του μήνα, όπως σνιφάρει κανείς κοκαΐνη. Γεμίζω τα πνευμόνια μου από σπάργανα Ιούνη. Η μέρα είναι τόσο καινούργια που τα χρώματα της δεν έχουν ακόμα στεγνώσει.Ο πλατύστερνος Ιούνης μου επιτέλους εδώ,μου έφερε κεράσια και τα όνειρα της πικροδάφνης
Κοιτάω τα γυμνά μου πόδια,ξυπόλυτα δροσίζονται στο δροσερό πάτωμα...
Ψάχνω τη θέα στο βουνό μήπως βρω κάποιο σημάδι σου.
Δεύτερη γουλιά καφέ.
Ο ήλιος μου ζεσταίνει την πλάτη,το καλοκαίρι κατοικοεδρεύει στα μαλλιά μου,
γεμάτα πεταλίδες και ξεραμένα φύκια να μπερδεύονται.
Άρωμα θηλυκής αλμύρας στις ξέρες σου,
κοάσματα βατράχων στους υδροβιότοπους τους κορμιού σου.
Πυρακτωμένη καλοκαιρινή άσφαλτος και συ ψηλό κυπαρίσσι με πράσινο βλέμμα.
Το νάμα! το νάμα και που να ξαποστάσω να το πιω; Με χαζεύει ο Ιούνης, με χαιρετάει ο κόσμος,θαυμάζοντας το καινούργιο μου ψάθινο καπέλο. Μα εγώ θέλω να πιω το νάμα.
Ξερό ,καυτό καλοκαίρι,και συ πιο κάτω να στρίβεις το τσιγάρο σου φλερτάροντας.
Σήμερα δεν πάω δουλειά,θα φλερτάρω μαζί σου