Τρίτη, Αυγούστου 28, 2007

O tEmPoRa O mOrEs!


Από το πιο ψηλό σημείο της Άνδρου έβλεπα τους καπνούς της Εύβοιας. Μου ήρθε στο νου η άλωση της Τροίας κι έπειτα η καταστροφή της Σμύρνης και τελευταία, δεν ξέρω γιατί, η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στη θάλασσα κόσμος ριγμένος μέσα σε πλοία παρακολουθεί τις φλόγες να σαρώνουν τα πάντα. Μου’ ρθαν όλοι οι πόλεμοι που έχω διανύσει τηλεοπτικά με το βλέμμα μου. Τίποτα δεν έμοιαζε με αυτό. Αυτή η φωτιά είναι η φωτιά που βγάλαμε από μέσα μας. Αυτή η μεγάλη φωτιά είναι η φωτιά που έτσι κι αλλιώς μας ζούσε αιώνες τώρα και ξάφνου, κοίτα να δεις, κατάφερε να βγει από επιδέξιο χέρι δολοφόνου. Κατάφερε να ελευθερωθεί τρέχοντας πιο γρήγορα και από τον superman, Κύριε πρωθυπουργέ. Και κοίτα και μας, τρομοκρατημένους να περιμένουμε να μαθευτεί η αλήθεια. Το τρομοκρατικό χτύπημα,η αμερικάνικη νοοτροπία της φωτιάς,η καλή νεράιδα της al kaida έριξε λίγο παραπάνω πεταλουδόσκονη με το διώροφο ραβδάκι της και ιδού το αποτέλεσμα. Όλο το έθνος περιμένει τον superman ή έστω έναν Spiderman από δεύτερο χέρι για να σωθεί. Τι καναντέρ και πράσινα άλογα. Ζήτω ο σουρεαλισμός,ζήτω το ακαταλόγιστο,ζήτω το ανθρώπινο κατασκευαστικό λάθος. Ζήτω το πολίτευμα της Ελλάδας και η οποιαδήποτε κυβέρνηση που ρουφάει από το γάλα της κάθε πρώτη και τελευταία φορά. Είθε ο ουρανός να σκοτείνιαζε από τα βέλη μας που στόχο θα είχαν τα μεγάλα καθάρματα. Είθε να καίγονταν αυτοί και να έμπαιναν βαθιά στα έγκατα της γης. Μια για πάντα. Η σακούλα του αορίστου γέμισε πάλι με ανθρώπους, χωριά και καμένα δέντρα. Ο θάνατος υπάρχει μέσα σε ένα πυροσβεστικό σώμα,μέσα σε μια κομμένη μάνικα, μέσα σε 5 αυτοκίνητα που τρέχουν να σωθούν, κι εμείς ζούμε και τον ανασαίνουμε. Τον βάζουμε στα πνευμόνια μας σαν αποκαΐδι. Ξημέρωσε στο νησί,το φεγγάρι δεν τολμάει να χαθεί από το γαλάζιο ξέφωτο εκεί ψηλά. Ο Αέρας της Άνδρου μας τιμωρεί μαστιγώνοντας το πρόσωπο και τα κορμιά μας με καυτή άμμο. Με τον πόνο του αλυχτίσματος του. Ζω κάτω από την καυτή ανάσα μιας τρέλας που κάποιοι μου επέβαλαν ως μαυριδερή πραγματικότητα. Ξημέρωσε για τα καλά και λαβαίνω το πρώτο σου μήνυμα. «Καταχνιά θολούρα,κάπνα. Με τσούζουν τα μάτια μου. Όλη τη νύχτα ξάγρυπνη. Περιμέναμε να ξημερώσει, να σηκωθούν τα αεροπλάνα».Σου απαντάω,"Ποιο εύκολα θα ήταν να περιμέναμε τον superman" και το πιστεύω ακράδαντα αυτή τη φορά. Στο μεταξύ η Τροία απέναντι καίγεται και οι γυναίκες κατευθύνονται στα πλοία των Αχαιών, μέσα σε θρήνους. Από το βάθος βλέπουνε τις φλόγες της. Το παράλογο σε κάνει να σκέφτεσαι αν αξίζει τον κόπο να ζεις έτσι επειδή κάποιοι τρελάθηκαν για τα καλά.
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα δάσος παιδί μου. Θες να δεις πως ήταν τα πεύκα;Ξέρεις τι σημαίνει κορμός δέντρου, έχεις δει ποτέ;Καλά θα σου δείξω εγώ.
Έλα πάρε το χαπάκι για το άσθμα σου,ξεκούρασε λίγο τον καταρράχτη των ματιών σου και θα σου συνεχίσω. Σε αυτό το μέλλον μπουκάραμε τα παιδιά μας,σας δίνω κομμάτι από την εικόνα του.
Κουράστηκα τομάρια,κουράστηκα. Βαρέθηκα να βλέπω επαναλήψεις με διαφορετικό καταστροφικό τελείωμα κάθε εποχή. Σιχάθηκα όλες τις λαμπερές καταστροφές αυτού του κόσμου. Τομάρια! Θέλω τον κόσμο που ερωτεύτηκα πίσω.

Σκοτώστε τους ιθύνοντες όποιοι κι αν είναι και αφού τους σκοτώσετε, δέστε τα νεκρά τους σώματα πίσω από τα άρματα σας και σύρτε τα γύρω από τα τείχη της Τροίας.

Δευτέρα, Αυγούστου 27, 2007

ΑνΤίΟ εΛλΑδΑ...ΉσΟυΝ υΠέΡοΧη

Γυρνώντας πίσω

βρήκα τον θάνατο,

να ποτίζει τον κήπο του.

Και ο κήπος του ήταν η δική μου χώρα!

Δευτέρα, Αυγούστου 13, 2007

FoToThErApY


Δένω την κλωστή της ανάμνησης στον κάβο του λιμανιού. Καθώς το πλοίο ξεμακραίνει αναπτύσσοντας ταχύτητα,η κλωστή τραβιέται και το μικρό υφαντό της μνήμης λύνεται. Η γρήγορες εναλλαγές των εικόνων κάνουν την κοιλιά μου να πονάει. Την σκέφτομαι κι έπειτα το μυαλό μου πάει σε εκείνο το σκυλί που όλο ακολουθεί την Μ. Το μάτι ανιχνεύει το χώρο. Όλα τόσο διαφορετικά, ακόμα κι εκείνο εκεί το σύννεφο που ξαπλώνει πάνω από μια κεραία. Το τραπεζάκι που γράφω τις αράδες της μέρας έχει μπόλικη σκόνη και είναι χρώμα σκούρο μπλε. Σαν τα βαθιά νερά του Αιγαίου. Κόκκινο τσάι παγωμένο. Πικρίζει η γεύση του στο τέλος .Υγρά μαλλιά. Οι άκρες τους στεγνώνουν γρήγορα με τον αέρα. Ακόμα και ο αέρας σφυρίζει διαφορετικά εδώ. Κοιμάσαι ώρες δίπλα μου. Ξαπλώνεις μαζί με την ιστορία σου και με αφήνεις να την διαβάζω αργά και κοφτά κάθε μεσημέρι. Στο πολύβουο λιμάνι η έκθεση στήνει τα έργα της. Τα κολλάζ μου γυμνά απέναντι στα βλέμματα του κόσμου για άλλη μια φορά. Χωρίς αδιάβροχη προστασία. Τα εγκαίνια. Το πριν και το μετά. Τελικά ότι φτιάχνει το ανθρωπινό χέρι είναι πάντα σκύβαλα; Ρώτησα τα μάτια του Σ. και του Μ. να μου απαντήσουν και με κοίταξαν με τόσο φως που ξέχασα τα βρώμικα νύχια του κόσμου όλου. Τις μέρες που με ακολούθησαν συνάντησα τους πιο ωραίους ανθρώπους και τα πιο μαλακά κορίτσια. Για ένα από αυτά θα έκλεβα λίγο μπλε ουρανό και θα τον άφηνα έξω από την πόρτα του. Τα βράδια οι άνθρωποι μεγάλωναν τις σκιές τους κάτω από την fortezza. Το πιο μεγάλο κάστρο που συνάντησα ποτέ, έμοιαζε λες με πλοίο γεμάτο κατακράτηση υγρών.

**********
Επιστρέφοντας ξαναβρήκα το βάρος σου μέσα μου. Έφυγα ήρεμα ενώ μέσα μου έπαιζε σε λούπα ο ήχος μιας άνευ προηγουμένου τρικυμίας. Δεν φαντάστηκα τίποτε έτσι. Τα κουβάλησαν άλλοι και τα έφεραν δίπλα μου να αναπνεύσουν. Να κολλάνε πάνω μου σαν κομμάτια τέχνης και ασάλευτης οργής. Έφυγα ήρεμα. Τα έργα μου ακόμα αναπνέουν την αλμύρα του Ρεθύμνου. Έχουν αποκτήσει μνήμες πια. Το κάστρο σαν μεγάλο σακ βουαγιάζ ζώνει την πλάτη μου. Το κύμα της προβλήτας σκάει ακόμα μέσα στο κεφάλι μου με δύναμη. Έφυγα ήρεμα και πάω αλλού. Μακριά πολύ από το αρχιτεκτονικό σου βλέμμα που χτίζει χαμηλά σκαλιά κάτω από τα πόδια μας. Μακριά πολύ από εκείνη την ταράτσα που έσκαγε επάνω μας την θέα της πόλης του Ρεθύμνου, τη νύχτα της μεγάλης υγρασίας. Μακριά από εκείνο το κλειστό δωμάτιο που έκανε το γύρο του ματιού σου κάθε βράδυ. Μακριά από τις ελαστικές γόβες της τέχνης και ακόμα μακρύτερα από τους χαμηλούς ψιθύρους που αντάλλαζε η ροδιά με την συκιά τα απογεύματα. Φεύγω ήρεμα γλιστρώντας πίσω από την καμπύλη της μέρας,σαν έρπης στην πλάτη του ήλιου που κοκκινίζει. Λίγο πριν τον χάσω σκέφτομαι εκείνο το αυτοκίνητο που στέκονταν δίχως ρόδες στο κέντρο ενός αμμόλοφου. Τα μαλλιά μου στην φορά του αέρα, τα Ανώγεια που κροτάλιζαν πίσω μου. Άρωμα ρακής ακόμα στο τελείωμα των δαχτύλων μου. Θα ανταμώσουμε πάλι λες;
Ο Πειραιάς ουρλιάζει στη νύχτα που γεμάτη μαύρες βλέννες ξεγεννάει μια νέα σελήνη. Αναπολώ κάτι καλύτερο, κάτι που κείτεται τεμπέλικα χωρίς ακόμα να μου έχει φανερωθεί. Η αφοσίωση σε κάτι που θες πολύ να γίνει, διαφέρει από την αφοσίωση σε κάτι πραγματικό. Ευχαριστώ από καρδίας τα παιδιά του fototherapy(klik) που μάγεψαν το βλέμμα του οχταώρου μου με ποίηση και εικόνα. Ευχαριστώ την ξανθιά καπετάνισσα που βόλεψε το άβολο εγώ μου μέσα στις αποσκευές των κίτρινων ματιών της. Την δαντελωτή ροδιά κάτω από το μπαλκόνι μου και την φίλη Κ. για τις στιγμές που μοιράστηκε μαζί μου. Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα.

Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2007

LaNd Ho!


Μια φορά ήταν δύο κοπέλες και έναν καιρό ένα πλοίο. Συναντήθηκαν με προορισμό ένα νησί που έμοιαζε με ετικέτα ρούχου. Αποφάσισαν να φύγουν για να ανταμώσουν την τέχνη. Δεν θυμόταν καμιά από τις δυο τους να περπατά και να κοιτάει το σκοτάδι χωρίς πόνο. Δύο κουρασμένα μυαλά γεμάτα ώρες οχτάωρου και οξειδωμένα όνειρα. Δώσανε ένα πορτοκαλο-κόκκινο ραντεβού πάνω στο κατάστρωμα ξεκινώντας μια μεγάλη και αργόσυρτη κουβέντα που θα τελείωνε μόλις άναβαν τα σωθικά του ουρανού,ξέρετε αυτά που οι άνθρωποι τα λένε άστρα. Κι έπειτα η μέρα είναι τόσο καινούργια που τα χρώματα της δεν έχουν ακόμα στεγνώσει. Η θέα αποκαλυπτική. Η ματιά μου χυδαία, χωρίς λόγο. Ταξιδεύω έχοντας το γράμμα σου στην τσέπη του παντελονιού μου. Ταξιδεύω φορώντας στα μαλλιά μου την τελευταία σου πρόταση που έλεγε πως, αν αύριο ο πλανήτης μας δώσει ένα dead line εσύ θα ήθελες να είσαι μαζί του, γιατί μαζί του δεν φοβάσαι τίποτα. Το κράτησα γιατί δεν ξέρω πως είναι να μην φοβάσαι τίποτα.

Είμαστε όλοι εξουθενωμένοι. Η αγάπη δεν θέλει τόση προσπάθεια. Δοκιμάσαμε τα πάντα ακόμα και συνθετική ευτυχία.
Δεν θα σε ξεχνάω τις νύχτες. Κυρίως το ξημέρωμα. Θα κάθομαι πάνω στο αριστερό σου βλέφαρο και θα φωνάζω αλήθειες που μόνο εσύ τολμάς να ακούσεις. Και γω να στις πω. Θα είμαι δίπλα σου κάνοντας την μεγάλη προσευχή. Αυτή που κρατάει μέχρι τέλους. Αν ποτέ με χρειαστείς θα είμαι εδώ γύρω,στον ίδιο πλανήτη.

Απόψε νοιώθω ότι ένας ολόκληρος κόσμος ξεμακραίνει πίσω από το κύμα που φτιάχνει ο αέρας στα φρεσκοκουρεμένα μαλλιά μου. Λίγο πριν τελειώσει το παραμύθι ας σβήσουμε όλα τα αναμμένα άστρα που καίγονται κάτω από τις σόλες των σανδαλιών μας, ας τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας και ας ευχηθούμε να ζήσει η μία καλά και η άλλη καλύτερα.


Καλό καλοκαίρι. Καλή αντάμωση.