Κυριακή, Ιουνίου 11, 2023

JuNe FoOtAgE

 



«Μια μέρα καθώς θα ακουμπάς την ηλιοκαμένη πλάτη σου σε ένα μυτερό βράχο χωμένο άτσαλα σε κάποια άκρη του αιγαίου, βαδίζοντας προς το θάνατό μας, αφήνοντας την τελευταία μας πνοή, οι μόνες πεταλούδες που θα μείνουν στο στήθος σου».
Βγάζω από την τσέπη μου παστέλ λαδομπογιές και ζωγραφίζω τις παλάμες των χεριών μου. Βλέπω από το κινητό μου κάτι φυλαγμένες φωτογραφίες την γη από τον Κρόνο. Μια μηδαμινά ελάχιστη κουκκίδα όπου η ύλη απέκτησε αυτεπίγνωση και γεννήθηκε ησυνείδηση ​​της συνείδησης. Κάτι φωνάζει συνεχώς το όνομά μου εκεί πίσω, μα κάθε φορά που γυρνάω να δω δεν είναι κανείς.
Η ήταν περιοχή ακόμα παρθένα, και τα πεύκα έφταναν έως την ακτή. Τα νερά ήταν πεντακάθαρα, γεμάτα μύδια κυδώνια, στρείδια, στερίες, πολλά ψάρια και ιππόκαμπους.
Ένας βυθός που έσφυζε από ζωή. Οταν ήμουν παιδάκι στο δημοτικό ακόμα, ο πατέρας μου με έπαιρνε και πηγαίναμε για μπάνιο εκεί ακριβώς. Κατεβαίναμε το δρομάκι, που ξεκίναγε από πάνω και περνώντας μια μπάρα, ακολουθούσαμε τον κατηφορικό δρόμο και καταλήγαμε στη μικρή ακτή της περιοχής.
Κρατώ στα χέρια μου μια σταγόνα υδρογόνου. Την αφήνω σε άδεια δωμάτια ετοιμόρροπων σπιτιών που, περνώντας τότε, μοσχοβολούσαν οι άφθονες λουίζες που ήταν γύρω.
Σθεναρά φώτα νησιώτικων δρόμων με κατεστραμμένη άσφαλτο. Κρύβω τη μικρή σταγόνα στη μεγάλη δεξαμενή, που τα μηχανήματα έστελναν το νερό υπόγεια, από το πηγάδι, που ήταν ακριβώς κάτω από τη λεωφόρο. Η Δεξιά μου ένας μικρός περιστερώνας κατεστραμμένος κι αυτός που έβλεπε όλο τον τόπο από ψηλά και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Η γιαγιά μου πεθαμένη καιρός περιμένει αυτή τη σταγόνα.
Είμαστε φτιαγμένοι από υδρογόνο, το οποίο ευτυχώς είχε στη διάθεσή του αρκετό χρόνο.
Τα άστρα πονάνε την πλάτη μου καθώς σκύβω να δέσω τα κορδόνια των παπουτσιών μου-πάντα λυμένα δεν ξέρω πως, μια μικρή φωλιά μυρμηγκιών στην λευκή πεζούλα μου τραβάει το βλέμμα. Το καταπίνει μέσα της και το οδηγεί στο παλιό σπίτι του Πόρου που ήταν επιβλητικό, κοντά στην άκρη του δρόμου με τα σθεναρά φώτα και το εκκλησάκι, με το μάτι του Θεού ζωγραφισμένο στην είσοδο. Μια ωραία σιδερένια αψιδωτή αυλόπορτα και μερικά σκαλιά οδηγούσαν στο επίπεδο που, ήταν το σπίτι. Γύρω μεθυστικές μυρωδιές από άγιοκλημα, και γιασεμί. Ισιώνω το σώμα μου μπροστά, τα βήματα του μπαμπά με πλησιάζουν. Βάζω τη σταγόνα βαθιά στο μίσχο των γιασεμιών με υπομονή. Την περιμένει για να την ρουφήξει, όπως τότε που κόβαμε τους μίσχους των γιασεμιών και ρουφούσαμε το μέλι.
Είχε πει κάποτε ένας αστρονόμος- ότι το υδρογόνο, αν του δοθεί αρκετός χρόνος, μετατρέπεται σε ανθρώπους.
Αυτή τη φορά όλα βγάζουν νόημα.
 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2023

FeBrUaRy FoOtAgE


 

Χτες το βράδυ ονειρεύτηκα μια μαύρη τρύπα. Ήμουν λέει σε έναν αρχαίο και ήσυχο γαλαξία, όπου δεν υπήρχε πολύ αστρικό υλικό για να τραφεί. Ήταν σαν μια ακέφαλη χορεύτρια hula hoop με μαύρη φούστα τουτού. Φώναζε το όνομά μου σε λούπα. Χωρίς συνέπεια λογικής, όπως γίνεται στα όνειρα, η φούστα έγινε παράθυρο αεροπλάνου και κατάφερα να δω μέσα της. Υπήρχε λέει άφθονη σκοτεινή ενέργεια, που τροφοδοτούσε τη συνεχή επέκταση του σύμπαντος. Έμοιαζε σαν μπαγιάτικη χτυπημένη μαρέγκα. Βυθίζοντας τα δάχτυλά μου σε αυτή την μαρέγκα αναζήτησα τα οστά, το κρανίο, τους σπονδύλους, το ανθρώπινο σώμα αποφλοιωμένο αυτών που είχαν χαθεί. Τον μπαμπά μου και την πρώτη μου γάτα.  Την κοκάλινη στέκα μου με το γκρι ελεφαντάκι που φόραγα στο γυμνάσιο, την αγάπη που έδωσα και πήρα, τις ξανθιές μπούκλες του αδερφού μου και τη μωβ ζακέτα της γιαγιάς. Όλα εκεί και άλλα που δεν γνώριζα γιατί ακόμα δεν μου είχαν συμβεί. Όλα όσα έχασα από κοντά μου κόχλαζαν ήσυχα, χωρίς θόρυβο μέσα στην μπαγιάτικη μαρέγκα της σκοτεινής ενέργειας που λαμπύριζε από ξεχασμένες εκρήξεις αστεριών. 

Ξύπνησα με τον τρόπο του κενού και μια άβυσσο στο πλευρό μου.

Η Μιλού είχε κολλήσει το σώμα της πάνω μου και γουργούριζε έχοντας τα πατουσάκια της στα μακριά και μπερδεμένα από τον ύπνο μαλλιά  μου. Άλλο ένα πρωί που ξυπνάω ζωντανή για χάρη της. Άλλο ένα πρωί που με έβγαλε με το ζόρι (κι ας κάνει ότι δεν ξέρει κάτι), από τις σκοτεινές ενέργειες των ονείρων που μοιάζουν πια με ατέλειωτους εφιάλτες σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζω και χωρίς υποτίτλους.

Η ζωή τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα χωρίς εποχές μόνο με επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα και απώλειες. Ο φόβος και η αμφιβολία για τη νέα πραγματικότητα, που αφορά την τεχνολογική εξέλιξη, παίρνει τη μορφή ενός πιθανού δολοφόνου της ουσιαστικής επικοινωνίας. Ο κόσμος μεταλλάσσεται σε ένα συνεχώς αβέβαιο μέρος για να ζει κανείς. Ζούμε αλλά δεν νοιώθουμε αυτό που ζούμε. Όλοι είναι ξυστά κατεστραμμένοι και με λοξές ματιές σε προσπερνούν μαζί με τα γεγονότα που μυρίζουν μπαρούτι και θάνατο. Κουράστηκα με τόσο θάνατο και προσπαθώ μέσα από διαδικασίες αφαίρεσης, να βρω ένα σημείο ηρεμίας και ένα καταφύγιο.

Νέα σελήνη. Το τελικό θραύσμα ενός χλωμού μισοφέγγαρου είναι ορατό πάνω από τον ορίζοντα πριν η Σελήνη μπει στη νέα φάση της. Ένα λεπτό φωτεινό τμήμα της επιφανείας της φωτίζεται από το φως του ήλιου. Κάτω από τη Σελήνη, ο ορίζοντας της Γης μετατρέπεται από αποχρώσεις του μπλε σε ένα ροζ πορτοκάλι που πλησιάζει την επιφάνεια του πλανήτη. Η σκοτεινή μαυρίλα του διαστήματος, εκτός από μερικά αμυδρά αστέρια σε απόσταση. Το κοιτάμε μαζί.

Είσαι ο λόγος που δεν θέλω να τελειώσει ο κόσμος.


Κυριακή, Ιανουαρίου 01, 2023

123 ΕφΤαΣε τΟ '23


 2022

Καλοκαίρι. Ένας κόσμος σπασμένος στα δύο κείτεται μπροστά στα πόδια μου. Βάζω τα κομμάτια που με ενδιαφέρουν στην τσέπη του τζιν μου, ίσως μου χρειαστούν ίσως όχι, και κόβω δρόμο από νέα μονοπάτια ζωής. Μια γάτα βήχει χωρίς σταματημό στην άκρη του αυχένα μου, η θάλασσα με ψάχνει και γω αδιαφορώντας για αυτό, βάζω τα θεμέλια της νέας μου ζωής μέσα στο λιοπύρι. Σε μίαν άλλη Θάλασσα πολύ πιο μακρινή εσύ να κολυμπάς με την καλύτερη παρέα. Σχεδόν σε ξέχασα.  

Χειμώνας που μοιάζει με άνοιξη όλα μπερδεμένα σε κροτάφους ιδρωμένους. Σώμα που φαρδαίνει όπως οι στροφές τους επαρχιακούς δρόμους. Μέρες με ομίχλη και άγρια ζέστη. Πετάω τα παπλώματα κάθε τρεις και λίγο. Τέσσερις ώρες ύπνο με στεγνό λαιμό. Το νερό στο κομοδίνο άδειο μέσα σε ποτήρι πλαστικό. Θέλω να κολυμπήσω αλλά δεν ξέρω που. Νιώθω διψασμένη, ξεχασμένη, δυνατή.Μόνο τα βράδια κατεβαίνω στο υπόγειο γκαράζ με ένα βιβλίο κάτω από την μασχάλη. Το αυτοκίνητο στα βαθιά του γεράματα κοιμάται κάτω από μνήμες βαλβολίνης και χιλιομέτρων.

Όλα είναι ήσυχα. Οι ένοικοι κοιμούνται. Χαζεύω τις βρωμισμένες πινακίδες τους. Μπαίνω από την πόρτα του συνοδού και ανάβω το φως του αυτοκίνητου. Μυρίζει ψημένο κουλούρι και ξύσμα πορτοκαλιού. Με την πόρτα ανοιχτή και το πόδι ακουμπισμένο στον τοίχο ξεκινάω το διάβασμα. Χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς την βελούδινη πολυθρόνα ανάγνωσης που μετακινώ στο σαλόνι, μήτε εκείνο κει το κόκκινο λαμπατέρ του δωματίου, μα μέσα σε ένα παγωμένο αυτοκίνητο, δες τι καλά που ξεκινάω το διάβασμα κάτω από ένα φωτάκι μπαταρίας. Σε λίγο ξημερώνει. Ονειρεύομαι μια ζωή προστατευμένη σε μικρά καταφύγια. Μια ζωή που την ισορροπείς σε ποτήρια κρυστάλλινα που έκατσαν στραβά γερμένα το ένα στο άλλο μετά από κάποιο άγριο πάρτι στην άκρη μιας κουζίνας

Ένας ρομαντισμός σε ανάπαυση.

2023

Πρώτη μέρα του χρόνου. Λίγος ύπνος και το δέρμα κάτω από τα μάτια μαβί. Ο ήλιος μαχαιρώνει με όλη την δύναμη του φωτός τα πόδια και τα χέρια μου. Βλέπω σχεδόν τις παλιές ουλές να φωσφορίζουν κι έπειτα μια βόλτα στην θάλασσα. Ολοστρόγγυλη η πρώτη μέρα του χρόνου στραφταλίζει σε μια γνώριμη επιφάνεια. Ο κολλητός μου κολυμπάει κ γω ψάχνω στις πέτρες κοχύλια με μικρές τρυπίτσες.

Η θάλασσα με πλησιάζει με σαλιώνει μιλώντας μια γλώσσα με πολλά ψψψ, πλαταγίζει. Σκέφτομαι εσένα μαζί με μένα κάτω από εκείνον τον βράχο.  Συνυπάρχουμε σαν από πάντα. Μου χαϊδεύεις τα μαλλιά με ένα δικό σου χάδι ήρεμο, αέναο σαν να θες να με εξημερώσεις. Εγώ κοιτάω την θάλασσα, ασάλευτη με εκείνο το αβλέφαρο βλέμμα των αγαλμάτων και με τα νύχια μου μέσα στις οπλές βαλμένα. Συνυπάρχουμε. Όπως αυτά τα σπασμένα κογχυλάκια στις υγρές πέτρες, αρκεί κάποιος να ψάξει να τα βρει.

Ονειρεύομαι μίαν άλλη ζωή μαζί σου. Μια ζωή όπου δεν θα έρθει ποτέ.

Κυριακή, Αυγούστου 28, 2022

FaThEr FoOtAgE

 


Σαν σήμερα θα είχες γενέθλια, θα σε έπαιρνα τηλέφωνο, θα λέγαμε τα βασικά, κυρίως υγεία να έχουμε και θα κλείναμε με εσένα να λες «πες μου 5 αριθμούς να παίξω στο Τζόκερ»

Σαν σήμερα σε μια άλλη εκδοχή ζωής θα ήσουνα στον Πόρο, στο εξοχικό της αδερφής σου και θα κολυμπούσες με τα αφρόψαρα, θα έκανες τα σιωπηλά εκείνα μακροβούτια που μου έφερναν ταχυκαρδία κάθε καλοκαίρι μικρή που σε έβλεπα να τα κάνεις μην και σε χάσω. Μην και εξαφανιστείς σε βάθη άγνωστα χωρίς επιστροφή. Και τι ανακούφιση κάθε φορά που σε έβλεπα να βγαίνεις στην επιφάνεια τινάζοντας το νερό από τα μαλλιά σου. Ακόμα περιμένω να βγεις, στέκομαι στην άκρη της θάλασσας, και περιμένω να βγεις. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι σε εκείνο το τελευταίο μακροβούτι σου χάθηκες για πάντα. Ακόμα περιμένω, όπως τότε.

Πριν 4 μέρες ένας φίλος μου έστειλε ψηφιοποιημένα κάποια παλιά βίντεο από το μακρινό καλοκαίρι του 89.Τοτε που παραθερίζαμε στην Τζια. Δεν ήξερα αν ήμουν έτοιμη να σε δω, 2 χρόνια μετά την τελευταία άπνοια. Πάτησα όμως το play μην μπορώντας να αντισταθώ στην εικόνα σου. Ένας γάντζος σα να ακούμπησε το πάνω τοίχωμα της παλιωμένης  μου καρδιάς. Πόσο πίσω πήγα, ήσουν σχεδόν στην ηλικία που είμαι τώρα. Αμέριμνος, τα μαλλιά σου είχαν ήδη γκριζάρει σε αντίθεση με τα δικά μου. Ήσουν στην παραλία του Οτζια, έπαιζες ρακέτες όπως πάντα σε τετράδες. Όλοι νέοι, αγέρωχοι, αθάνατοι. Όλοι σούπερ ήρωες στα παιδικά μας μάτια. Και μεις ακόμα πιο νέοι μέσα στο πύον της νιότης, καθισμένοι στην παραλία οκλαδόν, χωρίς γυαλιά ηλίου με λευκές μπλούζες, βαρεμένοι από εκείνο το θα ζούμε για πάντα.

28 Αυγούστου 2022. Έχεις γενέθλια μα δεν είσαι πουθενά να σου ευχηθώ. Το μόνο που έμεινε είναι εκείνοι οι 5 αριθμοί που θα σου έλεγα να παίξεις  στο Τζόκερ και η παλιά βιντεοταινία με μας στην παραλία του οτζια. Προσπαθώ να αγγίξω την άμμο της μέσα από την οθόνη, εσύ δεν μου δίνεις σημασία συνεχίζεις να παίζεις ρακέτες με την Φαίη που φορά εκείνο το φραουλί μαγιό και χαμογελά κάθε τόσο. Κι όμως σχεδόν τα κατάφερα. Είμαι κοντά στο κύμα η άμμος ζεστή και μαλακή, τα κατάφερα. Γράφω πάνω της ένα μεγάλο ατσούμπαλο χρόνια πολλά. Κανείς δεν με βλέπει κι όμως είμαι εκεί με όλους στο καλοκαίρι του 1989. Για λίγο σου φεύγει η ρακέτα και σταματάς. Πετάς τα γυαλιά και το καπέλο σου και κάνεις ένα θεαματικό μακροβούτι από κείνα που πάντα με τρόμαζαν και δεν ξαναβγαίνεις. Εγώ όμως σου έγραψα στην άμμο χρόνια πολλά και περιμένω. Ίσως όταν βγεις εγώ να λείπω αλλά θα το δεις γραμμένο και χωρίς να μπορείς να καταλάβεις και να εξηγήσεις θα χαμογελάσεις.  Και θα χαμογελάσω και γω, θα σκεφτώ 5 αριθμούς να πάω να παίξω και θα συνεχίσω να ζω σε εκείνο το για πάντα που κακά τα ψέματα εσύ μου έμαθες πως δεν υπάρχει πια.

Παρασκευή, Αυγούστου 12, 2022

sUmMeR FoOtAgE (AuGuSt)*

 



Έξω όλα είναι σχεδόν μωβ. Ο ήλιος σκυμμένος στα βάθη ενός ορίζοντα πάει να συναντήσει τους νεκρούς μας. Χρυσές άπνοιες φωτός ακούμπησε τους ωμούς, τα βλέφαρα και τα μαλλιά μου. Είμαι στην ταράτσα του Jumbo με μια γρανίτα Mojito στο χέρι και βλέπω τη θάλασσα να απομακρύνεται συνεχώς από κοντά μου. Ακουμπάω στο ζεστό καπό του κόκκινου Clio, καθώς ένας αέρας που μοιάζει με μελτέμι μπερδεύει τα μαλλιά μου. Τρίχες με γεύση mojito. Μυρωδιά καμένου λαδιού και μηχανής αυτοκινήτου.

«Η θάλασσα», μονολογώ, η θάλασσα με άφησε μόνη μου εδώ να την αποχαιρετώ κάθε μέρα κάνοντας πράγματα που μοιάζουν ανούσια καθώς αυτή απομακρύνεται. Σακούλες τεράστιες στα πόδια μου ριγμένες καταγής, έτοιμες να ξεράσουν όλα όσα γέμισα μέσα τους, γλείφουν τις πληγές της Αχιλλείου φτέρνας μου, όσο εγώ γλείφω εκείνη την παιδική γρανίτα νοσταλγικά σαν να γλείφω καλοκαίρια ολόγιομα κρεμασμένα σε μυτερούς κρατήρες Αυγουστιάτικων αρχαίων πανσελήνων στο νησί της ροζαλγίας.

Είμαι στην ταράτσα του jumbo, αραγμένη στο καπό του κόκκινου Clio και περιμένω κάτι να συμβεί, κάποιος να φωνάξει το όνομά μου, κάτι γνώριμο να ακουμπήσει τα μαλλιά μου, μια φωνή, έναν ήχο, μια αθάνατη μυρωδιά που κατάφερε να μπει μαζί με κείνο το καθάριο άχρονο φως από τις ρωγμές των σφαλιστών παραθύρων της πίσω μου ζωής, που όλο και φαρδαίνει.

Τα πρώτα αστέρια βγήκαν βήχοντας πάνω από το ιδρωμένο σβέρκο μου.Κάποτε τις νύχτες έπειτα από μακρόσυρτους μεσημεριανούς ύπνους γεμάτους αμμοβολή νόμιζα ότι μασούσα αστεροσκόνη και την κατάπινα για να ενισχύσω το ανοσοποιητικό μου. Ευτυχώς δεν έκανα πέτρα στα νεφρά, αλλά ούτε και το ανοσοποιητικό μου ενισχύθηκε.Ίσα ίσα που χάλασε το σμάλτο των δοντιών μου και τις νύχτες φωσφόριζε και δεν με άφηνε να κοιμηθώ.

Περιμένω τη δύση του ηλίου μαζί με τη δύση της δικιάς μου ζωής και σκέφτομαι τα πάρτι που με περιμένουν καθώς θα χάνεται η λάμψη από το δέρμα μου. Θα είναι πάρτι μαμούθ μέχρι κάποιος να έρθει να μας πάρει σηκωτούς ή αναίσθητους.

Και κάπως έτσι αφήνω κι αυτό το καλοκαίρι να απορροφηθει.Σύμφωνα με το μοντέλο της φυσικής, είμαστε όλοι κατασκευασμένοι από στοιχειώδη σωματίδια χωρίς πρόσθετα συστατικά. Ως τέτοια σύνθετα συστήματα, δεν έχουμε απόλυτη ελευθερία, επειδή όλα τα σωματίδια και οι αλληλεπιδράσεις μας ακολουθούν τους νόμους της φυσικής.Το θέμα είναι όμως άλλο. Το θέμα είναι η θάλασσα και έτσι λυπημένη καθώς με είδε και με τελειωμένη την παιδική μου γρανίτα και χωρίς καλοκαίρι για καταφυγή, γεμάτη πεσμένες σακούλες και ζωές στα πόδια μου, φούσκωσε τα βάθη της και μου έστειλε με τον βραδινό φλοίσβο ένα αργόσυρτο "Σ αγαπώ" .

Η νύχτα είχε ήδη σχηματιστεί και γω ασάλευτη στο καπό ένιωθα και πάλι το σμάλτο των δοντιών μου να φωσφορίζει.

Φυσικά και μ αγαπά, σκέφτηκα, όπως όλα τα κρυφά της ναυάγιας, το ξέρω καλά αυτό γιατί μου επιτρέπει να την χωράω μέσα μου χωρίς να έχω καμιά υποψία πνιγμού.

Το άπειρο αποθηκευμένο μέσα μου βαθιά. Άπειρο μέσα μου.


Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2022

sUmMeR FoOtAgE

 

Κάθομαι σε ένα πελώριο κρεβάτι που μοιάζει με κοχύλι. Στερεώνω τα πόδια μου στην άκρη του σε ένα σωρό από βιβλία που θέλω να διαβάσω, αλλά ένας πονοκέφαλος στην διαπασών και μια ισχνή αδιαθεσία που με βάζει σε ρόλο ηρωίδας από κάποιο ποίημα της Μαρίας Πολυδουρη δεν με αφήνει να σηκωθώ. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα βήχω φθισικά και κρατώντας ένα μαντήλι στο λευκό μου χέρι σκέφτομαι τον χρόνο που τρέχει, τα περίεργα φυσικά φαινόμενα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι ένα απροσδιόριστο για πόσο ακόμα, και την καλοσύνη των ξένων που με στήριζαν πάντα περισσότερο από τους συγγενείς. Ο covid με έψαχνε για μέρες θαρρώ. Με είχε βάλει στο πυρωμένο εκείνο μάτι του, καθώς διέσχιζα τα θαλασσιά  και ιδρωμένα δωμάτια σε εκείνη την έκθεση στο μέγαρο Ησαΐα, φορώντας μια μάσκα γεμάτη δροσοσταλίδες ιδρώτα και σκεπτόμενη μια pink lemonade.Με περίμενε στην ουρά του κυλικείου καθώς ζητούσα  ένα παγωμένο μπουκαλάκι νερό και με βρήκε την επόμενη κάτω από τα κόκκινα φώτα μιας πελώριας συναυλίας στον πλανήτη εφηβεία. Και να μαι τώρα χωρίς θάλασσα και ήλιο στο κρεβάτι κοχύλι, με μια στοίβα βιβλία και φάρμακα. Ένα μίξερ ακούγεται από κάπου μακριά. Μπερδεύω τον χρόνο. Σε ένα άλλο δωμάτιο, πιο παλιά, πίσω στον χρόνο, πάλι εγώ ξάπλα κι έφηβη. Καλοκαίρι στο δέρμα. Νιώθω δυνατή με αυτή την αδυναμία αφοσίωσης σε μια ζωή που δεν κατανοώ. Ο μπαμπάς παίζει ΠΡΟΠΟ στο μπαλκόνι. Φοράει ένα μπλε μαγιό που το χρώμα του έχει σπάσει από το αλάτι και τα πολλά πλυσίματα, η μαμά χτυπάει με πιρούνι σε βαθύ πιάτο τα αυγά για τις αυγόφετες, ο αδερφός μου μιλάει στο τηλέφωνο. Από το παλιό Bang & Olufsen ακούγεται η Χαρούλα Αλεξίου. Όλοι εμείς ακόμα εκεί με την γοητεία των ρωμαλέων σωμάτων, στεκόμαστε χωρίς θυσίες νερένιοι και χωμάτινοι. Όλα σε μια τάξη, όλα προβλέψιμα. Το αύριο, το μεθαύριο και μεις βαρεμένοι στην ιδέα του για πάντα. «Σε 10 λεπτά τρώμε», η φωνή της μαμάς. Με ένα χασμουρητό και μια λίμνη ιδρώτα έφυγα από αυτή την πλήξη και βρέθηκα στην τωρινή στοιχειωμένη ηρεμία του σπιτιού, προσπαθώντας να αποκαταστήσω την ζωή που λείπει με γνώριμους ήχους και φωνές που δεν ξανάκουσα ποτέ.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα κι ακούω το σύμπαν να διαστέλλεται. Φυσάει τρελά έξω. Υπάρχει μια αίσθηση συντέλειας. Δεν διαπιστώνεται, υπονοείται. Η τηλεόραση ξέμεινε από καλές παρέες. Ψάχνω να βρω ανθρώπους να μιλάνε
για ποίηση με πάθος, για πολιτική, για λογοτεχνία. Βαρέθηκα τους ήρωες με τα μεγαλόστομα λόγια. Ψάχνω κάτι που απαρνήθηκα από ανοησία σε όλη μου την ζωή. Τα αδιέξοδα της νύχτας και οι προσδοκίες της μέρας που θα σκάσει μύτη όπου να ναι. Χάσαμε την ρουτίνα μας, καιρός να βρούμε τον εαυτό μας. Ο αέρας δυναμώνει μαζί με τον βήχα. Μπαίνουν μέσα με φούρια τρελή, ξεραμένα φύλα, κάτι παλιές μάσκες από εκείνα τα πάρτι του 80 στο Κουκάκι, σκόνη και χώματα, νεκρά άνθη βουκαμβίλιας, το πρώτο κουτί του Τ4, σοβάδες ασβέστη από τα σοκάκια των νησιών που ψηλώσαμε, παλιά χαρτιά από ξυλάκι παγωτό. Προσπαθώ με το πόδι να τα βγάλω πάλι έξω, όμως ο αέρας δυναμώνει, μοιάζει θυμωμένος, και στέλνει μέσα κι άλλα. Κι άλλη σκόνη, κάτι ζωγραφιές μου από το δημοτικό, το μαγιό του μπαμπά, εκείνο το μπλε που ξέβαψε από τα πολλά πλυσίματα, το βυσσινί στρώμα θαλάσσης που φουσκώναμε το 78 όλοι μαζί στον Πόρο, ξεφούσκωτο και τρυπημένο πια, φέρνει μέσα παλιά γράμματα από νεκρές φιλίες, το σελφ τεστ που βγήκε θετικό, την βέρα μου, που στο καλό την είχα θάψει, και την παλιά σκηνή που στήναμε στο φαράγγι του Ενιπέα και πολύ χώμα, τόσο που νομίζω ότι θα θαφτώ.

Ο καθρέφτης του μπάνιου είναι θολός. Μόλις έκανα το 7ο ντους. Ο βήχας έχει σταματήσει, το ίδιο και τα δέκατα. Λίγο μπούκωμα μόνο και μια μεγαλύτερη προσπάθεια για αναπνοή. Πλησιάζει η μέρα που χάθηκες μαζί με ένα κομμάτι μου. Πέρασαν 2 χρόνια θέλοντας και μη. Κι όπως έλεγες ο καθένας χτίζει ότι πιστεύει. Δεν έχτισα τίποτα από την μέρα που έφυγες για να  μην έχεις αγωνία ότι δεν θα το δεις , το αντίθετο έκανα που λες. Τα γκρέμισα σχεδόν όλα, δεν υπάρχει τίποτα πια. Ούτε καν εγώ όπως με θυμάσαι, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα μπαμπά.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2021

jAnUaRy FoOtAgE

Τα χέρια μου είναι παγωμένα, άλλα δεν με ενοχλεί όπως παλιά μιας και δεν χαϊδεύω κανέναν πια. Το φώς του χαμηλού μεσημεριού, ένα έντονο πορτοκαλί σαν σπλαχνικό υγρό με διάχυτα λευκά νήματα μου καίει τους πόρους. Δεν περιμένω κάτι. Διαχειρίζομαι το τίποτα φορώντας ένα κυπαρισσί πουλόβερ όλες τις γιορτές. Το φως καταρριχάται και χάνεται σε σκοτεινές γωνίες. Καταπίνω αέρινους κόμπους που κάνουν ένα περίεργο ήχο, σα να σπάνε ξεχασμένα υπολείμματα εγκατάλειψης. Άλλοι το ονομάζουν απουσία οξυγόνου, άλλοι στρες.
Νύχτα παρά νύχτα ονειρεύομαι πώς ζουν όλοι οι πεθαμένοι, ιδίως ο πατέρας. Τους συναντώ σε σπίτια παλιά, που δεν υπάρχουν πια, να διαβάζουν εφημερίδα με ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ στο πλάι του αντίχειρα. Συχνά οι πεθαμένοι μου μιλούν, με συμβουλεύουν για να ακριβολογώ, και έτσι μπορώ να ξανακούω την αγαπημένη φωνή τους, κι άλλες φορές με πλαστικά πιρούνια (σαν κι αυτά που έβγαζε η γιαγιά όταν σερβίριζε τα απογευματινά φρούτα) τρυπούν το θαλασσί μπαλόνι της λήθης μου. Ξυπνάω με μια δίψα τεράστια. Την ίδια δίψα που είχα όταν ήμουν παιδί μετά τον απογευματινό ύπνο. Άλλα δεν θέλω νερό για να την σβήσω. Θέλω αγάπη και 4 πακέτα ξεβαφτικά μαντηλάκια με υαλουρονικό για τη ζημία που κάνουν τα δάκρυα στο μακιγιάζ των εορτών. Ακόμα Χριστούγεννα γύρω.Αναβοσβήνουν τα φώτα στα δέντρα των σπιτιών σαν χαλασμένα φανάρια. Που και που ένα ασθενοφόρο περνά. Το ίδιο αδιέξοδο, η ίδια κρυάδα στην ψυχή. Κυκλοφορώ αμέριμνη με ανοιχτό το τραύμα μου προσπαθώντας να το χωρίσω σε εκείνα τα παπούτσια που είναι ένα νούμερο μεγαλύτερο και να περπατώ ευθεία ανάμεσα στις συνευρέσεις των ζωντανών. Σα να μην συμβαίνει τίποτα. Όμως πάντα κάτι συμβαίνει και το τραύμα σαν τσούχτρα πάλλεται και μου δαγκώνει την Αχίλλειο πτέρνα.
Μια αχνογάλανη γυναικεία γραφή από το έτος 1978 μας έχει πολλά χρόνια, το δέντρο στο σαλόνι είναι αληθινό, οι μπάλες γυάλινες, κόκκινες και μπλε και το γάλα με τα μπισκότα για τον Αϊ Βασίλη φωσφορίζουν στην χαμηλή ροτόντα. Τα κοιτώ με τα τότε παιδικά μου μάτια, μέχρι που τα μάτια πρήζονται και μεγαλώνουν και γίνονται μαύρες τρύπες που καταπίνουν όλα τα χρόνια που μπόλιασα μαζί με τα σκουλήκια της αποσύνθεσης που βγαίνουν από τα μπισκότα του '78 καθώς τρώνε όλα τα γράμματα που μπορώ να διακρίνω : «Μιράντα». Έτσι θα ήθελα να έλεγαν την αδελφή μου, αν ποτέ.
Δεν είναι οι γιορτές ωραίες για όλο τον κόσμο, κι όπως ήδη ξέρετε σε κάποιους η άχνη από τους κουραμπιέδες κάθεται στο λαιμό. Κάθε χρόνο.
Δεν βαριέστε, καλή χρονιά που είθισται να λέμε. Κι εύχομαι αυτό που θελήσαμε παράφορα και μας αγνόησε να αλλάξει γνώμη και να τρέξει πίσω μας να ψάξει να μας βρει .

Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2021

DeCeMbEr fOoTaGe

 


Η νέα σελήνη δύει με όλο της το βάρος πάνω από την Αίγινα.
Σκοτεινιάζει. Ένα λερωμένο πορτοκαλί ουρλιάζει στα τέσσερα καταπίνοντας κομμάτια θυμωμένου μπλε μαζί με μερικά σύννεφα σαν αποσιωπητικά που καθώς αλλάζουν σχήματα, μοιάζουν με καπνό. Ίσως καπνίζουν οι θεοί πούρα Αβάνας.

Η πολυκατοικία μυρίζει χαλασμένη σφουγγαρίστρα όπως και η ζωή μου. Ψάχνω τα συρτάρια για μια ξεχασμένη αγκαλιά αλλά πέφτω πάνω σε σπασμένους συνδετήρες και χαλασμένες μύτες μολυβιών που μένουν νεκρές στον πάτο τους.

Στάση σώματος αναπηρική. Σπατάλη ζωής μέσα σε στενές καμπίνες αυτοκινήτων και δωμάτια χωρίς αερισμό. Μαθαίνουμε να λιγοστεύουμε φορώντας μάσκες, υπακούοντας σε παράλογες προστακτικές. Κοβιντ. Παρασιτικός φόβος. Απώλεια ζωής, αγάπης, επαφής, μνήμης. Φεύγεις έρχεσαι και μένω πάλι το ίδιο ασάλευτη. Ούτε βήμα παραπέρα, μήπως και χάσω τον ίσκιο σου. Κολλημένη σε μια δυστοπία, σε μια αυταπάτη σε ένα άνοστο απόσπασμα που θέλω τόσο πολύ να ξεριζώσω, μα έπειτα σκέπτομαι πως δεν έχει ρίζες, σαν και μένα.

Τις Κυριακές που το φως μοιάζει με καραμελόχρωμα από Ουίσκι ανταμώνω με γνωστούς και αγνώστους σε ερείπια παλιών νοσοκομείων και ζωγραφίζω μορφές μεγάλης κλίμακας για να πω ότι υπάρχει ακόμα κάτι μέσα μου ζεστό. Ότι ακόμα ζω, έστω κι έτσι, έστω τόσο. Να! Δείτε.

Και επιστρέφοντας στη μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού αρπάζω τα κιάλια και ψάχνω πίσω από τα ηλιοβασιλέματα να βρω τους εξολοθρευτές μας πίνοντας Palermo gin μέχρι το ξημέρωμα. Και οι εξολοθρευτές, που ακόμα δεν μας συστηθού, βρίσκονται κάπου πίσω από την καμπύλη της Σαλαμίνας και τις αιχμές της Αίγινας, ξαπλωμένοι ή ορθοί και μας παίρνουν αυτά που αγαπάμε. Μας τυραννούν με ανεργίες, αρρώστιες άσχημες, ατυχίες, κενά μνήμης, αιφνίδιους θανάτους και ανισότητες, χωρις πάντα κάποιον λόγο και αιτία.

Δεν υπάρχουν Άγιοι, όπως κάποιοι λένε, ούτε θεοί, ούτε καν οι δικοί μας αποθανόντες που και καλά πάντα θα κοιτάξουμε από κει ψηλά ή από κάπου παραπέρα. Είναι όλοι τους, εξολοθρευτές που δεν έχουν τα κότσια, ούτε καν να μας φανερωθούν, έτσι ώστε να ξέρουμε τι μας πολεμά για να το πολεμήσουμε.

 

Σούρουπο μαβί σαν συκώτι. Κουκάκι. Η γέφυρα στην πλατεία Κουντουριώτη μόλις φτιάχνεται. Θόρυβος και καυσαέριο μαζί με άλλες σπαστές μυρωδιές παλιάς ζωής με έντονο πατσουλί μπαίνουν από το μισάνοιχτο παράθυρο του πρώτου σπιτιού που έζησα. Ο αδελφός μου δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Είμαστε όλοι νέοι και ζωηροί. Όλοι μέσα σε αυτό το μικρό όμορφο σπίτι και ρωμαλέοι. Αυτό που ήρθε να μας φάει,τότε δεν μας είχε πλησιάσει καν. Ο μπαμπάς παίζει φυσαρμόνικα στη ροτόντα του σαλονιού, η μαμά βάζει λακ στα μαλλιά της πίνοντας γκαζόζα. Από το μικρό τρανζιστοράκι ακούγεται το “ OH CAROL

Η γιαγιά στο ξεθωριασμένο δωμάτιο που κοιμόμασταν μαζί πλέκει ένα κασκόλ σε αποχρώσεις του μπλε. Ακούω ακόμα ξεκάθαρα τον ήχο που κάνουν οι βελόνες στις μικρές μετωπικές τους. Ακούω ακόμα την φυσαρμόνικα σα να είμαι εκει. Το πνιχτό γέλιο της μαμάς και τα κορναρίσματα από το δρόμο.

Ήταν Δεκέμβρης. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι είμαι εξωγήινος και κατάγομαι από τον Κρόνο και εκείνο το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στόλιζαν κάθε χρόνο οι γονείς μου δεν ήταν κάτι άλλο από το χαλασμένο διαστημόπλοιο που με έφερε ως εδώ. Έλα τώρα, όλοι το ξέραμε αυτό. Άλλωστε κάθε άνθρωπος κατάγεται από εκεί που αισθάνεται καλύτερα. Οι ρίζες είναι για τα φυτά.

Προχωράμε.

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2020

JuNe FoOtAgE





Άλλαξα τα λερωμένα από την μοναξιά σεντόνια. Πενήντα δύο μέρες καραντίνας. Τριάντα εννέα βαθμούς, τελειώματα Μαΐου. Ζύμωσα τα μπιφτέκια και βγήκα στο πίσω μπαλκόνι να απλώσω τα ελάχιστα ρούχα μου. Στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας ένα ζευγάρι φοιτητών πίνει κρασί κοιτώντας την θέα. Τους παρατηρώ νωχελικά και δήθεν αδιάφορα, καθώς στα χέρια μου ανοιγοκλείνω ένα ξύλινο μανταλάκι. Η κοπέλα καπνίζοντας γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του αγοριού και εκείνο της χαϊδεύει απαλά τον λαιμό. Απλώνω την τελευταία μαξιλαροθήκη με έναν ηλεκτρισμένο πορτοκαλί πόνο, στο μέρος της καρδιάς. Εκείνη λες και το νιώθει σηκώνεται τελείως ξαφνικά και ανάβει δυο, τρία κεριά ρεσό που βρίσκονται σε ένα ξύλινο τραπέζι, μοιράζοντας στον νεαρό που την χαζεύει χαμόγελα και αυτοπεποίθηση. Σουρουπώνει. Οι Μπλε ώρες. Ανοιγοκλείνω το μανταλάκι αναποφάσιστα. Ακούω το γέλιο της κελαριστό, σίγουρο. Είναι ευτυχισμένη. Τώρα χαζεύει την θέα της θάλασσας. Η Σαλαμίνα με τις καμπύλες της και η Αίγινα κάτω αριστερά ξεφυσάνε γαλαζωπή αχλή. Σκοτεινιάζει όλο και πιο βαθειά. Τώρα και οι δυο ίσα που αχνοφαίνονται. Κοιτάνε προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό είναι αγάπη. Ότι λαχταρώ οι άλλοι το έχουν.
Στο youtube χαζεύω υπνωτισμένη ένα παλιό βιντεοκλίπ, ούτε που ξέρω πως το βρήκα. Ένας ψηλός τραγουδιστής, σχεδόν φάλτσος, τραγουδά πάνω σε ένα πεζούλι. Από πίσω του φαίνεται το Αιγαίο. Στα επόμενα πλάνα βρίσκεται ξαπλωμένος σε μια αιώρα σε έναν κήπο. Μια κοπέλα ποτίζει κάτι ακαθόριστα δέντρα. Υπάρχει ένας αέρας που ανοίγει λίγο το πουκάμισο του, εκεί στο μέρος του της κοιλιάς. Μοιάζει με δυτικός. Το σπίτι έχει πλάκα Καρύστου και χτιστούς καναπέδες. Όλα λευκά και απέριττα. Κάποτε βραδιάζει και αυτός ακόμα τραγουδά το ίδιο φάλτσα. Χαμογελά και γέρνει πίσω το κεφάλι του ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του σα να αγκαλιάζει έναν αόρατο άνθρωπο. Από πάνω του ο γαλαξίας μεταμορφώνει την σπείρα του. Το μάτι μου μένει καρφωμένο εκεί στο δικό του εκεί κι έπειτα στο δικό μου εδώ, αυτό το αμείλικτο εδώ. Ότι λαχταρώ οι άλλοι το έχουν.
Ερχόμαστε στον κόσμο κλαίγοντας, μη ξέροντας γιατί. Εγώ ακόμα κλαίω μη ξέροντας γιατί. Ορμονικές διαταραχές, κοντεύεις τα πενήντα, σύνελθε. Οι εβδομάδες έχουν κάτι μηχανιστικό - με παρηγορούν. Βάζουν κάποιου είδους πειθαρχία στην κατά τα άλλα αλλοπρόσαλλη φύση μου. Σε φαντάζομαι δίπλα μου να αναπνέεις. Υπάρχει άνθρωπος χωρίς προσδοκίες; Πρέπει να αφηνόμαστε και να μην περιμένουμε, να μην απαιτούμε, να μην θέλουμε τίποτα από κανέναν; Πρέπει να περνούν οι μέρες μας  με λόγια μηδενικής επίδρασης, ανάλαφρης και στιγμιαίας φόρτισης, χωρίς day after; Ποιός μπορεί απλώς να περιφέρεται; Τα ηλιοβασιλέματα που κοιτώ από το παράθυρο του Σαλονιού μου μαζί με εκείνο το ζευγάρι φοιτητών μπορούν να είναι μεγαλειώδη, ίσως γιατί όλα τα ηλιοβασιλέματα ανεξαιρέτως είναι μεγαλειώδη, έχουν αυτή τη δυνατότητα, δεν έχουν άλλη επιλογή. Ο χρόνος τέλειωσε. Για άλλη  μια φορά δεν απάντησα σε όλες τις ερωτήσεις που μου έκανες, κι αν απάντησα  σε κάποιες, απάντησα λάθος. Όπως σε όλα μέχρι τώρα. Το μόνο που με ενδιέφερε και ακόμα με ενδιαφέρει, είναι το παιχνίδι εκεί έξω, στα πεζοδρόμια που μετέπειτα έγιναν bar και οι φίλοι μου-  ό,τι πιο εξωτικό έχεις γνωρίσει,
Σ αυτή την ζωή θα νιώθω μονίμως αδιάβαστη και ότι λαχταρώ οι άλλοι πάντα θα το έχουν.

Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

mAy FoOtAgE




Μαγιάτικο πρωινό γεμάτο βλέννες φωτός  και μπαγιάτικο ουρανό. Ξυπνάω και κοιμάμαι με τα υπολείμματα μιας ξεχασμένης, παλιάς ζωής κρυμμένα κάτω από τα νύχια μου. Βράδια ολόκληρα, σας το λέω, ξύνω τους τοίχους και τους αρμούς στο μπάνιο μπας και μου φανερωθεί. Δύο μήνες υπό περιορισμό μετακινήσεων. Καμία συνάντηση, καμία αγκαλιά, κανένα πνιχτό γέλιο στα αυτιά μου. Δύο μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς πυρά, με γάντια μιας χρήσης και μάσκα. Στα στενά, στους κεντρικούς, άνθρωποι τρέχανε μίλια μακρυά, περπατούσαν μίλια μακρυά, σα να έφευγαν για πάντα απο κάπου. Σαν να ξεχύθηκε μια μελί ανισορροπία ξαφνικά από τα βουνά προς τους δρόμους. Η μόνη επαφή γινόταν μέσα από σπασμένες φωνές στα τηλέφωνα και άπειρες videoκλήσεις. Γονείς σε καραντίνα, μήνυμα στο 13033 για «βοήθεια στο σπίτι» και μετά πάλι πίσω. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Βαθύ σπίτι, σαν καταπιόνα φάλαινας. Χαμηλά φώτα και μια θέα, σκοτεινή σαν σπλάχνο. Εγώ και ο Ιωνάς κάθε βράδυ συναντιόμασταν και μιλάγαμε  συνεπαρμένοι για κοσμοθεωρίες, ορισμούς αγάπης, συγχρονικότητες και θεωρίες αυτοπραγμάτωσης, χωρίς καμία υπόσχεση για το μέλλον. Ανταλλάζαμε πεμπτουσία σε ένα σπίτι φάλαινα, γεμάτο βραδινή υγρασία και μούχλα μοναξιάς. Και όταν πια κόντευε να ξημερώσει φοράγαμε την μάσκα και κλαίγαμε χωρίς λυγμούς, κλαίγαμε σα να ήμασταν πλημυρισμένοι με μια μικρή διαρροή από τα μάτια. Τέτοιο κλάμα. «Θα μιλήσουμε κι άλλο, μου έλεγε, κουβαλάμε και οι δύο πολλά.» Οι 52 μέρες καραντίνας έφυγαν όπως μπήκαν. Ούτε που τις κατάλαβα, δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό. Το κατάλαβα στην τελευταία πανσέληνο. Διαπίστωσα δηλαδή ότι ήδη ήξερα, πως εγώ είχα τα μάτια, την εικόνα, και η σελήνη το φως. Κι έτσι ένα πρωί, καθάρισα τα υπολείμματα, στόλισα τα μαλλιά μου με μικρά ανθάκια και γέμισα τα βάζα με λευκές ορχιδέες. Έβαλα στην θέση του, την παλιά μου γραφομηχανή και τον μικρό μου πρίγκιπα μαζί με την αλεπού του. Σε όλη την καραντίνα κρυβόντουσαν πίσω από βάζα με κιτρινοπορτοκαλί τριαντάφυλλα, περιμένοντας το φίδι. Ναι, αυτό που φοράω για μενταγιόν στο λαιμό μου.
Ευτυχώς για όλους μας η  Άνοιξη με τις λευκές τις γάμπες έχει καταλάβει μεγάλο μέρος εκεί έξω όπως κ εσύ εδώ μέσα στο ξυστά κατεστραμμένο μου κρανίο. Την πιάνω να ξενυχτάει μαζί μου σε υποφωτισμένα σαλόνια με κρασί ροζέ. Κόσμοι έρχονται και μπλέκονται μαζί με τον δικό μου. Κελαηδίσματα πουλιών, καρδινάλιοι, φτέρες αντί για τελείες και πορτοκάλια ζουμερά κωδικοποιούν την κάθε μέρα μου. Σπαστά ποδήλατα με χαλασμένες σέλες και φρένα. Βόλτες στα ερείπια του παλιού αερολιμένα Αθηνών, στο Ελληνικό. Και από πάνω μας γαλανοί φωσφοριζέ ουρανοί. Μουδιασμένα σώματα. Κραδασμοί, από την φαγωμένη άσφαλτο, ανακατεύουν μέσα μας τα λιμνάζοντα νερά που αφήσαμε. Ο πόνος για αυτό που δεν πραγματοποιήθηκε. Η απουσία κι έπειτα η παρουσία και το μεταφυσικό στοιχείο του ερώτα. Όλα εδώ βαλμένα με λάθος σειρά. Και στο τέλος πάντα να φεύγω με βλέμμα κινηματογραφικό. Και συ να κοιτάς, όπως όλοι, γοητευμένος. Και απομακρύνομαι μέχρι να ζιπαριστώ σε μια μαύρη γυαλιστερή τελεία μαζί με τα 265 κόκκαλα μου. Δεν  περιμένω τίποτα. Ο Μάης μου αρκεί για τώρα και πριν το ξεκίνημα.

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

JuNe FoOtAgE





Έξω αρχές καλοκαιριού. Ιούνης πατημένος σαν λεμόνι στην άσφαλτο , μα το άρωμα του ακόμα κρατά. Κυκλοφορώ στο σπίτι γυμνή με μια πουά πετσέτα κουζίνας για αυτοσχέδια φούστα. Τα παράθυρα μονίμως μισάνοιχτα και από τις χαραμάδες τους παρακολουθώ τον κόσμο να λιώνει. Στο διαμέρισμα επικρατεί μια διακριτική ανακατωσούρα. Σα να ζούσε κι άλλος μαζί μου και ξαφνικά να έφυγε. Στο μικρό ατελιέ, εκεί που κάποτε ήταν το δωμάτιο των ξένων, ξεφυτρώνουν μπογιές,  πινέλα, πινάκες μισοτελειωμένοι και κρεμασμένοι στα πόμολα της ντουλάπας, ανοιχτά κουτιά με βερνίκι, ξύλα κοπής με ζωγραφιές, κουμπαράδες κεραμικοί με ασημένιες φουντίτσες, μαζί με απλήρωτους λογαριασμούς, κοινόχρηστα και ποτήρια καφέ από προηγούμενα πρωινά. Αναρχία παντού. Που και που φυσάει. Κι έτσι κάπως με αυτό το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι που σκάει από διαφορετικά σύμπαντα θαρρείς, θυμάμαι πως κάποτε υπήρξα νέα σε αυτό το σπίτι, χωρίς όλα αυτά, μόνο με την νιότη μου και την αυθάδεια που μου φορούσε τα καλοκαίρια αντί για αυτήν την πουά πετσέτα κουζίνας. Ούτε να κλάψω δεν μπορώ. Οι  κοίτες των ματιών μου έχουν γεμίσει με μικρά χαλάζια. Μπορεί να φταίει που τα βράδια χαζεύω τον ουρανό για ώρες αμίλητη. Μπορεί όλη αυτή η αστερόσκονη εκεί πάνω να μου έκανε την ζημιά.
Μεγαλώνω στο σελοφάν μιας γαλαζωπής μοναξιάς χωρίς να χρωστάω σε κανένα. Ούτε σε συγγενή, ούτε σε φίλο. Ότι έδωσα, έδωσα κι ήταν πολύ. Δεν υπάρχουν άλλα αποθεματικά για αυτούς πια, παρά μόνο για μένα. Η φλόγα της γαλαζωπής μοναξιάς κοστίζει πολύ για να με συντηρεί ακέραια και αυτοί όλοι εκεί έξω δεν θα καταλάβουν ποτέ. Τα βράδια κοιμάμαι χωρίς ενοχές . Κοιμάμαι εύκολα. Κι έτσι εύκολα ξυπνώ και συνεχίζω, χωρίς δεσμούς, χωρίς μακροπρόθεσμες εικόνες, χωρίς φροντίδα, χωρίς χάδια, χωρίς  ελπίδες, χωρίς συνοδοιπόρους, χωρίς πολλά, πολλά.  Με λίγα λόγια, συνεχίζω αυτόφωτη και  γεμάτη εγκαύματα αλλά συνεχίζω.
Ιούνης και τα μέρη που φουντάρω τις νύχτες μου είναι μαγευτικά, σχεδόν εξωπραγματικά, σαν σκηνή από ταινία του Βέντερς. Τα φτερά του έρωτα χωρίς τον έρωτα πια. Όλοι είναι ψεύτικοι, προσποιούνται κάτι που δεν καταλαβαίνω ποτέ με τι μοιάζει. Άγευστοι και ωχροί από τις καταχρήσεις, ανούσιοι και μισότρελοι. Μόνο τα ποτά είναι καθαρά πια. Για αυτό πίνω αρκετά. Στον μακροσκελή  γυρισμό μου το μπαλκόνι ανάβει τους χαμηλούς φωτισμούς του και τα  τεράστια κυανοπράσινα φυτά μου ανασαίνουν με ανακούφιση που επέστρεψα. Ανάβω το φιδάκι για τα κουνούπια και πάω  αναίμακτα πίσω σε εκείνα τα αρχαία χρόνια που λιμνάζουν μέσα μου τον πιο ωραίο βυσσινί βούρκο. Και είναι όλοι πάλι εκεί. Η μαμά, ο μπαμπάς, οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι φίλοι των φίλων τους, οι παιδικοί μου φίλοι, ο αφρός στα μάτια από το Johnsons, στο αυτοσχέδιο ντους της αυλής μετά το μπάνιο, τα γεμιστά στο χτιστό τραπέζι, τα μαγιό απλωμένα, κάποια κογχύλια μαζί με ροζ καύκαλα αχινών χωμένα σε ψάθινα καπέλα, πετσέτες  με αλμύρα απλωμένες κόβουν τον ήλιο στην μέση σαν φρούτο. Η Αλεξία, η Άννα, η Μύρινα ο κυρ Σπύρος, ο Δημήτρης της Γαρυφαλλιάς, ο Πέτρος και ο Παύλος και γω. Είμαι και γω όπως ήμουν αληθινά. Γυμνή με μια αυτοσχέδια πετσέτα κουζίνας για φούστα γύρω στα 7, με μαλλιά ξανθά και βλέμμα θυμωμένο από τότε. Ναι είμαι και εγώ και  βγάζω σαν αόρατη ρουκέτα εκείνο το  παιδικό γέλιο,μπορώ ακόμα να το κάνω και σήμερα, όταν κάποιες φορές για ένα απόσπασμα νιώθω ευτυχισμένη. Ιούνιος και ούτε που ξέρω τι θα μας βρει. Αλλά έχω την αλήθεια μου, εμένα ακέραιη ακόμα, το γαλαζωπό σελοφάν, τα καθαρά ποτά, τις νύχτες του Βέντερς, τα φτερά μου, τις ημέρες του Γκοντάρ και πάντα εκείνο εκεί τον βυσσινί βούρκο να με περιμένει. Αλλά που να καταλάβετε εσείς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2018

SePtEmBeR FoOtAge

    Φωτο: Δημήτρης Ασιθιανάκης.


Περνάνε γρήγορα όλα, μήνες ,μέρες, εποχές, θάνατοι, άνθρωποι από δίπλα μας, αστραπές, φωτιές, μπλέ φεγγάρια, πύρινες ανατολές. Έχω την αίσθηση ότι η γη γυρίζει όπως την γυρίζαμε εμείς  στα σχολεία σπρώχνοντας  την με το δάχτυλο. Σα να λιγοστεύουν όλα πια. Να απομακρύνονται. Και εκείνες οι εποχές από τις όποιες βγήκαμε έφηβοι με δεμένες  πλάτες και βελούδινα πρόσωπα, λες και δεν στάθηκαν ποτέ όρθιες. Όλα κατεδαφίζονται και λιγοστεύουν. Και  μεις, κρατώντας τους σοβάδες του παλιού κόσμου στα χέρια, σαστισμένοι. Και όλα όσα νιώθουμε, και όσα μπορούμε, και όσα θα θέλαμε να γίνουμε, και όλα όσα είμαστε, και όσα αντέχουμε, και όσα έχουμε δίπλα μας, και όσα αγαπάμε και για όσα παλεύουμε, και σε όσα πιστεύουμε. Όλα πιο λίγα. Ζωγραφίζω αρχαγγέλους σε κατεστραμμένες εκκλησίες φωνάζοντας βοήθεια. Αφήνω φαντάσματα με ακρυλικές  υφές και  χάρτινα μέλη σε ότι ερείπιο υπάρχει, φωνάζοντας βοήθεια. Προσπαθώ να αφήσω ένα στίγμα για τους επόμενους φωνάζοντας βοήθεια. Αλλά είναι μεγάλη η αλήθεια μου και ίσως τρομάζει. Γιατί ο κόσμος που λιγόστεψε άρχισε να ψεύδεται για να νιώσει πιο αληθινός.
Ψεύδεται ευθαρσώς μπροστά σου. Τίποτα δεν ισχύει από αυτά που λέει και γράφει. Γενικώς και ειδικώς. Γελάω πνιχτά. Λένε σε θέλω και δεν ξέρουν ότι γράφεται με δυο παχιά θήτα που ρυμουλκούν κάθε εγωισμό και απάθεια. Λένε σε χρειάζομαι και δεν κάνουν βήμα να σε αρπάξουν από την μέση. Ο κόσμος ψεύδεται ευθαρσώς σε ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια και παλιούς καναπέδες  μιλώντας για μεσογειακούς κυκλώνες  που σφυροκοπούν, αλλά στην πραγματικότητα είναι κυκλώνες  χωρίς μάτια και ύπουλες καταστροφές. Κυκλώνες που χαμηλώνουν ξαφνικά την ένταση από βαρεμάρα και μόνο, χωρίς φωτορυθμικά και εξτρίμ καταστάσεις. Μόνο με βροχές σαν ατέλειωτα κλάματα και σιωπηλές σκοτίες. Με όλα τα δέντρα και τις πινακίδες στην θέση τους, με λίγους αχτένιστους φοίνικες να πηγαίνουν βαρετά πέρα δώθε και κύματα που χασμουριούνται βγαίνοντας προς τα έξω, από βαρεμάρα και αυτά. Θέλω να δω τον κόσμο άνω κάτω να παλεύει να ξαναγίνει αληθινός. Θέλω μεγάλες φυσικές καταστροφές και όχι κινδυνολογίες για τις θεαματικότητες. Θέλω όταν λες σε χρειάζομαι να ματώνεις όπως τα ζώα στο δρόμο, όταν λες να ήσουν εδώ να το λες μέσα από μεγάλο πυρετό και ανημπόρια. Όταν περιμένεις κυκλώνες με το όνομα Ζορμπά να είσαι έτοιμος να χορέψεις πάνω από συντρίμμια μικρών καταστροφών. Θέλω αλήθειες από δω και πέρα. Ένα κόσμο  άνω κάτω , μα αληθινό.
Θέλω έναν  άνθρωπο, που να  μπορεί να σταματήσει την μηχανή του κόσμου.


https://www.youtube.com/watch?v=LKmrRhYYdq0

Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2018

sUmMeR FoOtAgE (AuGuSt)*



Χθες για πρώτη φορά σε ονειρεύτηκα.  Δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά. Η μάλλον συνέβαινε μόνο όταν στεκόσουν δίπλα μου ή αντικριστά μου εκείνες τις λίγες φορές που σε συνάντησα. Ήταν μέρα και φορούσες ένα μαύρο παλτό. Μακρύ παλτό. Σε βρήκα πίσω από ένα  μισογκρεμισμένο τοίχο, λευκό. Περίμενες κάτι. Όχι έμενα. Κάτι. Σου μίλησα χωρίς εγωισμό και φόβο κάτι που μόνο εκεί μπορώ να κάνω. Και συ επίσης. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε αποφύγω  ή να κάτσω να σε χαζέψω λίγο ακόμα. Χωρίς να σου δίνω σημασία ξεκίνησα μια τοιχογραφία. Ανέβηκα σε ένα ξύλινο μικρό τετράγωνο σκαμνί και άρχισα να κολλάω τα άκρα στον λευκό τοίχο. Με σήκωσες  ξαφνικά, να φτάσω, σαν να φοβόσουν να μην σπάσω. Είμαι ήδη σπασμένη σου είπα. Με φίλησες και γω τραβήχτηκα. Δεν είχες πια το πρόσωπο που ήξερα. Με κράταγες ακόμα σα να φοβόσουν να  μην σπάσω και συνέχισες να με φιλάς πιέζοντας με όλο και πιο δυνατά μέχρι που δεν μπορούσα να ανασάνω. Ήταν τόσο αληθινό που  ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια και σηκώθηκα, έτσι απλά. Σηκώθηκα και  πήγα να βάλω καφέ. Χωρίς κανένα συναίσθημα. Σκέφτηκα μόνο κρίμα. Κρίμα που δεν κατάφερες να με πνίξεις μέσα σε εκείνο εκεί το όνειρο, να με σπάσεις έστω. Μεγάλο κρίμα, μα δεν έχει σημασία.
Στο δρόμο την μέρα είμαι μόνο εγώ, όπως και τη νύχτα. Οδηγώ εντελώς μηχανικά. Καμία σκέψη, κανένα συναίσθημα. Γνωρίζω καλά πως είμαι μέσα στον κύκλο του Αύγουστου και απλά πάω. Κυκλοφορώ κυρίως νύχτα μεθυσμένη ή και μη. Η Αθήνα γυμνή και γκρι αηδιάζει που με βλέπει έτσι. Αδιαφορώ. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μετρώ τις βαλίτσες και τα ποδήλατα που είναι στοιβαγμένα μέσα κι έξω από τα αυτοκίνητα που φεύγουν. Να τα μετρώ και να ονειρεύομαι ότι με παίρνουν και μένα μαζί  στο πίσω μέρος του αυτοκίνητου τους στριμωγμένη και κενή. Με εκείνα  τα παλιά κίτρινα γουόκμαν  να σκεπάζουν τα αυτιά μου  παίζοντας μουσικές που δεν αντέχω να ακούω πια. Οδηγώ μηχανικά, εκεί είχαμε μείνει κι  όταν κάποτε βραδιάζει βάζω τα γυαλιά ηλίου μου και κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι πολύ προσεχτικά. Είναι κάτι  που με ευχαριστεί γιατί  αλλάζει  η ματιά μου απέναντι στην ζωή επιτελούς. Σκουραίνει αλλά έχει και απίστευτες αντανακλάσεις, ιδίως αυτός ο γαμημένος  Αττικός  ουρανός νύχτα με γυαλιά ηλίου. Μέχρι και το σπίτι μοιάζει  σαν μωβ πανσές με κιτρινοπορτοκαλί έπιπλα, ως και οι μυρωδιές διαστρεβλώνονται στο μπαλκόνι. Κρίμα που δεν κυκλοφορούμε έτσι έξω. Κρίμα που δεν έχουμε το θάρρος. Μεγάλο κρίμα, μα δεν έχει σημασία.
Αύγουστος 2018 και είμαστε σχεδόν και πάλι εδώ λιγοστεύοντας. Λιγότερο αγαπημένοι, περισσότερο καμένοι περνάμε μέσα από τοίχους σπάζοντας πιάτα στο νεροχύτη για να μην ακούμε τα δελτία ειδήσεων .Μετράμε κεφάλια και φωνάζουμε δυνατά τα επίθετα να δούμε αν είμαστε όλοι εδώ. Ανοίγουμε λαγούμια με τα νύχια από  υπέρμετρο εγωισμό και φόβο. Καθόμαστε απέναντι από τις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών λιωμένοι με αυτή την κάποια υποτιθέμενη μελαγχολία και αναπνέουμε μηχανικά, πίνοντας την μια νύχτα τζιν την άλλη νεγκρόνι. Κοίτα, κάποιες φορές ζούμε κι όλας και έξω από τα bar, γελώντας φωναχτά και ατενίζοντας τους ανθρώπους μύγες. Ξέρετε εκείνους που προτιμούν να κάθονται στα σκατά κατεδαφίζοντας τους παραδείσους που τους χαρίστηκαν. Κρίμα.
Σκληρός μήνας  ο Αύγουστος, μα δεν έχει σημασία.



https://www.youtube.com/watch?v=EcaxrqhUJ4c

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018

JuNe FoOtAgE










Είμαι απέναντι από την θάλασσα και την κοιτάω μέχρι που το βλέμμα μου γίνεται θάλασσα που με κοιτά πίσω. Μοιάζει τόσο οικεία. Σαν πρόσωπο γονέα. Νοιώθω σα να μην έφυγα από κοντά της ποτέ. Ποτέ από τα καλοκαίρια που προηγήθηκαν αυτού εδώ. Τα  λίγα αυτά καλοκαίρια της ζωής μας. Ήμουν όπως ήσασταν  και εσείς κάποτε ή όπως πιθανόν  να είστε τώρα. Συμβαίνει τόσο συχνά μια παράξενη αρχή να έχει μια συνέχεια παράξενη. Μια συνέχεια που μοιάζει με συναίσθημα λιποταξίας. Μια λιποταξία που συμπάσχει με την  παράξενη αυτή ζωή με τα τόσα λίγα καλοκαίρια απέναντι από  θάλασσες που μοιάζουν  με πρόσωπο γονέα, το οποίο δεν αποχωρίστηκες ποτέ. Τόσα λίγα τα  καλοκαίρια και τόσες πολλές οι θάλασσες με τα νησιά στην ράχη. Που να πρωτοταξιδέψεις;  Που να πρωτοσταθμεύσεις το βλέμμα σου. Σε ποια νησιωτική χώρα, σε ποιο πολύβουο λιμάνι; Σε ποια κυκλάδα.  Περιφέρω το σαρκίο μου  σε ανέμους νοτιοδυτικούς, με λινά μακρυμάνικα και μια μυρωδιά ψημένου αντηλιακού. Εδώ και καιρό, δεν είμαι φίλη με πολλούς πια και δεν ξέρω γιατί δεν με πονά. Τους συναντώ μόνο καθώς περπατώ μόνη και φιλέρημη. Δεν υπάρχουν στ’αλήθεια κοντά μου, παρά μόνο σε ένα ασφυκτικό σελοφάν με θύμησες.  Σαν τρομαγμένα καναρίνια προχωρούν με γρήγορα μικρά βήματα  στο βάθος του δρόμου που ξεδιπλώνεται σαν κορδέλα απέναντι από παλιές θάλασσες  και είναι σα να ταξιδεύουν στον άνεμο. Δεν νοιώθω καμία ανάγκη να τους πλησιάσω. Δεν με νοιάζει πια, μιας και πάντα βρίσκω κάποιον να μιλήσω, καθώς θα ξέρετε, πως η ομιλία είναι τροφή, άσχετα αν τον τελευταίο καιρό δεν έχω κάτι  να πω, ούτε να ακούσω.
Τον τελευταίο καιρό στις καλοκαιρινές περατζάδες σκέπτομαι ότι λυπάμαι συχνά. Λυπάμαι για ένα παιδί που το μάλωσαν μπροστά σε κόσμο, για μια γυναίκα που τις απαρνήθηκαν τον έρωτα, για ένα γατάκι πατημένο στο δρόμο, για έναν άστεγο που παίζει ένα μίζερο ακορντεόν στον τελευταίο συρμό. Λυπάμαι για το τότε που δεν θα ξαναγίνει ποτέ το τώρα, και για χιλιάδες πράγματα που δεν λυπόμουν πριν. Μα πιο πολύ λυπάμαι για τα καλοκαίρια. Για τα καλοκαίρια  που είναι πιο λίγα και από το ελάχιστο και μέχρι να βγάλεις το καπέλο το αντηλιακό και την ψάθα από το αυτοκίνητο που ζεματά, έχουν χαθεί. Το λιμάνι κοιμάται. Βασιλεύει ένα μισοσκόταδο. Είναι μόνο 12.Πράσινο και κόκκινο φως στο έμπα του. Κάποιος φάρος πολυλογεί. Το τρίξιμο των καταρτιών. Μυρωδιά απόνερων. Ένας σκύλος που αλυχτά. Μουσικές που τις φέρνει ο αέρας από κάπου μακριά, μπορεί και από άλλα περασμένα καλοκαίρια. Τότε που ήμουν όπως ήσασταν  και εσείς κάποτε ή  όπως πιθανόν  να είστε τώρα. Κάποτε που  δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε, τίποτα να κερδίσουμε, τίποτα που δεν θέλαμε πια, εκτός από το να κάνουμε την ζωή μας  ένα έργο τέχνης. Τι εφήμερα που ήταν τα θέλω μας, ε; Το πρωί ανοιχτά και το βράδυ έκλειναν.
Τώρα δεν υπάρχουν καν θέλω. Υπάρχει μόνο  ένα συνηθισμένο μεσημέρι κι ένα όμοιο απόγευμα. Τώρα πια φανταστείτε δεν ξέρω ούτε αν η χθεσινή νύχτα έγινε στον ύπνο μου.

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2018

mAy FoOtAgE/ ReVeRiE




Τέλη Μαΐου,2018. Έξω ο καιρός περίεργος. Οι βαθμοί του Κελσίου  αγγίζουν καλοκαιρινές κλίμακες. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, θολή και κίτρινη. Σκόνη παντού. Στα κάγκελα του μπαλκονιού, στα παπούτσια μου, στα μαλλιά μου, στα αυτοκίνητα έξω, στα τζάμια, στα νύχια, στις κλειδώσεις που σταμάτησαν να θορυβούν, στους πνεύμονες, στον πυθμένα της ελαττωματικής καρδιάς μου. Hey babe/what do you expect me to say? / I could tell you that I'm doing great/But darling I'm just not okay.Η φωνή του Isaac Gracie, συντροφιά στα ακουστικά μου, σηκώνει κι άλλο σύννεφο βούρκου στον πυθμένα και εμποδίζει οποιαδήποτε παρατήρηση. Αποστασιοποιούμαι συνεχώς . Μακραίνω τα άκρα μου σαν  να είναι από ζύμη, σε περίπτωση που γύριζες, να έχω κάτι να σε πιάσω και αφήνω το μυαλό μου να φύγει μακριά και αυτό, πίστεψε με, είναι τρομερά επώδυνο.Hey babe/Why did we throw it away?/Without you I just ain't the same/And darling I'm just not okay. Είμαι στο τέρμα και κατεβαίνω ολοένα και πιο βαθιά. Χάνομαι αργά σε ένα μονότονο αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν ψάχνω τίποτα, ούτε καν τροφή. Απλά χάνομαι μέχρι να με ξεχάσεις. Βλέπεις ,εγώ δεν έχω αισθανθεί κανένα αίσθημα εκπλήξεως  ή φόβου από τότε που σε συνάντησα. Φαίνεται πως ζούσα όλη μου την ζωή σε αυτά τα μεγάλα βάθη και κάτω από τρομακτικές συναισθηματικές πιέσεις. Hey babe/I've been putting on my bravest face/Just looking for ways to replace you/And darling I'm just not okay.Για πρώτη φορά όλα τα Σάββατα που είχε στο ημερολόγιο ο Μάης με έβγαζαν στο μεγάλο ξημέρωμα της Κυριακής, πιωμένη, κλαμένη, συμπιεσμένη κατά 7 χιλιοστά. Με μικρά χτυπήματα στο κεφάλι και διάσπαρτες μελανιές στο υπόλοιπο σώμα, κατέβηκα μέχρι το τέρμα. Σε κάθε ανατολή, το χρώμα μου «έσκαγε» και  μερικά κομμάτια σοβά από το σώμα μου αποσπάσθηκαν. Όμως, παρ όλη αυτή την κακοποίηση που υπέστη από σένα εξ αιτίας  της τιτάνιας συναισθηματικής αναπηρίας σου, μια νέα εποχή καρφώθηκε στο πίσω μέρος του αυχένα μου σαν καμάκι από ψαροντούφεκο και με τράβηξε προς την επιφάνεια. Hey babe/It isn't like me to complain/But you don't look at me the same/And darling I'm just not okay.Το ταξίδι αυτό του γυρισμού από τα μεγάλα βάθη, στα οποία έζησα για τρεις μήνες, διήρκεσε 7 μέρες και 27 λεπτά, δηλαδή λιγότερο από την κάθοδο μου. Το ανέβασμα ήταν απλό, χωρίς ενδιαφέρον και χωρίς απρόοπτα, ένας δρόμος που τον είχα ξαναδιαβεί. Ανέβηκα από μια μικρή σκάλα που έμοιαζε πολύ με αυτή του πατρικού μου. Αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το κεφάλι μου, όμως αυτή τη φορά δεν με ένοιαζε αν θα ήσουν μέσα. Ο ήλιος έκαιγε. Μου φάνηκε πολύ μεγάλος. Φως στη διαπασών. Τότε κατάλαβα πόσο ωραίο είναι. Φυσούσε όταν έφτασα ξανά στη στεριά μου, ένας αέρας ζωογόνος. Κάθισα σε ένα τραπέζι που είχε μόνο μια καρέκλα χωρίς πλάτη. Έφαγα ένα πολύ ωραίο γεύμα μετά από καιρό και κοιμήθηκα σχεδόν μια μέρα μονοκόμματη. Το μόνο που θυμήθηκα ξυπνώντας είναι εκείνο το άρωμα που αναδυόταν  από το καπνιστό negroni που πίναμε και τίποτε άλλο,cause darling I am just OK.



https://www.youtube.com/watch?v=PP42GYqDWxw