Δευτέρα, Απριλίου 30, 2007

YoUr GhOsT


Χτες το βράδυ αποκοιμήθηκα ως συνήθως μπροστά στην τηλεόραση. Ένα κρώξιμο από έξω με έκανε να πεταχτώ. Κοίταξα το ρολόι του τοίχου. Έλεγε 5 το πρωί. Βγήκα έξω και μύρισα την δροσιά της νύχτας. Τόσο ήσυχα όλα. Σήκωσα τα χέρια μου και τα έπλεξα κάτω από τα άστρα. Εισέπνευσα το κατακάθι τους και κατέβηκα στον κήπο. Περπάτησα για δέκα λεπτά.

Όταν ανέβηκα πάλι πάνω ξαναέριξα μια ματιά στο χτεσινό σου γράμμα. Μου έλεγες ξανά για εκείνη την φοβερή ιστορία που άκουσες από μια μεγάλη κυρία στο ταξίδι σου, η οποία έβλεπε κάθε βράδυ το φάντασμα του κερατωμένου της συζύγου πάνω στο κεφαλόσκαλο του δωματίου τους. Χαμογέλασα και σε έφερα στο νου μου,με εκείνες τις ψηλοτάκουνες γόβες που όλο σε χτύπαγαν. Από τότε που έφυγες στο Παρίσι όλο σε φέρνω στο νου μου να βγάζεις εκείνες τις ψηλοτάκουνες γόβες σου και να τρίβεις τα πόδια σου. Μου λείπεις. Είσαι η μόνη φίλη που έχω με ψηλοτάκουνα. Όλα μου λείπουν αυτή την εποχή....όλα ταξιδεύουν με ταχύτητα φωτός στον αγύριστο. Ακόμα και οι γόβες σου.
Οι νυσταγμένες αυτές σκέψεις διαλύθηκαν μόλις το ίδιο περίεργο κρώξιμο με έκανε να τρέξω προς το παράθυρο του σαλονιού. Ξαφνικά η μπαλκονόπορτα άνοιξε και μια τεράστια λευκή γάτα μπήκε μέσα. Η γάτα ήταν εξαιρετικά ήρεμη και κατάλαβα ότι πρέπει να ήταν έγκυος και έψαχνε για τροφή. Πλησίασε με αργά και ήρεμα βήματα τη πικέ κουβέρτα μου. Άρχισε να τρίβεται στην γάμπα μου. Ήταν κρύα σαν κομμάτι χιονιού. Τότε γύρισα και κοίταξα προς το μπαλκόνι και είδα πάνω στα κάγκελα να στέκεται ένα κορίτσι με μαύρη μακριά κάπα (λίγο σαν comic super hero λίγο σαν ήρωας Gothic νουβέλας) που ανέμιζε.
Το κορίτσι ήσουν εσύ. Και ήξερα ότι ήσουν εσύ. Θυμάμαι ότι σκέφτηκα το όνομα σου να σκαρφαλώνει γύρω από την κάπα σου. Δεν με κοίταζες κι όμως ένιωθα το βλέμμα σου να με καίει. Η γάτα ήταν δική σου. Είχε πηδήξει από μπαλκόνι σε μπαλκόνι μέχρι το σπίτι μου και την είχες ακολουθήσει. Ήσουν νέα, ήμασταν σχεδόν συνομήλικες. Και η γάτα έμοιαζε πολύ με εκείνη τη γάτα της φωτογραφίας που είχες παλιά στο κομοδίνο σου.
Ποτέ δεν σε είχα δει με τέτοια αμφίεση, ποτέ δε σε είχα προλάβει σε τέτοια ηλικία. Ένιωσα τρόμο. Δεν πιστεύω στα φαντάσματα. Το ξέρεις αυτό καλά. Αλλά κοίτα τώρα που δεν ήξερα τι να κάνω. Έστεκες εκεί μπροστά στο κάγκελο του μπαλκονιού με την πλάτη γυρισμένη σε μένα και το απαλό αεράκι να σου διαβάζει τα μαλλιά. Μου ήρθε πάλι στο μυαλό, πιο γεροδεμένη από πριν, η ιστορία της γριάς και του φαντάσματος του κερατωμένου της συζύγου. Φαντάσματα ψέλλισα…Εσύ είσαι;
-Εγώ γλυκεία μου. Μην τρομάζεις είσαι ασφαλής αν σέβεσαι την περιοχή μας.
-Και πως θα ξέρω ότι είμαι στην περιοχή σας;
-Θα το νοιώσεις,είπε και η φωνή της βρήκε πάλι την χαμένη θέση της μέσα μου. Γύρισε και είδα πάλι τα μεγάλα μάτια της, γεροντίστικα όπως τότε.
-Θα το νοιώσω; Μα πως;
-Θα νοιώσεις κρύο στο πίσω μέρος του λαιμού και στο κάτω μέρος του σώματος σου.
Θα νοιώσεις φόβο και ανυπομονησία. Το σώμα σου θα αρχίσει να τρέμει
Το σώμα μου είχε αρχίσει κι έτρεμε. Και στο πίσω μέρος του λαιμού μου ένιωθα χειμώνα.
-Ναι κατάλαβα τι λες... Είναι όπως όταν νιώθεις έλξη για κάποιον άλλο άνθρωπο. Τα ίδια αυτά συναισθήματα.
Και μετά σε έχασα. Εξαφανίστηκες. Μαζί και η ματσούλα, η λευκή γάτα σου.
Στις πεντέμιση με πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα.
Θυμάμαι ότι σε ονειρεύτηκα, γριά με εκείνη την μωβ ρόμπα σου. Πηγαίναμε μαζί στο σπίτι σου και παρακολουθούσα λέει τον αγώνα σου να βρεις την ευτυχία με ολύμπια ηρεμία ...γιατί εγώ την είχα ήδη βρει και ήμουν σίγουρη γι' αυτό.
Άνοιξα τα μάτια μου γύρω στις 7 το πρωί. Καίγανε και η μύτη μου είχε μια σχετική υγρασία. Έκανα ένα κρύο μπάνιο. Αυτή η άνοιξη με έχει αρρωστήσει. Αναρωτιέμαι αν είναι αλλεργία ή μήπως είναι δροσιά. Λες να πέφτει δροσιά; Χώθηκα σχεδόν μουδιασμένη στο κρεβάτι μου ξανά. Στις οχτώ έβαλα στα μάτια μου ένα κατάπλασμα με κρύο νερό και στις οχτώμιση ήπια ένα φλιτζάνι μέντα. Άνοιξα το άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες.
Το μάτι μου έπεσε σε αυτή που είχες την γάτα στα γόνατα σου. Φαινόσουν νεότατη. Πίσω στην παλιά τρίχινη πολυθρόνα ήταν ριγμένη μια μαύρη κάπα με κουκούλα. Άρχισα να κλαίω. Σκέφτηκά πάλι το κορίτσι με την κάπα στο κάγκελο του μπαλκονιού. Τη νεότητα που ανέβλυζε από την κίνηση του σώματος. Τα μαλλιά, εκείνα τα μαλλιά που έμοιαζαν με σπάγκο λουλακί,σα να ήταν ζωγραφισμένα από τον πιο ταλαντούχο κομίστα
Σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα τον πρωινό ουρανό. Ένα σμήνος από χελιδόνια πέταξε. Μου έμοιασαν σαν ένα μικρό κοπάδι από χτεσινές μπαγιάτικες σκέψεις.
Είναι φορές γιαγιά που η μεγαλύτερη αγάπη που ένιωσες διαρκεί μόνο μισή ώρα.
Και είναι ικανή να σου αλλάξει όλο το θεώρημα της υπάρχουσας ζωής σου.


Αφιερωμένο στη Lupa

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2007

κΕρΑσΜα ΣτΟυΣ εΧθΡοΥσ ΜοΥ


Τα μαλλιά μου είναι μακριά. Σχεδόν ακουμπάνε το τέλος της πλάτης. Αν και μου αρέσουν,σκέφτομαι να τα κόψω. Βλέπετε οι άκρες τους έχουν γεμίσει με ζήλια και κοντεύουν να κοπούν. Τη ζήλια των ανθρώπων που συναναστρέφομαι τα τελευταία αυτά χρόνια. Αν και δεν ξεκίνησαν με τέτοιες προθέσεις ,εκεί κατέληξαν ακουμπώντας τον ώμο τους στον ώμο μου. Πήραν φωτιά και κατάλαβαν πόσο αληθινή είμαι. Και έσταξαν αντί για ρετσίνι, ζήλια. Οι άντρες την ζήλια που παρήγαγαν από την δειλία και οι γυναίκες τη ζήλια των λυπημένων και χαμένων γυναικών. Ξέρετε για ποιες γυναίκες μιλάω. Είναι αυτές που κάθε πρωί παίζουν bras de fer με την ανασφάλεια τους και εκείνη πάντα τις κερδίζει. Αυτές, που με την προχωρημένη δυσλεξία τους έφτιαξαν τα συνθήματα του κόσμου και τώρα μελαγχολούν που βρέθηκα εγώ μπροστά τους. Αυτές, που φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτές που έχουν το θράσος να ενοχλούν τον άλλον και να του λένε ότι το είχε ανάγκη. Αυτές που με το ψέμα κέρδισαν τα πάντα και αυτοαποκαλούνται κωλόφαρδες. Αυτές που ρωτάνε κάθε πρωί τον καθρέφτη τους αν υπάρχει καμιά πιο όμορφη από αυτές, άρρωστες, γεμάτες οξεία πυώδη ψωνίτιδα. Αυτές, που αντί να αυτοκαταργήσουν τα καμένα τους αισθήματα,τα κολλάνε στις άκρες των μαλλιών μου. Δεν ξέρω αν πίστεψαν πως ήμουν πολύ καλύτερη από αυτές. Ξέρω πως καταργούσαν έτσι το μικρό τους φόβο για την ζωή με έναν μεγαλύτερο. Ξέρω πως τώρα με αναγκάζουν τελικά να κόψω τα μακριά μαλλιά μου, από φόβο μήπως τα τυλίξω γύρω από τον κακοσχηματισμένο τους λαιμό. Μια όμορφη και ηλιόλουστη μέρα σαν και αυτή. Από αυτές τις όμορφες και ηλιόλουστες μέρες, που καμιά δεν έχει καταφέρει να αιχμαλωτίσει μέσα στο απονευρωμένο βλέμμα της. Αλλά υπήρχαν και οι αντίστοιχοι άντρες, που δεν τόλμησαν να μου δείξουν τα ράμματα από τα ευνουχισμένα γεννητικά τους όργανα και μου είπαν ότι ήταν άντρες που με αγάπησαν σαν άντρες. Μου είπαν, ότι ήμουνα κάτι μοναδικό, αλλά ποτέ κάτι μοναδικό σε αντίθεση με αυτούς. Μου πρόσφεραν ασπίδα και βαθιά χαρακώματα για τον πόλεμο εκεί έξω. Ποιον πόλεμο; Εγώ μόνο αγάπη έβλεπα. Που να φανταστώ ότι πολέμαγαν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Και όταν έκανα πιο πέρα για να μη δουν το γέλιο μου και προσβληθούν,αυτοί χάθηκαν. Μα πριν χαθούν τελειωτικά μου άφησαν σαν τρεμάμενη κατάρα ανημπόριας, ένα τελευταίο χάδι στα μαλλιά, γεμάτο ζήλια. Μπορεί για σας να ακούγονται όλα αυτά εγωιστικά, άλλα για τον λατρεμένο μου εχθρό είναι η μόνη αλήθεια. Και μένα το μόνο που με λυπεί,δεν είναι αυτοί που γεννήθηκαν χαλασμένοι. Όχι. Είναι πως θα με αναγκάσουν να κόψω τα μακριά μου μαλλιά για να αφαιρέσω την ζήλια τους, που χρόνια τώρα λαδώνει το τελείωμα τους.
Ποιος ξέρει αν θα βρεθεί κάποιος να τους λυτρώσει. Μπροστά στον μεγάλο φόβο υποχωρούν οι άλλοι,οι πιο μικροί. Και ο μεγάλος τους φόβος είναι αυτοί οι ίδιοι ξαπλωμένοι δίπλα σε αυτούς τους ίδιους, κάθε τρομαχτικά μοναχικό δικό τους βράδυ.Και ο μεγάλος φόβος γίνεται τρόμος, κάθε φορά που αναθεωρούν μεταξύ ύπνου και ξύπνου λέγοντας:«Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση μου. Ήθελα μόνο να σε κάνω να θυμώσεις μήπως έτσι και ασχοληθείς μαζί μου.»

Ξέρω γλυκείς μου, ξέρω. Η κόλαση ήταν πάντοτε στρωμένη από καλές προθέσεις.

Δευτέρα, Απριλίου 23, 2007

cLoUd NuMbEr 9


-Τι μέρα είναι;
-Δευτέρα.
-Που το ξέρεις;
-Έτσι λέει το ημερολόγιο τοίχου.
-Τι ώρα είναι?
-10
-Που το ξέρεις;
-Έτσι λέει το ρολόι του κομοδίνου.
-Ποιος είσαι;
-Είμαι εσύ.
-Ποια είμαι γω;
-Δεν ξέρω, η ταυτότητα σου χάθηκε όταν αποφάσισες να την πας πίσω στο αστυνομικό τμήμα.
-Πίσω;
-Ναι, δεν ήθελες να έχεις άλλο ταυτότητα.
-Τι περίεργη σκέψη.Σε ποια χώρα είμαι;
-Στην αγκαλιά ενός ανθρώπου θαρρώ, που σου παρέχει τα πάντα.
-Που το ξέρεις;
-Τον βλέπω πως σε κοιτάει και τι κάνει για σένα.
-Για μένα;Ποια είμαι γω;
-Δεν ξέρω. Σου είπα, δεν έχεις ταυτότητα πια. Είναι όμως καιρός να σηκωθείς.
-Τέλεψε και το όνειρο που έβλεπα.
-Το ίδιο εκείνο όνειρο;
-Ναι. Ονειρεύτηκα πάλι εκείνη την κοπέλα. Πάνε χρόνια που έχω να την δω. Ήταν φίλη μου αλλά και δεν ήταν. Ήταν μαζί μου χρόνια, αλλά και δεν ήταν. Την ονειρεύτηκα να στριμώχνεται μέσα στο λεωφορείο,την ονειρεύτηκα να περπατά σε κεντρικούς δρόμους,την ονειρεύτηκα να σηκώνει το χέρι για να σταματήσει ταξί. Την ονειρεύτηκα χωρίς ήχο, σα να ήταν βυθισμένη στην κοιλιά της μάνας της.Ονειρεύτηκα το σχήμα που είχαν τότε τα μαλλιά της,και την γύμνια της.Πάντα κρύωνε, τόσο ψιλά που ήτανε ντυμένη. Ονειρεύτηκα πως είναι να φτάνει σπίτι της μετά από τόσες ώρες ή χρόνια. Το θόρυβο που έκαναν τα κλειδιά της στην πόρτα ή όταν τα έβγαζε από την τσάντα της. Ονειρεύτηκα ξανά το σβέρκο της την ώρα που πίνει νερό και αυτό διπλώνεται. Τα μελαχρινά της μαλλιά, όπως ήταν τότε πλεγμένα εκεί πίσω. Σε εκείνη εκεί την παιδική ταπετσαρία που είχε στο δωμάτιο της.
Και μετά ονειρεύτηκα και εκείνο το αγόρι. Εκείνο το τρελό αγόρι με τα σημάδια στους καρπούς και τα γόνατα. Ονειρεύτηκα ξανά το ποδήλατο του και την θάλασσα δίπλα σε εκείνο εκεί το ποδήλατο, που ανέβαινε πάνω του το αγόρι. Και έπειτα, ονειρεύτηκα πάλι το πρώτο μας φιλί και το πρώτο ουρλιαχτό απόγνωσης την ώρα που έχανε αυτά τα λίγα που είχε αποθηκεύσει στο μυαλό του. Ονειρεύτηκα τα χαλασμένα καρφάκια που είχε στον τοίχο και κρέμαγε το παλτό του και την πλατεία όπου άναβε φωτιές και έκαιγε τα μπαγιάτικα όνειρα που αγόραζε μισοτιμής. Και έγινε εφιάλτης το όνειρο και ξύπνησα ιδρωμένη, χαμένη εκεί που πάντα είμαι χαμένη και μόνο η αγάπη σου όταν μου φωνάζει να γυρίσω με φέρνει εδώ....Μ’αγαπάς;
-Ναι, μια χαρά
-Τι απάντηση είναι αυτή;
-Μια χαρά απάντηση. Ταιριάζει και με τον καιρό έξω.
-Τι καιρό έχουμε;
-Άνοιξη νομίζω αν και ο ήλιος μου έχει κάνει τρύπες στα ρούχα. Ίσως να έχουμε και καλοκαίρι. Ανοίγω λίγο το παράθυρο να δεις.
-Όταν δεις το σύννεφο νούμερο 9 να φτάνει...ξύπνα με. Έχω ξεχάσει το βλέμμα μου και την αφή μου χτες που σκάλιζα κάτι πάνω του.Τα εχω ξεχάσει εκεί πάνω και δεν μπορώ να ενταχθώ εδώ.
-Κοιμήσου τότε λίγο ακόμα. Έχουμε καιρό μέχρι να φανεί. Κοιμήσου και πήγαινε στο σπίτι με τα καρφάκια. Νομίζω ότι και εκεί ξέχασες κάτι μεγάλο,ψυχή ολόκληρη. Φέρτην και θα σε ανεβάσω τότε στο σύννεφο 9.
-Ξύπνα με όταν θα έρθει. Θέλω να είμαι εκεί. Ίσως όχι μόνη. Μπορεί να φέρω πίσω την κοπέλα και το αγόρι. Ξύπνα με όταν φανεί.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2007

ΓαΛάΤεΙα


Ο Πυγμαλίων, στην Μυθολογία, ήταν ένας εξαίρετος γλύπτης. Αν και ήταν μισογύνης, έφτιαξε ένα γυναικείο άγαλμα, το οποίο ήταν εξαιρετικά όμορφο. Το κοίταζε συνεχώς. Του άρεσε πολύ. Στο τέλος ερωτεύτηκε το άγαλμα και το ονόμασε Γαλάτεια. Ήθελε το άγαλμα να έχει ζωή. Αλλά φυσικά το άγαλμα δεν ανταπέδιδε τον έρωτά του. Τότε ο Πυγμαλίων προσευχήθηκε στην Θεά Αφροδίτη να ζωντανέψει το άγαλμα. Η Θεά τον λυπήθηκε και ζωντάνεψε την γυναίκα των ονείρων του.
Έβαλα προχτές μια αγγελία. Αναζητώ μια μούσα που θα μπορεί να με κάνει να δουλέψω ξανά. Να αποκτήσω την αυθόρμητη και ξαφνική σύλληψη μίας ιδέας,χωρίς την παρεμβολή της βούλησης. Να εμπνευστώ κοινώς από αυτή την ίδια και να γεννήσω τέχνη. Αναζητώ μια πρωταγωνίστρια για τη νέα μου ταινία. Μια πρωταγωνίστρια για το νέο μου μυθιστόρημα,μια πρωταγωνίστρια για τη νέα μου ζωή. Μια Γαλάτεια που να μπορώ να της μιλάω σαν να έχω μαζί της χιλιάδες αναμνήσεις. Να μπορώ να είμαι απόλυτα εγώ, χωρίς να φοβάμαι ή να ντρέπομαι. Μου οφείλεις την ζωή σου Γαλάτεια. Ήσουνα ένα άψυχο πράγμα και γω κατάφερα να εμφυσήσω μέσα σου ζωή. Σου οφείλω τα έργα μου. Είμαστε πάτσι. Ξεκουμπίσου τώρα.
Κανένας άτυχος εραστής ζωντανής κόρης δεν ήταν τόσο απελπισμένος και δυστυχισμένος όσο ο Πυγμαλίων. Φιλούσε εκείνα τα προκλητικά χείλη, μα δεν του ανταπέδιδαν το φιλί. Χάιδευε τα χέρια και το πρόσωπό της, χωρίς καμιά ανταπόκριση. Την έπαιρνα στα χέρια του- μα εκείνη έμενε παθητική και κρύα. Την έντυνε με ακριβά ρούχα, της έκανε δώρα, της έστρωνε το κρεβάτι και τη σκέπαζε ζεστά. Δεν μπορούσε όμως να συνεχίσει άλλο το παιχνίδι. Στο τέλος το εγκατέλειψε.
Ποτέ δεν με ενδιέφερε κάτι παραπάνω παρά μόνο η τέχνη και η ίδια η τέχνη μέσα στη ζωή. Ποτέ δεν ήμουνα ευτυχισμένη παρά μόνο όταν το έργο ήταν έτοιμο και η μούσα ανέγγιχτη και ίσως και αφανέρωτη. Και τώρα ξαφνικά δεν έχω έμπνευση καμία. Δεν έχω κανέναν να εν+ πνεύσω,να φουσκώσω φυσώντας μέσα του. Άδειασαν τα σακιά των ονείρων μου. Δεν έχω πια τίποτα να φυσήξω. Ακόμα και αυτές οι όμορφες λέξεις ,οι λέξεις μου, βγαίνουν από την κατάψυξη και αναθερμαίνονται στον φούρνο των μικροκυμάτων. Θεοπνευστία...η έμπνευση που γεννάται από την πνοή του θεού. Ακούς Γαλάτεια;Ήσουνα δικό μου δημιούργημα. Με πρόδωσες Γαλάτεια. Για αυτό και τιμωρώ τον εαυτό μου με αχρηστία. Θα σε αντικαταστήσω Γαλάτεια όμως. Ήδη η αγγελία μου τρέχει. Ήδη η ζωή μου ψάχνει άλλο να βρει. Ήδη έχω σβήσει εκείνη την περίφημη φράση που μου έγραψες στο ξύλινο μου πάτωμα,μου το κατέστρεψες και αυτό,Γαλάτεια. «Είμαι ένας ξένος άνθρωπος για σένα, έχεις κάθε λόγο να μη με πιστεύεις, να μη με καταλαβαίνεις, να απορείς, να αναρωτιέσαι. Θέλω να πάψω να είμαι .Γίνεται;» Όλα γίνονται για το όνομα της τέχνης. Μάθε το αυτό πια. Καλά.
Αυτό το παράξενο πάθος δεν έμεινε πολύ καιρό κρυφό από τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη. Ενδιαφέρθηκε για αυτόν τον πρωτότυπο εραστή και αποφάσισε να βοηθήσει το νεαρό. Γεμάτος ελπίδα, ο Πυγμαλίων έτρεξε στο σπίτι και στην αγαπημένη του. Ήταν εκεί πάνω στο βάθρο της, μαγευτικά όμορφη. Τη χάιδεψε μια-δυο φορές. Ήταν αυταπάτη ή μήπως ήταν ζεστή στο άγγιγμά του; Φίλησε τα χείλη της και τα ένιωσε να γίνονται απαλά κάτω από τα δικά του χείλη. Άγγιξε τα μπράτσα της, τους ώμους της, και η σκληράδα τους έφυγε. Ήταν σαν να έβλεπε κερί να λιώνει στον ήλιο. Έπιασε τον καρπό της: αίμα χτυπούσε στη φλέβα της. Με ανείπωτη ευγνωμοσύνη και χαρά αγκάλιασε την αγαπημένη του και την είδε να του χαμογελά κοιτάζοντάς τον στα μάτια και να κοκκινίζει.
Χτες λοιπόν έβαλα αγγελία. Ψάχνω την μούσα μου. Την θέλω με βλέμμα αβλέφαρο σαν και αυτό των αγαλμάτων. Με άγραφα φύλλα, χωρίς αναμνήσεις. Ας έχει χέρια έτοιμα και πόδια ψηλά,δεν με πειράζει,ακόμα και ήχους ευχαρίστησης .Ας έχει ότι έχω και γω. Θα κοιτάξω να το βάλω στην τέχνη μου,θα το εξισορροπήσω. Ξέρω ότι η μούσα μου δεν θα βρεθεί με τέτοιο τρόπο. Ξέρω ότι η θεά Αφροδίτη κατοικοεδρεύει μόνο στην ελληνική μυθολογία και δεν ακούει ούτε ένα δικό μου φωνήεν. Ξέρω ότι ίσως δεν θα έρθει να με βρει ποτέ. Την ψάχνω όμως κι ας ξέρω ότι ίσως με κάψει. Σαν τα όνειρα, στο τέλος όλα καίγονται, άσχετα από το αν πραγματοποιηθούν ή όχι.