Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

ΜιΑ ώΡα ΠίΣω


....Mία ώρα πίσω θα πρέπει να μετακινηθούν οι δείκτες των ρολογιών τα ξημερώματα της ερχόμενης Kυριακής, καθώς λήγει η εφαρμογή του μέτρου της θερινής ώρας και επανέρχεται η χειμερινή.
Τα δάχτυλά μου βρέθηκαν και πάλι στην δύσκολη θέση να σπρώξουνε τους δείκτες μια ώρα πίσω. Πάλι το παίξανε δάχτυλα θεού. Που πάει αυτή η ώρα;Κρύβεται μέσα στην αναπνοή των μικρών παιδιών,ξοδεύεται σε περισσότερο αλκοόλ ή σκάβει τον λάκκο της πίσω από υγρούς θάμνους; Πόσο πίσω; Κοιτώντας παλιές φωτογραφίες και φωτοτυπίες ψυχών και παλιάς ζωής δεν την βρήκα. Λες να την έβαλα στα μαλλιά της μαμάς καθώς εκείνη έφευγε για ταξίδι αναψυχής στην Ιταλία;Που στα κομμάτια πάει αυτή η ώρα;Καταναλώνεται σε όνειρα, σε στροφές δρόμων;Στα αυτιά του γάτου μου;
Σε χορούς βαλς σε κάποιο γλέντι στην λέσχη αξιωματικών;Σε ροζ κουφέτα;Που;
...Έτσι, στις 4 το πρωί της Kυριακής 29 Oκτωβρίου οι δείκτες των ρολογιών θα πρέπει να μετακινηθούν μία ώρα πίσω, ώστε να δείχνουν 3.
Η όψη μου θα δείχνει πιο κουρασμένη,το βλέμμα μου θα μείνει μια ώρα πίσω. Οι άκρες των μαλλιών μου θα κοντύνουν ένα χιλιοστό και τα νύχια μου θα γδάρουν την άκρη του αγκώνα του χρόνου,καθώς αυτός θα φεύγει με την όπισθεν να περάσει το κόκκινο φανάρι της ζωής μου. Σε σκέφτομαι μια ώρα πίσω. Αναπνέω μια ώρα πίσω. Τα όνειρα προβάλλονται μια ώρα πίσω. Όλα τα ραντεβού που είχα για σήμερα χαθήκανε μια ώρα πίσω. Όλα στάζουν μια ώρα πίσω η ρουφιόνται μια ώρα πίσω σαν να τρέχεις στο rewind το video της νύχτας που αποφασίσαμε να παραγκωνίσουμε εκείνη την χαμένη ώρα...
Ηλίθιε Βενιαμίν Φραγκλίνε. Απορώ με τα σκοτάδια σου.
Σε ισχύ από τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Οκτωβρίου, η χειμερινή ώρα και οι χειμερινοί κολυμβητές μαζί και τα χειμερινά ρούχα και σκιρτήματα. Τα χειμερινά σκασμένα χέρια και τα ξεφλουδισμένα χείλια. Σε ισχύ,τα χειμερινά φρούτα και καμώματα,τα παγωμένα όνειρα της περσινής χρονιάς που στέκονται έξω από τα τζάμι. Έλα να τα κάψουμε μαζί με τα ξύλα στη φωτιά. Χειμερινά γαμώτο μιας κρυφής ζωής που όλο δραπετεύει .Όλο αλλάζει ρούχα, μάτια και μαλλιά,αλλάζει χρόνο και τόπο κατοικίας,DNA,γέλιο, μορφή ουσία,φύλλο. Όλο φεύγει και όλο είναι εδώ. Μέσα στα ρολόγια και στους δεχτές που γλύφουν με ρυθμό πάρκινσον τα λεπτά και εκείνος εκεί ο λεπτοδείχτης, λες και βγήκε από στροφή μπαλαρίνας ,να επιθεωρεί. Λεπτέ ,λεπτέ δείκτη,κάτσε λίγο να σου πω .Κατέβα από το ρολόι της κουζίνας μου και πες μου που πάνε όλες αυτές οι ώρες που βάζουμε πίσω;Τις χρειάζομαι να φτιάξω ένα χρόνο ζωής παραπάνω και να μπαλώσω όλα όσα χρειάζεται. Να μην φύγω έτσι,με χίλιες τρύπες και καμένα από τσιγάρα ρούχα. Έλα πες μου, αφού βλέπω ότι μέσα στην στροφή σου με ψάχνεις και συ απεγνωσμένα.
Τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Οκτωβρίου 2006, λήγει η εφαρμογή του μέτρου της θερινής ώρας και επανέρχεται η κανονική.
Α,ώστε κανονική είναι η ώρα του χειμώνα η ώρα της σκοτίας η ώρα που όλα φαντάζουν λυπημένα .. Σαν εκείνη την ζωή που προσπάθησα να ζήσω και με πέταξε μια ώρα πίσω με αποτέλεσμα όλα όσα ήταν μέσα της να ξεσυγχρονιστούν.
Μακάρι να ήξερα πως να σε αφήσω.

and time is all we have so take the time
to make the time and make time to take the time

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

28 ΟκΤωΒρΙοΥ



«Η Σημαία τιμά τον φέροντα
και όχι ο φέρων τη σημαία»



http://www.rhodeslibrary.gr/info/2003_2/index.html



Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006

Αχ ΤσΙάNο, Θα ΤρΕλΑθΩ, τΣιΑνΟ


Εκλογές τέλος. Με την γεύση του χλιαρού πολτού που παρασκεύασαν τα εκλογικά μίξερ, πάμε γι’άλλα. Οι πολεμιστές της τοπικής αυτοδιοίκησης θα κρυφτούν στα αναχώματα τους, και μαζί τους θα πάρουν τα ιδρωμένα κολάρα τους,τα πρόσωπα που γυαλίζουν από έξαψη,τα υγρά μάτια της ματαιοδοξίας, τα βιασμένα χαμόγελα και φυσικά τα ψέματα τους. Πλησιάζει το «ΌΧΙ». Θα ξαναβάλω τους δίσκους της Βέμπο,για να τιμήσω το έπος του '40 και ίσως να παρηγοριέμαι μια στάλα που η μνήμη γίνεται σεμνή τροχοπέδη για ελάχιστες στιγμές. Ανθίζουν οι δάφνες στην βεράντα μου και οι δάφνες της παιδικής μνήμης. Η ατμόσφαιρα κρύα και υγρή σαν μύτη γάτας. Από τα βάθη του νου, πίσω από την ακουστική μου κοιλότητα, έρχονται τα επετειακά τραγούδια που προβάραμε στο σχολείο για τα ρετρό θεατρικά του τότε…«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και την σκούφια την ψηλή του, μ’όλα τα φτερά. Και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει, βρε τον φουκαρά. Ωχ! Τον τσολιά μας το λεβέντη βρίσκει στα βουνά, και ταράζει τον αφέντη τον μακαρονά… Αχ Τσιάνο, θα τρελαθώ, Τσιάνο,με τους τσολιάδες ποιος μου είπε να τα βάνω.» Ανάμεσα λοιπόν σε αυτήν την επετειακή υγρασία των ημερών πλάθω πρόσωπα δασκάλων και διπλανών μου, που χάθηκαν ξαφνικά μέσα στις δεκαετίας που ακολούθησαν. Κοριτσάκια με λαστιχάκια ροζ που συγκρατούσαν μικρές κοτσιδούλες,κοντές αφέλειες στραβοκουρεμένες πολύ πιο πάνω από το ύψος των φρυδιών,φαφούτικα όλα με κόκκινα μονίμως μάγουλα και ιδρωμένους, από το παιχνίδι, κροτάφους. Τους αλλάζω χείλια, μαλλιά, βάζω ρυτίδες αφαιρώ λάμψη από τα μάτια τους, προσπαθώντας έτσι να τους εντάξω στο τώρα. Που να πήγαν άραγε όλα αυτά τα παιδιά,πρώην συμμαθητές δημοτικού, με εκείνες τις μπλε ποδιές με την υπογραφή του Τσεκλένη; Όλα αυτά τα παιδιά που στεκόντουσαν δίπλα μου, στις απαγγελίες, στα σκετς και στις γυμναστικές επιδείξεις, γεμάτα μέλλον και παχιά όνειρα; Ακόμα θυμάμαι τα στόματα τους, χωρίς μπροστινά δόντια, να παραμορφώνονται κάθε τόσο στο, «Αχ Τσιάνο, θα τρελαθώ, Τσιάνο».Ακόμα θυμάμαι την μυρωδιά της τάξης, τόσο έντονη στη μύτη μου, όσο και την φωνή της Μαρίας, της διπλανής μου. Απομακρύνομαι σταθερά από εκείνα τα χρόνια, που ξεράθηκαν όπως οι αρχαίες μας τσίχλες κάτω από τα θρανία του τότε. Καθώς αυτά βυθίζονται στη μοίρα τους, τα βρύα της ιστορίας καλύπτουν γρήγορα τα μυθικά εκείνα πρωινά. Ρε σεις θα τρελαθώ, πότε πέρασαν 26 χρόνια. Ο Αι Δημήτρης είναι εδώ για άλλη μια φορά,μύρισε ο τόπος όλος. Οι σημαίες έχουν ήδη τοποθετηθεί στα κοντάρια των μπαλκονιών. Και γω μέσα από όλα αυτά συνεχίζω να ξενιτεύω τις σκέψεις μου.
Έτσι. Να σκορπά το μυαλό…

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

ΙσΤοΡίΕς ΑπΟ τΟ δΑσΟς ΤοΥ bLoGsPoT- ο ΒοΣκΟς Κι Ο νΕοΣ


Η νέα Σελήνη με γυρισμένη την πλάτη και χορτάτη από νύχτα μάζεψε πάλι γύρω από την φωτιά τα πλάσματα του δάσους. Ήταν όλοι σιωπηλοί σήμερα χωρίς λάμψη στα μάτια .Η φωτιά από μακριά έδειχνε μεγαλύτερη. Η candyblue πλησίασε και πάλι τα πλάσματα μαζί με τον πεινασμένο Λέοντα.
«Ποιος θα τον ταΐσει την ιστορία του σήμερα; » είπε, και άφησε την κάπα της να πέσει στο χώμα. Από τα πλάσματα σηκώθηκε ο Μάρκος ο Γνωστικός,και αφού έριξε τρία φυλλαράκια δάφνης στη μεγάλη φωτιά ξεκίνησε να λέει:

...Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε στους πρόποδες ενός βουνού ένας γερο-βοσκός. Το κοπάδι του, 33 πρόβατα, τα αγαπούσε πιο πολύ κι απ’ το χρυσάφι, μιας και γι αυτόν το χρυσάφι δεν είχε καμιά αξία, ενώ τα πρόβατά του ήταν όλη η ζωή του.
Καλούσε το καθένα με τ’ όνομά του, σεβόταν τον χαρακτήρα του, και του φερόταν ανάλογα. Κάθε πρωί και απόγεμα τα έβγαζε να βοσκήσουν, το μεσημέρι ξεκουραζόταν και το βράδυ σκεφτόταν. Αυτός ο άνθρωπος, τι περίεργο, δεν είχε μάθει ποτέ ούτε να διαβάζει, ούτε να γράφει, αλλά είχε μια μανία να ονειροπολεί.
Είχε φτιάξει λοιπόν με τη φαντασία του μια ιστορία και κάθε βράδυ έμπαινε σ’ αυτή και τη συνέχιζε.
Ήταν αυτοκράτορας, λέει, σε μια αχανή χώρα που απλωνόταν σ’ ολόκληρη τη Γη. Προσπαθούσε να βασιλεύει με δικαιοσύνη κι αγάπη. Αλλά τα προβλήματα των ανθρώπων ήταν τεράστια πάνω απ΄ τις δυνάμεις του. Γρήγορα κατάλαβε ότι μόνος, κλεισμένος στον πύργο του, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Κι έτσι διόρισε 33 βασιλιάδες, τον καθένα σε ένα απ΄ τα 33 βασίλεια που χώρισε τον κόσμο.
Επαναστάσεις, λοιμοί, λιμοί, προδοσίες, πυρκαγιές, καταποντισμοί μαίνονταν στα 33 βασίλεια. Πολύ σύντομα αποδείχτηκαν κι οι 33 άρχοντες ανεπαρκείς. Άλλοι βασίλεψαν σκληρά, άλλοι προάσπισαν μόνο το συμφέρον τους, άλλοι προσπαθούσαν χωρίς αποτέλεσμα, κι έτσι σύντομα κι αυτοί βρήκαν σα μόνη λύση να κλειστούν κι αυτοί στους πύργους τους.
Επειδή όμως η κατάσταση χειροτέρευε σκέφτηκαν σα μια λύση να διορίσει ο καθένας τους από 33 δούκες, σε καθένα από τα 33 δουκάτα, στα οποία χώρισαν το κάθε βασίλειο.
Το αποτέλεσμα ήταν οικτρό. Άρχισαν οι δούκες να πολεμούν μεταξύ τους προσπαθώντας να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη από τα γειτονικά τους δουκάτα. Πόλεμοι, σφαγές, αιματοχυσίες, το κακό σε όλο του το μεγαλείο. Στέλνουν λοιπόν οι δούκες αγγελιοφόρους, ζητώντας απ΄ τους βασιλιάδες τους υποστήριξη. Οι βασιλιάδες βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου δούκα, μια και ήταν όλοι δικοί τους υπήκοοι. Κι έτσι οι βασιλιάδες έστειλαν κι αυτοί αγγελιοφόρους στον αυτοκράτορα, ζητώντας τη συμβουλή τους.
Και τότε ο αυτοκράτορας πήρε τη μεγάλη απόφαση. Βγήκε απ΄ τον πύργο του για να δει αυτός ο ίδιος την κατάσταση.
Έριξε τη γέφυρα πάνω απ΄ τη τάφρο, διέσχισε βουνά, ποτάμια, κι αμέτρητες κοιλάδες κι έφτασε στα βασίλεια και τα δουκάτα του.
Δεν πίστευε στα μάτια του. Παντού πόνος, προδοσία και θάνατος. Ένιωσε τρόμο, του ήρθε να το βάλει στα πόδια, να γυρίσει πίσω και να κλειστεί και πάλι στον πύργο του και να μη ξανακούσει ποτέ για τους υπηκόους του. Σε μια στιγμή όμως, καθώς αντίκρισε τα μάτια ενός παιδιού, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα όλοι αυτοί γύρω του δεν ήταν δούλοι του, κάποιοι αδιάφοροι γι΄ αυτόν υπήκοοι, αλλά μέλη του, σώμα του. Θα ήταν ανώφελο. Θα πονούσε ακόμη κι αν κλεινόταν στο πύργο του, χωρίς να μαθαίνει πια το παραμικρό γι΄ αυτούς.
Ποιο ήταν άραγε το κλειδί; Πώς αυτός, ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, θα έφερνε την ειρήνη και τη δικαιοσύνη σε εκατομμύρια ανθρώπους;
Μπροστά σ΄ αυτή την ανείπωτη αδυναμία προσευχήθηκε στον πατέρα του κι εκείνος του είπε : «Μόνο αν δεχτείς να νιώσεις και να περάσεις τους πόνους, τις διαψεύσεις, τις αποτυχίες, τη σκληρότητα και την αδιαφορία τους».
Κι εκείνος του είπε : «Μα μπορεί ποτέ κάποιος, ένας και μόνο άνθρωπος, να αντέξει κάτι τέτοιο;»
Κι ο πατέρας του απάντησε : «Φυσικά όχι. Θα υποστείς ένα πόνο ανείπωτο, και θα συντριβείς κάτω απ΄ αυτόν».
Κι ο αυτοκράτορας δέχτηκε. Πέρναγε απ΄ τον καθένα, κι έπαιρνε τον πόνο του, κι όσο αυτός βάραινε οι άλλοι ελάφραιναν. Κι όσο αυτός σκοτείνιαζε, οι άλλοι φωτίζονταν. Και στο τέλος ο πόνος έγινε αβάσταχτος και τον λάβωσε ανεπανόρθωτα.
Ο ήλιος άρχισε να βγαίνει αδιόρατα. Οι ροζ ανταύγειες φώτισαν το πρόσωπο του γερο-βοσκού. Αυτή τη φορά η ιστορία του είχε φτάσει στο τέλος της κι εκείνος μη έχοντας πια τι άλλο να ονειρευτεί, άφησε τον κόσμο αυτό, όπως κι ο αυτοκράτορας.
Ένα μικρό παιδί απ΄ το γειτονικό χωριό τον βρήκε χαμογελαστό με ένα παρακλητικό ύφος σαν να του έλεγε : «Σε παρακαλώ τα πρόβατά μου». Κι εκείνος τα αγκάλιασε ένα, ένα και τα έβγαλε να βοσκήσουν. Το αγόρι δεν ήξερε να διαβάζει ούτε να γράφει. Είχε όμως το πάθος να ονειρεύεται ένα κόσμο γεμάτο αγάπη και ειρήνη….

Copyright by Markos-the-Gnostic