Κυριακή, Ιουλίου 30, 2006

ΈλΕυΣιΣ


Ο νυχτερινός χάρτης του ουρανού από πάνω. Τα φώτα των παραλιακών χωριών. Ο φλοίσβος που ακούγεται μέχρι μέσα,τα πυρακτωμένα σώματα.
Οι απέναντι κορυφογραμμές.
Οι μπλε ώρες.
Τα κρυφά μονοπάτια, τα πλατάνια με τα νερά. Ρεματιές και ιαματικά λουτρά.
Βιβλία σκόρπια στο κομοδίνο,εφημερίδες αργά το απόγευμα. Ένας Λιβανέζος περπατάει ανάμεσα στα ερείπια του δρόμου,στο νότιο Λίβανο,φωτιά στο Λαύριο,η θάλασσα μπροστά μου παλεύει να με κερδίσει...
Οι παρατάσεις και οι περιπέτειες του προαστιακού στο τρίτο τμήμα του, ο τουρισμός που αναζητεί νέο μοντέλο ανάπτυξης, γιατί ενώ βουλιάζει από τουρίστες η κίνηση είναι μειωμένη λόγω του“all inclusive”.
Ο μοντέρνος Ζακ Τατί στα θερινά της Αθήνας. Κι έπειτα, όλοι έχουμε μάθει με ένα αγκάθι να ζούμε κρυμμένο βαθιά. Σε έχω όλο στο μυαλό μου. Κουλουριασμένο, μουδιασμένο και τόσο δα μικρό. Χιλιάδες οι κλοπές και οι διαρρήξεις στην Αθήνα, η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί τον τελευταίο καιρό στην πρωτεύουσα. Τα βράδια στο νησί βλέπω όλο εφιάλτες Το καλό παλεύει με το κακό πάνω από το μαξιλάρι μου,παίρνω μαχαίρι και του κόβω το κεφάλι και έπειτα τρέχω σε δρόμους άγνωστους σαν εκείνο το Λιβανέζο, κρύβομαι μήπως και με πιάσουν.
Με το μαχαίρι στο χέρι ακόμα αλλά αίματα πουθενά. Εσύ εμφανίζεσαι πολύ πιo μετά με ένα μπαλωμένο σκούρο μπλε φουστάνι και ξυρισμένο το κεφάλι σου,κορίτσι πράγμα. Σε καμαρώνω μέσα από τα κύματα του Αρμενιστή κάτω από τον λυτρωτικό ήλιο και ζηλεύω που λύθηκες, θα ήθελα όπως μου είπες και συ, να ήμουνα μια μύγα στον τοίχο της ψυχής σου, όταν ταιριάζεις τις λέξεις και φτιάχνεις τις φράσεις που εκφράζουν τις έννοιες και τις ιδέες σου. Κάθε φορά που σε ανακαλύπτω με κάνεις να θυμάμαι ότι δεν είμαι μόνη. Πάμε πάλι. Καστανιές, πλατάνια νερά τρεχούμενα, μισοεξαντλημένοι ποταμοί,αυλές με πλάκες που καίνε, αντικουνουπικά με ιλαρά πορτοκαλί φωτάκια,λευκά σεντόνια,μυρωδιά σχοίνου και θυμαριού,φασκόμηλου και πεύκου. Διάσπαρτα σπίτια σε ράχες βουνών,αδύνατα ηλιοκαμένα παιδικά σώματα,νυσταγμένα βλέμματα ντόπιων,ήλιος σφυρί ,χωματόδρομοι,κύματα, πράσινα ανακατεμένα νερά, στρογγυλοί βράχοι με πτυχώσεις να μου θυμίζουν μπαγιάτικο ξεραμένο ζυμάρι,ανάβαση, κατάβαση για παγωμένες θάλασσες. Καρπούζι στη μέση κομμένο, ο αφρός της μπίρας που φουσκώνει στο ποτήρι σου, ανάσες καστανιάς πάνω σε επικίνδυνες στροφές. Υπέροχα πανηγύρια στις Ράχες, στον Άγιο Πολύκαρπο, στο Καρκινάγρι. Με Ικαριώτικους χορούς και κρασί μέχρι αργά. Στο γυρισμό εργάτες φτιάχνουν, όλο φτιάχνουν, ένα απέραντο εργοτάξιο η Ικαρία.
Και το άλλο μεσημέρι σε μια ξαπλώστρα η Φλέρυ Νταντωνάκη μου κρατάει, μέσα από το «Δίφωνο», συντροφιά.

-Τι σκέφτεσαι;
-Την Αθήνα...εσύ;
-Την επόμενη βουτιά!


Επιστρέφοντας κρατώ τα σκήπτρα του νησιού παραμάσχαλα σαν πατερίτσες. Το λιμάνι ζεστό,απόκοσμο σαν χυδαία χαβούζα που βράζει δυσώδη βλέμματα.
Το αγκάθι είναι για να μένει εκεί και να το αισθανόμαστε κάθε φορά που εμείς το τσιγκλάμε.Μετά από χρόνια, ξέρετε, το απορροφά ο οργανισμός μας και ξεχνάμε πότε και γιατί το αποκτήσαμε.

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

χΡόΝοΣ αΠοΧήΣ


Το ρολόι δείχνει 5..Σκέφτομαι τα δάχτυλα μιας ανοιχτής παλάμης. Κοιτάω το σκοτάδι του δωματίου. Σαν πηχτή νεφέλη μου φαντάζει,σαν γκρίζα μέδουσα που κινείται στα νερά του μαύρου απείρου. Μέσα στο μισό μου ύπνο βλέπω και ακούω διάφορα περίεργα. Οι ήχοι έχουν μια άλλη αξία. Το κρακ στο ξύλινο πάτωμα που αρχίζει και διαστέλλεται από τη ζέστη,το «ουφ» του μεντεσέ της ντουλάπας. Το άγαρμπο βογγητό του ψυγείου που κουράστηκε να δουλεύει, το «πλοπ» του νερού από τα φρεσκοποτισμένα φυτά του από πάνω που πέφτει στο κάγκελο του μπαλκονιού μου. Εκεί σηκώνομαι. Ο Ουμπέρτο Έκο στο «περί λογοτεχνίας» λέει ότι για κάποιον που γράφει, η μόνη δημιουργική στιγμή της μέρας είναι το μισάωρο αμέσως μόλις έχει ξυπνήσει νωρίς το πρωί, όταν ακόμη το μυαλό του είναι συνδεδεμένο με τον κόσμο των ονείρων. Είναι η μόνη στιγμή που μπορεί να γράψει και να πει κάτι ουσιαστικό. Λοιπόν κύριε Έκο, βράζω έναν ελληνικό καφέ και κάθομαι να γράψω... Έξω η νέα μέρα έχει ήδη αφήσει τις χαρακιές της στο ξεπλυμένο σβέρκο του ουρανού. Ξεκινάω να μαζεύω ότι άφησα μισό από χτες, ακόμα και μένα. Εφημερίδες και περιοδικά στο πάτωμα, ρούχα με ταμπελάκια, πετσέτες απλωμένες γεμάτες υγρασία πλυντηρίου. Φεύγω Ικαρία. Αυτοεξορίζομαι .Με παρέα μεν, αυτοεξορίζομαι δε. Αν βρω λόγω θα φανερωθώ με τις λέξεις μου από κει, αν και λέω να τις ξεκουράσω, να τις αδειάσω ψιθυριστά όλες στη θάλασσα. Εννέα μέρες δίπλα της, εκεί θα τα σπαταλήσω όλα.Βλέμματα,σκεψεις,θωπεύματα και πολύ έρωτα, όπως λέμε πολλά φρούτα. Το θέρος θεριεύει και ο έρωτας Θεός γίνεται θερμαγωγός, θεριστής, θερμουργός, θεράπων. Με τον Ιούλιο να βγάζει φωτιές από το στόμα ταξιδεύω, στεφανωμένη με έξοχες νύχτες και αποσβολωμένα μεσημέρια...Στην άκρη των ματιών μου τραμπαλίζεται η έκσταση... Άραγε ποιον θα βρω όταν γυρίσω; Και εσείς ποια, με τη σειρά σας; Τίποτα δεν θα χαθεί από τις λέξεις μας μέχρι να επιστρέψω. Θα έχει μπει κάτω από τη γλώσσα, όπως οι τσίχλες την ώρα του μαθήματος.
Αφήστε μου ότι έχετε ευχαρίστηση, να μην σωθεί το λαδάκι του ποστ!

Τρίτη, Ιουλίου 18, 2006

ΗρΕμΟ μΕροΣ


Θέλω ένα ήρεμο μέρος,ήρεμο σαν την λέξη μπλε...Ποτέ δεν έψαχνα για κανένα χρώμα, είχα φτάσει σε ένα μέρος διάφανο στο οποίο δεν υπήρχε κανένα σημείο φυγής η προσέγγισης. Μέχρι που ξεκίνησα να ζητάω το μπλε. Στο μέρος που ήμουνα δεν υπήρχαν έξοδοι κινδύνου γιατί πολύ απλά δεν υπήρχαν πόρτες, ούτε παράθυρα ή χαραμάδες, νομίζω ούτε τοίχοι υπήρχαν. Απορώ πως κλείστηκα εκεί. Σε εκείνο εκεί το διαφανές σημείο που δεν άφηνε τίποτα να υπάρχει που να με χωρίζει ή να με συνδέει με κάτι. Εκεί ένιωσα το μπλε και την μελαγχολία του να μην το έχεις. Την μελαγχολία του να έχεις ψυχικά αποκοπεί από όλα τα χρώματα και να φλερτάρεις άσκοπα με τη διαφάνεια, ενώ στην ουσία οι άλλοι απ’έξω φλερτάρουν με σένα, πέφτοντας πάνω της με φόρα, όπως κάνει κάποιος που περιφέρεται στον πλανήτη δίχως συναισθηματικές μπάρες. Ξύπνησα και βρήκα ένα κορδονάκι να κρέμεται από το χέρι μου,μια τιάρα και ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα.... Από κάποιο χτεσινό όνειρο θα έπεσαν θαρρώ. Από κάποια ενοχική ρωγμή που συνδέει τα όνειρα με τον έξω κόσμο. Άνοιξα το κινητό και βρήκα ένα δικό σου μήνυμα,δεν θυμάμαι από ποια ζωή ήταν,πότε πήγες Ερεσό και έπινες μοχίτος σε μια προβλήτα με θέα τα πυροφάνια των ψαράδων; Από τότε. Ίσως να ήταν και μόλις χτες. Πότε θα φύγουμε μαζί; Πότε θα το σκάσουμε; Όχι από τις ζωές μας, από τους εαυτούς μας... και μετά η μετάνοια. Μα τι νόημα έχει η μετάνοια, αν δεν χάσεις τον εαυτό σου για να ικετεύσεις να τον πάρεις πίσω; Ξύπνησα με ένα παράπονο που έμοιαζε με ολόκληρο μέρος.Ήσυχο σαν τη λέξη μπλε.

Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2006

ΣτΟ πΑτΡιΚό


Είμαι στο πατρικό μου…στο σπίτι που μεγάλωσα....Μόλις πότισα τα φυτά της μαμάς. Τα φυτά ξαφνικά έγιναν κάποιου άλλου. Της μαμάς, στην παρούσα φάση. Ο αδερφός μου λείπει στην Κρήτη για ένα σεμινάριο και οι γονείς μου στο εξοχικό κάποιων αιώνιων φίλων τους, άγνωστο πότε θα επιστρέψουν. Είμαι μόνη, δίπλα μου η γάτα της μαμάς κουνάει την τεράστια ουρά της. Το σπίτι είναι πολύ μεγάλο, με πολλά δωμάτια και τεράστια μπαλκόνια, σε τέτοιες ερημικές στιγμές σου φαίνεται κάπως. Μακάρι να μπορούσα να σου δείξω που μεγάλωσα, το δωμάτιο μου,την ασύλληπτη θέα της ταράτσας όπου ξημερωνόμουνα με φίλους και γκόμενους, όταν έλειπε η μαμά, καλή ώρα...η γιαγιά...Α ναι! Ήταν και η γιαγιά τότε. Τότε, που όλα ήταν όπως έπρεπε και οι θάνατοι δεν είχαν ακόμα ξεκινήσει. Το δωμάτιο της γιαγιάς έχει γίνει ένα δεύτερο καθιστικό, για την μαμά. Ηρεμώ όταν έρχομαι εδώ. Συγκεντρώνομαι και ονειρεύομαι άπληστα. Απολαμβάνω το άδειο σπίτι αφουγκράζομαι παλιούς ήχους που νόμιζα ότι δεν θα ξανάκουγα ποτέ πια. Κι όμως είναι όλα ακόμα εδώ...και γω ακόμα εδώ με εκείνο το ονειρικό βλέμμα και το μυαλό φρεγάτα... Αν κάπνιζα τώρα θα ήθελα ένα τσιγάρο να το έκανα εδώ, έξω στην ταράτσα. Στην τεράστια ταράτσα με τα πολλά φυτά και την θάλασσα να με παρακαλάει να της ρίξω μια ματιά από κάτω. Τόσες μνήμες. Τόσα γεγονότα και τόσες ιστορίες,έρχονται κατά πάνω μου, τσακίζονται και φεύγουν. Το παρελθόν μου όλο είναι ακόμα εδώ, η σάρκα του κορμιού μου οι μνήμες που πάντα με σπιτώνουν. Εδώ ο Λ. μου είπε την ιστορία του. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη νύχτα και τόσες άλλες που δεν ξέρεις και σχεδόν και γω ξέχασα πια Είμαι πολύ συγκινημένη γιατί εδώ έχω οίστρο, τον οίστρο που άφησα φεύγοντας απότομα και ακόμα πιο πολύ ευχαριστημένη που όλοι θα λείπουν. Θα είμαι μόνη σε δύο σπίτια!!!
Τι έμπνευση! Δεν θα ξέρω που να σεργιανίσω την μοναχικότητα μου, στο τώρα ή στο χτες;
Θα ξανάρθω....και θα γράψω άλλη μια φορά από δω, από το δωμάτιο του αδερφού μου,με συντροφιά μια απίστευτα πρόστυχη θέα και την ουρά της γάτας που λαγοκοιμάται. Ξαποσταίνω λίγο το βλέμμα μου, μακριά από την οθόνη του υπολογιστή. Η πόλη σαν τεράστιο πιάτο άναψε όλα της τα φώτα. Οι μπλε ώρες την κάνουνε σιγά- σιγά. Ακούω το τσικ- τσικ του νερού καθώς το χώμα το ρουφάει,αναπτύσσεται εκεί η ζωή. Αναπνέουν τα φυτά ξανά και αφήνουν με την εκπνοή τους μια υγρή δροσιά. Αναπνέουν τα φυτά...το χώμα μαλακώνει. Κάποτε εδώ υπήρχε κόσμος,κάποτε και συ είχες κόσμο που σε πρόσεχε. Εκεί που μεγαλώσαμε υπήρχε κόσμος και μια μήτρα από όπου κατεβήκαμε. Ναι και μια μήτρα! Άκου το τσικ- τσικ! Ρουφάει το νερό το χώμα και δίνει ζωή. Και νύχτωσε και δεν αντέχω άλλο πια. Και δεν αντέχω πια, έχασα και τη γάτα. Και τη νιότη μου και εκείνο το πρόσωπο που όλο λαχταρούσε να δει τις πανσελήνους και να ζευγαρώσει τα χέρια του σε άλλα χέρια και να προσευχηθεί για το καλοκαίρι το καλοκαίρι που δεν τελείωνε ποτέ, τότε. Ποτέ τότε. Τώρα δεν υπάρχει κανένα καλοκαίρι πουθενά. Ούτε έξω, ούτε εδώ. Έχασα την γάτα της μαμάς, μα που πήγε, αφού πριν κοιμότανε κάτω από την καρέκλα. Είδε κανείς τη γάτα; Την δική μου γάτα; Πεθαμένη καιρό τώρα. Αν φωνάξω «γιαγιάαα», ποιος θα βγει; Α μπε μπα μπλομ, φτου και βγαίνω. Κανείς, κανείς. Μονό το σώμα μου λευκό ακόμα. Ακόμα χωρίς ήλιο.
Καληνύχτα ,δεν ανήκω πουθενά