Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

67 αΥΓοΥσΤου



Οκτώβρης λένε τα ημερολόγια. Σήμερα 67 Αυγούστου λέω εγώ. Ένα καλοκαίρι ζαλισμένο που έχασε το δρόμο και παρέμεινε. Ένα ισχνό φθινόπωρο που βγήκε από τον κόπο να εμφανιστεί. Κάπου πιο κάτω μυρίζει βροχή και νοτισμένο χώμα και καθώς οδηγώ για την δουλειά νιώθω να μπαίνω σε μια λούπα  δροσιάς. Το σκηνικό αλλάζει κάθε μέρα. Γίνεται  όλο και πιο αφαιρετικό. Καθώς και η αγάπη. Τα νούμερα δεν βγαίνουν σε καμιά καθημερινότητα. Όλοι ζητάνε και από κάτι. Χαμογελάς γιατί σκέφτεσαι πως είσαι από χρυσό. Οι νύχτες μεγαλώνουν επιθετικά  και τα πρωινά το φως τυφλώνει με μια εκδίκηση  για ζωή. Ακόμα καλοκαίρι, ακόμα θάλασσα, ακόμα  έξω. Ακόμα αιθεροβάμονες με άγρια ξανθά μαλλιά.
Στο δικό μου σκηνικό  νέα πρόσωπα κάνουν βραδινές εμφανίσεις. Ανοίγουν την πόρτα του γραφείου μου και χαιρετούν χαμηλόφωνα. Το φεγγάρι μια μικραίνει μια μεγαλώνει πάνω από μια μεγάλη ελιά και πλημμυρίζω μέσα μου από κάτι που ξέχασα την λέξη για να σας το πω. Ο Οκτώβρης  συνεχίζει να καλοκαιριάζει  στα μπράτσα μου φορώντας μια μπλε σειρήνα στα μαλλιά και  κυνηγώντας τα υγιή κομμάτια που ξέφυγαν από τον άρρωστο τούτο κόσμο. Κρύβομαι πίσω από δέντρα και κλειστές πόρτες. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα; Εδώ ανοίγουν τα υπόγεια της δεκαετίας του '50, μουχλιασμένα δίχως παράθυρα. Προσεχώς άβυσσος . Ανθίζουν  ήδη νέες μορφές βαρβαρότητας με την διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής. Τα κόμματα σαν καλοντυμένοι τσιρκολάνοι κάνουν ανάποδα ψαλιδάκια στον αέρα. Τα έδρανα δεν ήταν ποτέ άλλοτε όπως τώρα, σαν σκηνικά ταινίας τρόμου. Τρίζει κάτι εκεί έξω. Ακούω τον θόρυβο αυτόν όλο και πιο συχνά. Τον ακολουθώ λες και είναι δικό μου ίχνος.
Δεν είμαι τίποτα. Ούτε μια ξοφλημένη ιδιοφυία. Αλλιώς δεν θα είχα αυτή την λάθος νότα να με συντονίζει. Ακουμπάω ξανά την πλάτη μου πίσω στην καρέκλα. Πάντα η θέση μου σε εκείνη την μαβιά καρέκλα. Προκαλώ τον ίλιγγο της ιστορίας να με μυριστεί. 
Όχι δεν αξίζω και τόσα. Μια χορταριασμένη φάλτσα μελωδία ακολουθεί τα βήματα μου και γω με ένα βλέμμα κενό και απογευματινό αφήνω τις ρωγμές μου να φανούν. Από το ψηλό παράθυρο κάποιος με κοιτάει. Ονειρεύομαι πως κοιτάει την θάλασσα και του χαμογελώ.
Κατηφορίζω ανάμεσα στις διακεκομμένες  λωρίδες του μέλλοντος με μια μεγάλη καλοσύνη στα μάτια. Μια διαυγής διάγνωση  με τσιμπάει στην καρδιά. Συνηθίσαμε να βλέπουμε τη φθορά μόνο στις μηχανές, αλλά η πραγματική καταστροφή συντελείται μέσα μας .Όλα τα πρόσωπα  δίπλα μου και παραπέρα βίαια, βρώμικα και εχθρικά. Εγώ πάλι είμαι υπέρ του καθαρού προσώπου. Τίποτα να μην γράφει , να μπορείς να γίνεσαι ένα με το τοπίο. Χαμαιλέοντας. Ένα με το τοπίο να μην μπορούν να σε κατατάξουν πουθενά.

Μια μικρή πίκρα αναβράζει σαν ξεχασμένο depon. Ο κόσμος δεν έγινε τώρα κακός.... πάντα ήταν.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2012

ΕσΩτΕρΙκΗ ρΟΖΑλΓιΑ σΤο BlAcK dUcK


Άννα Δημητρίου 
«Εσωτερική ροζαλγία»

Η εσωτερική ροζαλγία είναι ένας τόπος αδιόρατος .Ένας τόπος που κατοικήσαμε όλοι, αφήνοντας πάνω του τα δέρματα της σουρεαλιστικής παιδικότητας και της αθωότητας μας. Είναι ένα μεταφυσικό περιβάλλον που φιλοξενεί μερικά θραύσματα επιλεκτικής μνήμης. Μιας μνήμης σταθερής, που αδυνατεί  πια να επαναφέρει το τότε σε πραγματικό χρόνο . Η εσωτερική ροζαλγία ματώνει αρκετά συχνά μέσα μας, όπως μια μύτη ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου, και το άλγος που προκύπτει είναι σαν το άλγος μιας μεγάλης  απώλειας. Μιας απώλειας ηθικής, και συλλογικής. Μιας απώλειας κοσμικής και κατασκευαστικής. Γιατί τελικά αυτό που  χάσαμε είναι ένα μεγάλο μέρος  ενός  κόσμου που μας ενηλικίωσε  και που δεν μπορούμε να συντηρήσουμε πια. Μεγάλες οικονομικοκοινωνικές πιέσεις  κατεδάφισαν μια οπτική ασφαλούς ανάπλασης γεγονότων  για να ανθίσει κάτι άλλο, έξω από αυτό που μας όρισε. Κάτι άλλο που διαρκώς μας αποξενώνει, γιατί ο δικός μας τόπος  είναι η ροζαλγία που δεν θα έχουμε πίσω ποτέ ξανά.



Εγκαίνια έκθεσης: Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012, ώρα 9 μ.μ.
Διάρκεια έκθεσης:
17 - 28 Σεπτεμβρίου 2012
Καθημερινές και Σάββατα: 13.00 – 22.00
Κυριακή: 19.00 – 22.00


Black Duck MultiplarteΝτόρα Ρίζου
Cafe-Bar-Restaurant-Gallery
Χρήστου Λαδά 9α
210 3234760
www.blackduck.gr / info@blackduck.gr



Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2012

SePtEmBeR FoOtAge


Άφησα έναν ολόκληρο Αύγουστο πίσω μου σακάτη και μισότρελο. Σκέφτηκα να σηκώσω τείχη αληθινά για να μην ξαναμπούν ποτέ μέσα αυτοί που έφυγαν. Αλλά τελευταία στιγμή έπεσα σε έναν μεγάλο ύπνο που με πέταξε στις εσχατιές του μήνα. Είδα μεγάλη ερημιά και μια σιωπή αβάσταχτη, σχεδόν μαρτυρική κάτω από τα πεζοδρόμια και δίπλα στα χαλασμένα σιντριβάνια. Σώματα λησμονημένα στους δρόμους, σχεδόν νεκρά σε στάση εμβρύου να παρακαλούν το θάνατο να τους δώσει ένα ευρώ. Με δύο πανσελήνους φτηνούς σε όλα τα μεγέθη, η μικρή σιχαμερή μας πόλη τίμησε και φέτος το φως, γιατί με λέξεις δεν εξωραΐζεται η θλιβερή πραγματικότητα πια. Και όταν το νοιώσουμε όλοι αυτό, σας ορκίζομαι ότι θα γεννηθούν στίλβοντα μαχαίρια στα χέρια του κόσμου και ξαφνικά η θρηνωδία θα μεταβληθεί  σε απαίτηση για ανατροπή.
Φθινοπωρινό κεφάλαιο. Κάνω προσθαφαιρέσεις και υπολογισμούς για τον χειμώνα. Χτυπάω τις γροθιές μου στους τοίχους με δύναμη και προπονούμαι για να γίνω πιο γενναία, πιο δυνατή. Καταμετρώ τα σημάδια στο σώμα. Τα πιο πολλά από αιμοβόρα κουνούπια, άλλα από χτυπήματα σε πόρτες αυτοκίνητου ή γωνίες τραπεζιών, 2 καψίματα από γκαζάκι στον καρπό, και πολλές μελανιές σκόρπιες, που τις νύχτες στα λευκά σεντόνια μοιάζουν  με περίεργους αστερισμούς. Στο μυαλό μου έρχονται με γρήγορο μοντάζ οι στίχοι του Οκτάβιο Πας: «Άδειοι δρόμοι, φώτα θαμπά. Σε μια γωνιά το φάντασμα ενός σκύλου ψάχνει μες στα σκουπίδια το φάντασμα ενός κόκκαλου». Όλα δείχνουν έναν ψευδεπίγραφο ευρωπαϊκό -δήθεν έως πολύ δήθεν- μονόδρομο κι από κει και πέρα ας μας αναλάβει ο ωροσκόπος μας. Μήπως η ευτυχία βρίσκεται σε δέκα χιλιάδες σταγόνες βροχής που θα σκοτώσουν ευπρεπώς το καλοκαίρι;
Στα  πιο βαθιά όνειρά μου βλέπω  πως τραγουδώ  ένα άγνωστο παιδικό τραγούδι στο αυτοκίνητο μου,  ένα τελειωμένο δείπνο δίπλα σε έναν μεγάλο ροζ ποταμό,  μια αυλή ξενοδοχείου γεμάτη  βιβλία για ανάγνωση, ένα  πολύβουο πικ νικ πάνω σε κόκκινα φύλλα, το παλιό αυτοκίνητο του πατέρα μου, βεράντες στον τελευταίο όροφο, αρμαθιές με φώτα ,βιβλία τέχνης, γκαλερί, καλές συνομιλίες. Κι όταν ανοίγω τα μάτια μου, εν μέσω υγρασίας, θυμωμένου ουρανού και αδιαφορίας για τον πολτό πληροφοριών έρχεται μια είδηση, ένα γεγονός που, αν μη τι άλλο, σε αλλάζει. Αυτό είναι το γεγονός που περιμένω να συμβεί και πάντα συμβαίνει. Κατά τα άλλα οι μέρες κυλάνε σε slow motion ακόμα, με μεγάλες ζέστες,  αλλαγές σε χιλιάδες πράγματα, ξεβόλεμα και μια νέα έκθεση στα μέσα του μηνός. 
Βαριέμαι να βγάλω την τετραγωνική ρίζα της ηλικίας μου κι έτσι αισίως ενηλικιώθηκα για πολλοστή φορά σήμερα. Καλό μας φθινόπωρο και «Καλημέρα θλίψη», όπως θα έλεγε και η αλησμόνητη Φρανσουάζ Σαγκάν στους καιρούς της. 

 Ότι κουβαλάς αυτό ξοδεύεις.

Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

EκΑτο ΧρΌνΙα ΜοΝαΞιΑς


Γύρισα πίσω μετά από ένα μήνα, σχεδόν, και μη ξέροντας που βρίσκομαι. Μακρόσυρτες διακοπές, τολμηρές, γεμάτες μονοπάτια, γκρεμούς, σμαραγδένια νερά και άπλετο φως. Φως στα μαλλιά και στα δόντια. Φως στα σκοτεινά εσώρουχα και στα δερμάτινα σανδάλια. Φως  στο κέντρο των ματιών και  στη γραμμή της ζωής. Έζησα μέσα σε πέτρινα σπίτια με δύο κρεβάτια κι ένα τραπέζι μοναστηριακό. Ξενύχτισα σε αυλές καταπράσινες σπαρμένες με σπόρους αστεριών. Δεν ξέρω ποιος θεός ζει στις ρίζες των φυτών αυτών και προκόβουν. Μεγάλωσα 25 μέρες μέσα στο αλάτι των θαλασσών, στα λιπόθυμα λιοπύρια και τα ευωδιαστά βράδια. Και ήσυχα κυλούσαν οι ποταμοί της οικουμένης. Κι η ομορφιά αυθύπαρκτη  με συναντούσε πάντα εξαντλημένη  μέσα σε απογεύματα, στης θάλασσας το ρίγος, και στις  καλοσύνες των ανθρώπων. Κι έτσι αέρινη και εξαντλημένη από τα κύματα και τα σούρτα φέρτα των καραβιών επέστρεψα στα εκατό χρόνια μοναξιάς. Επέστρεψα κάπου που δεν θυμόμουν πως υπήρξα ποτέ. Ο κόσμος που ήξερα, πάει καιρός που κατεδαφίστηκε. Δεν υπάρχει τίποτα. Όλα είναι μόνο αχνή ανάμνηση. Η Αθήνα  ζέχνει παραδομένη στη φριχτότερη αθλιότητά της. Εκατό χρόνια μοναξιάς, με έρημα κέντρα, μισοπεθαμένους χρήστες και χαμένους από χέρι άστεγους, προχωρημένης ηλικίας. Ευτυχώς η ζωή, ό,τι κι αν λένε οι γιαλαντζί επιστήμονες, συντομεύθηκε κατά πολύ. Μέσα μου καταδίκασα εδώ και καιρό την ιδέα του να αλλάξει ποτέ κάτι σε αυτόν τον τόπο. Καταδίκασα την ιδέα του να γίνω σε όλους συμπαθής και κατανοητή και την ιδέα του να προσαρμοστώ σε κάτι που από καιρό με έφτυσε στα μούτρα. Για όσο αντέχω θα  είμαι ο εαυτός μου, και ας μην είναι ποτέ αρκετό αυτό. Στις ειδήσεις ακούω κάτι για φωτιές που μαίνονται για τρίτη μέρα και 27.000 στρέμματα καμένης γης, εφεδρείες που θα εφαρμοστούν την λέξη Τρόικα πολλές φορές και κάτι για χρυσά μετάλλια εν όψη των ολυμπιακών αγώνων. Μελαγχολώ. Φυσάει λίγο την ώρα που γράφω, το φεγγάρι  ολοένα και μικραίνει. Η πόλη καίει, βγάζει μια χαμηλή φωτιά. Τα τσιμέντα σαν ζεματιστά βότσαλα με αποστομώνουν. Στα γνώριμα πια και οι δουλείες με καρτερούν, οι πληρωμές το ίδιο και αρχίζω πάλι εκείνο το τρέξιμο που κάνει κάποιος μόνο όταν ζει σε πόλεις.
Μπροστά μας ακόμα ο Αύγουστος, η χάλκινη πλάτη του θέρους, τα παράξενα μελτέμια και οι «μαύρες συμπληγάδες» του Σεπτεμβρίου. Όσο για τα θαύματα του Δεκαπενταύγουστου , υπάρχουν, και, ναι, είμαστε εμείς. Που ακόμη στεκόμαστε όρθιοι.