Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

ιΔιΟχΕίΡωΣ

Ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση του Alzap
και της πολύχρωμης Maya




Ρίχνω πάσα και στους:
nature
barouak
me-moir
etalon -etalon

Μαρκησία


Να δω και γω κάτι που είσαστε εσείς.


***για το
http://autographcollectors.blogspot.com


Παρασκευή, Μαΐου 02, 2008

ΚαΛό ΜήΝα



Μ. Σάββατο

Άνοιξα το παράθυρο και μύρισε ο τόπος όλος βρεγμένο χώμα. Μ. Σάββατο, μετά την Ανάσταση πήρε να βρέχει. Ότι είχαμε προλάβει να επιστρέψουμε. Καθάρισαν όλα γύρω. Καιρό είχα να θυμηθώ αυτή τη θέα από το μπαλκόνι του εφηβικού μου δωματίου. Παλιά, πολύ παλιά έβγαινα στο μπαλκόνι μου, όταν έβρεχε τις νύχτες και παρατηρούσα την βροχή, κρυμμένη πίσω από την απλώστρα με τα ρούχα. Και ακόμα πιο παλιά σε αυτό εδώ το μπαλκόνι πάλι, δύο χελώνες σουλατσάριζαν πιο αργά και από τα μαγιάτικα σύννεφα. Τότε που όλα στέκονταν στην θέση τους και οι θάνατοι δεν είχαν ενοχλήσει κανέναν ακόμα. Τότε που η Ρόη, η πρώτη μου γάτα, βρισκόταν στην θέση που στέκεται τώρα η Μιλού. Α ναι...η Μιλού, το νέο μου απόκτημα. Μόλις 20 ημερών γατί,που να μπορέσει να χωνέψει τόσο παρελθόν σε αφήγηση;
Δευτέρα 28/4

Με cesaria evora στο cd player αφήνω τις ακτίνες του πρωινού ήλιου να μπουν στο σπίτι. Με cesaria συνεχίζω και παρατηρώ τα πρώτα μερμήγκια στα πλακάκια της κουζίνας. Μου φαίνονται τελείως γυμνά έτσι που περπατούν γρήγορα χωρίς βάρος στις πλάτες.
Η Μιλού αναπτύσσεται. Τώρα μοιάζει πιο πολύ με γατάκι. Κοντεύει να κλείσει τον πρώτο της μήνα.
Καθάριζα το γιασεμί στο μπαλκόνι και με πήραν τα κλάματα όταν συνειδητοποίησα ότι στα πόδια μου δεν είχα πια τον Οντεσού να με κοιτάει υπομονετικά. Κι ο ήλιος με έκανε να φτάσω στα όρια της απελπισίας, έτσι δυνατά που χτύπαγε το είναι μου. Και άρπαξαν φωτιά οι βολβοί των ματιών μου και ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτό που έτρεχε από τα μάτια μου ήταν αίμα ή δάκρυα. Χωρίς κάτι ασημένιο για ισορροπία. Μου λείπεις γαμώτο σου.

Τρίτη 29/4

Το πλοίο μας αφήνει και πάλι στην Άνδρο με μια γεύση μπαγιάτικης θλίψης στο στόμα. Ταξίδι αναψυχής. Εκτάκτως. Τραβάω φωτογραφίες τον ουρανό με τα σύννεφα. Όπως τότε. Όπως πάντα.
Στο λιμάνι ένας εργάτης βάφει αργά τους σκουριασμένους, από την αλμύρα, κάβους έντονο κίτρινο. Κουβαλάει μαζί του κι ένα ραδιοφωνάκι. Ακούγονται τούρκικα τραγούδια. Σαν να είμαι σε γυρίσματα ταινίας.
Στην χρυσή ακτή, το επόμενο απόγευμα βρήκα 3 πέτρες σε σχήμα καρδιάς. Και μια πέτρα λευκή σαν πιπιλισμένη καραμέλα “Oh mammy”. Την κοίταξα, σηκώνοντας την ψηλά στο φως, και ένοιωσα πως είχε τόσα να μου πει.
Φυσάει. Κρύος ο αέρας. Υγρασία και μυρωδιά ιωδίου. Βουτάω τα δάχτυλα μου μέσα στο νερό και έπειτα τα γλείφω. Κοιτάω τις πέτρες κι έπειτα την θάλασσα που σκουραίνει τα μέσα της. Βγάζω το κινητό μου και ηχογραφώ το κύμα. Καλλιτέχνης άγνωστος, μου γράφει όταν πάω να το ξανακούσω. Αχ και να ξερε.

Στην επιστροφή ο ήλιος ξεψυχάει πίσω από την πλάτη μου. Φτάνω στο ρέμα και ξεπλένω τις πέτρες σε μια πηγή. Λαμπυρίζουν σαν ρουμπίνια στην μουσκεμένη μου παλάμη. Θα τις φυλάξω δίπλα μου για λίγο κι έπειτα από χρόνια θα τις ξαναπάω εκεί που τις βρήκα. Γιατί μου είπαν, πως έτσι παίρνουν ζωή οι πέτρες. Και πέρα από αυτό, έτσι κι εμείς φωλιάζουμε μέσα στους τόπους. Κάνει ψύχρα. Μελάνιασε ο ουρανός. Ανοίγω το βήμα μου. Ακούω την ανάσα μου να λαχανιάζει.
Τετάρτη 30
Στο παγκάκι της πηγής. Άλλο ένα απόγευμα. Διαβάζω τον «Αλδεβαράν» του Μάτεσι. Αληθεύει άραγε πως «τα αστέρια είναι αγάλματα νυκτός;»Κατευθύνομαι στην πηγή. Βάζω τα δάχτυλα μου κάτω από το τρεχούμενο νερό. Στάζουν. Ρίχνω μια σταγόνα στην σελίδα 9.Πέφτει πάνω στην λέξη πόδι.
Πρωτομαγιά.

Το πρώτο μου μπάνιο. Με σορτσάκι και μπλούζα ύπνου.
Έξω 23 βαθμοί και ένα απαλό αεράκι. Σε έναν απόμερο όρμο στην παραλία του φελλού. Ησυχία. Απόλυτη ησυχία. Καταμεσήμερο. Κι όμως τώρα που το ξανασκέφτομαι υπήρχε ένας τζίτζικας που προσπαθούσε να τζιτζικίσει. Κι όλο έβαζε μπροστά κι όλο σταμάταγε. Σαν χαλασμένη μίζα. Παγωμένο νερό. Μουδιασμένα άκρα. Και μετά η γαλήνη στο σώμα. Σα να κηδεύτηκαν όλα μέσα της. Κολυμπάω το γύρω μιας κόκκινης βάρκας 5 φορές. Δεν γίνεται να σταματήσω .Κολυμπάω και κλαίω από τα ρίγη, κλαίω που σε έχασα μαζί με όλα τα χάδια που σου έδωσα να τραφείς, με όλα τα μυστικά που σου είπα και πήρες μαζί σου. Κλαίω κάνοντας το γύρω μιας κόκκινης βάρκας, στη μέση ενός απόμερου όρμου,το πρώτο μαγιάτικο μεσημέρι, που όλα αργούν τόσο να αλλάξουν σχήμα. Και ικετεύω να ήμουνα φίδι...
Κουράζομαι απότομα. Λαχανιάζω. Τρέχω έξω τρέμοντας. Ξαναφοράω τα στεγνά μου ρούχα. Η άμμος καυτή. Ποιος θέλει στεφάνια τέτοια μέρα, όταν βαφτίζεται στην θάλασσα;

Τρίτη, Απριλίου 22, 2008

eYeS wIdE sHuT


Κυριακή ξημερώματα. Επιστροφή από φιλικό σπίτι. Κυριακή ξημερώματα και κουνάω τα κλειδιά του σπιτιού να εμφανιστείς. Να πάμε πάνω. Όπως κάθε φορά. Αργείς. Σαν να μην ακούς. Σε φωνάζω μέσα στη νύχτα. Δεν έχω κατεβεί ακόμα από το αυτοκίνητο. Κρατάω ένα μεγάλο σοκολατένιο αυγό και ένα τσουρέκι. Κουνάω τα κλειδιά να φανείς. Ενστικτωδώς γυρνάω το κεφάλι μου στην είσοδο κάτω από την μικρή λεμονιά και βλέπω ένα κουφαράκι. Γκρι σαν το δικό σου. Κυριακή ξημερώματα. Σκοτωμένο γατί. Το δικό μου. Ουρλιαχτά. Από παντού ουρλιάζω. Ακόμα και από τα μάτια μου. Κυριακή, αλλά όχι για σένα πια. Ματωμένη γούνα. Που πήγε όλο το ασήμι που είχες; Το πήρε η χοντροκέφαλη σελήνη για πούδρα. Ανεβαίνω μπουσουλώντας σχεδόν. Σάλια και δάκρυα. Μακάρι και αίμα, αλλά δεν ξέρω πως.
Το θάβεις εσύ που όλα τα μπορείς καλύτερα από μένα. Κι έρχεσαι και κλαίμε. Μέχρι το πρωί. Ουρλιάζουμε γιατί δεν γίνεται να κάνουμε αλλιώς.
Όποιος έχει ζωντανό μπορεί να καταλάβει. Σαν παιδί. Το φροντίζεις. Του μαθαίνεις. Το ορθώνεις. Το πας στο γιατρό. Και αυτό σου δίνει πίσω αγάπη .Χωρίς αντάλλαγμα. Όποιος έχει δει σκοτωμένο το αγαπημένο του πλάσμα μπορεί να καταλάβει ακόμα καλύτερα. Όποιος είναι ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό που ονομάζουμε άνθρωπο μπορεί να νοιώσει απόλυτα τον θρήνο. Κι αν πάλι δεν μπορεί, ποσώς με ενδιαφέρει.
Σκληρός μήνας ο Απρίλης παρόλο το φως του. Καταραμένος και κτηνώδης κόσμος, παρόλο το φως του. Γεύση λεξοτανίλ και όνειρα γεμάτα πένθος. Αργά σαν ξεκοιλιασμένα σαλιγκάρια.
Σου είπα δεν μπορώ να αλιεύσω το φως κι εσύ δεν με πίστευες. Δεν υπάρχει φως ακόμα. Η απώλεια είναι κάτι με το οποίο δεν θα συμφιλιωθούμε ποτέ. Καριόλα ζωή, όλα τα θάβουμε για πάρτη σου.
Προχωρώντας σαν τον τρομαγμένο στρατιώτη μπροστά στην μεγάλη εβδομάδα φουσκώνω με σιλικόνη τα όνειρα μου και τα φοράω στο στήθος. Ανοίγω πόρτες παράθυρα μπας και θελήσεις να γυρίσεις πίσω. Τρώω τα νύχια μου ξανά,τραβάω τις παρανυχίδες μου, ξύνω με δύναμη τα πόδια μου μέχρι να ματώσουν. Σε ψάχνω από συνήθεια στο σπίτι. Πάντα όταν ξυπνάω και έπειτα λίγο πριν ξαπλώσω για να κοιμηθώ. Είμαι σκοτεινή σαν το μελάνι. Με μια πεθαμένη γάτα στο μυαλό.
Αναχωρώ έτσι για το αγαπημένο μου νησί που αχνοφέγγει στο βάθος. Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω εδώ. Σε αυτή την πραγματικότητα. Ίσως σύντομα, ίσως αργήσω.

*Οντεσού, στο είχα πει κάποτε, όταν τριβόσουνα με αγάπη πάνω μου. Οι γάτες δεν θα έπρεπε ποτέ να φεύγουν. Ότι από σένα τώρα έχει μείνει είναι οι φωτογραφίες της στιγμής. Ότι από σένα έχει μείνει πρέπει να ψάξω ξανά στα σύννεφα για να το βρω. Πάλι ψηλά σε εκείνα τα σύννεφα. Ψηλά το κεφάλι σε εκείνα εκεί τα σύννεφα.
Άντε και καλή μας τύχη.

Κυριακή, Απριλίου 13, 2008

ΒιΝτΕπΟίΗσΗ <> NeW aGe


Ξύνει την πλάτη της σε κείνο εκεί το δέντρο. Κοιτάει την κορυφή του «δήθεν εδώ μου» με δύο μαβιά μάτια τόσο δικά της.
Η νέα εποχή, ξέπνοη, με αχτένιστα μαλλιά και μαύρο μολύβι κάτω από τα βλέφαρα μοιάζει με κούκλα που το έσκασε από κάποια βιτρίνα. Έχει ένα δαγκωμένο μήλο στο αριστερό της χέρι και μια φθαρμένη τιάρα στα ξανθά, ξεχτένιστα μαλλιά της.

Ημίγυμνη και τόσο αισθησιακά απόμακρη, ξύνει την πλάτη της σε εκείνο εκεί τον κορμό. Την φλερτάρω. Για μένα έρχεται. Αργά. Νωχελικά. Η νέα εποχή, μου προτείνει το μήλο της. Της λέω. «Άσε με να σου ξύσω την πλάτη».
Βάφω τα μάτια μου μπλε. Ακόμα μέσα στον Απρίλη είμαστε θαρρώ.


Γεννιόμαστε από παντού.
Ξεπήδησες από τον αγωγό της νιότης με ένα κατακόκκινο φόρεμα και φανερώθηκες στο ραντεβού μας κρατώντας ένα κινητό στο χέρι και αφήνοντας ένα γέλιο που με τρόμαξε. Σε έκρυψα στις σάλες του μετρό και σε άφησα να με οδηγήσεις στα φώτα της πόλης που προσεύχεται. Παλλάς. Από το Α-Ω. Καθηλωμένη στα τεχνολογικά επιτεύγματα. Καθηλωμένη σε οτιδήποτε ξεδιπλώνεται ολοκαίνουργιο μπροστά μου. Καθηλωμένη στην ζεστή βραδιά που χύνεται κάτω από τα σκέλια μου. Στην Ανοιξιάτικη Αθήνα. Στα τρελά σκυλιά των δρόμων. Καθηλωμένη στην λευκή οδοντοσειρά σου. Κοιτάω τις χιονισμένες της κορυφές και τις χαράδρες των χειλιών σου. Μόνο 23 χρονών μα με μια γνώση τεράστια.
Είμαστε ασύνοροι λέω ξανά και ξανά. Και ο καιρός, ασύνορος και αυτός τρέχει με λασπωμένα πέλματα.
Απλωνόμαστε μέσα από τις κουβέντες των άλλων στα χέρια και στο πάγκρεας κάποιων τρίτων. Ανθρώπων που κάθονται στα σκαλιά ενός θεάτρου, περιμένοντας το ραντεβού τους και ζητάνε φωτιά από κάποιον άλλον περαστικό. Και οι λέξεις τους υπάρχουν ήδη. Έτοιμες μέσα σε κονσέρβες τακτοποιημένες στα ράφια του χάους.
Μια κουβέντα που λες εσύ την βρίσκεις και κάπου αλλού. Κάπου που δεν είχες φανταστεί ποτέ. Κάτι που πιστεύεις εσύ, που είσαι μόνο 23 πιστεύει και αυτός, που είναι ήδη 67. Ασύνοροι. Απλωμένοι ο ένας μέσα στον άλλον. Ένας τεράστιος κώδικας dna, σε σχήμα σπείρας μεγαλώνει σαν φωτεινός γαλαξίας πάνω από τα κεφάλια μας. Το φως όμως πουθενά. Όχι ξεκάθαρο ακόμα. Παντού βρίσκεις τον κόσμο. Ακόμα και κάτω από ένα πορσελάνινο φλυτζάνι που γράφει made in china.


Άλλη μέρα. Μπορεί και την επόμενη. Πάλι σαν λάσπη μπαγιάτικη ο καιρός. Ζεστός όμως ευτυχώς.
Δυο τρεις κουβέντες στα σκαλιά της πιλοτής. Δύο φευγαλέα βλέμματα πόνου κάτω από την ανθισμένη νεραντζιά στο καρό πεζοδρόμιο. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα των ματιών σου. Το φως που δεν μπορώ να αλιεύσω πια.
Γεννιόμαστε από παντού. Κάθε μέρα κάθε νύχτα. Γεννιόμαστε και απλωνόμαστε. Απειροελάχιστα ίσως. Αλλά είναι τόσο αισθητό αυτό το τέντωμα που ο κόσμος γυρνάει το κεφάλι του και κοιτάζοντας μας στα μάτια εκατοντάδες πεταλούδες τρομάζουν και πετάν στο άπειρο.

Η νέα εποχή με χαζεύει. Ξέρει αυτή, όσα κοντεύω να μάθω.
«Αλίμονο στους ανθρώπους», μου λέει, «που είναι άνθρωποι επειδή δεν μπορούν να είναι κάτι άλλο».
«Ναι, αλίμονο», σκέφτομαι και τσιμπάω το μέσα της παλάμης μου.
Και ο καιρός μπουκώνει κι άλλο την λάσπη πάνω από το φως. Ακόμα να φανεί ξεκάθαρο.

***

Όσοι μου ζητήσατε τα videopoιήματα μου θα τα βρείτε εδώ σε χαμηλή ανάλυση βέβαια.

«Η κούκλα» http://www.youtube.com/watch?v=O5LgMtd4d_M

«ΕνΑιΣθΗσΙα» http://www.youtube.com/watch?v=lKyTCCuhw80