Σάββατο, Μαρτίου 08, 2008

ήΡθΕ


Ήρθε με εκείνη την πορφυρή δύση στο δέρμα και την φωτιά στα μαλλιά. Μου ρόδισε τα μάγουλα και έπειτα μου έβγαλε όλη την σπονδυλική μου στήλη. Χτυπημένη λες από κεραυνό έπεσα στο έδαφος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου έστεκε πάνω μου, γυμνή και μου ψιθύριζε, πως δεν έχει καμιά σημασία να με καταλάβουν οι άλλοι. Πως έπρεπε να προχωρήσω μόνη μου και πως εκείνο το φως εκεί κάτω ήταν μόνο για μένα. Την αγάπησα παράφορα γιατί σε θύμιζε. Έπιασα τότε από την τσάντα μου άσπρες και κόκκινες κλωστές, αυτοσχεδιάζοντας κάτω από το φως των λέξεων της. Έπλεξα ασπροκόκκινη πλεξούδα. Την έβαλα στον αριστερό καρπό μου. Άμυνα στις διαθέσεις του Μαρτιάτικου ήλιου.
Κάψε με αν μπορείς.

Στα πρόθυρα του έαρος υποχωρούν και σβήνουν οι χειμερινές σκέψεις.
Ο νοτιάς μυρμηγκιάζει τις γάμπες μου και τοξίνες οχταώρων μουδιάζουν τις ρίζες των μαλλιών μου.
Κοιτάω στα συρτάρια μου. Τίποτα δεν έχω να σωθώ, παρά μια πελώρια αγάπη και από πίσω της μια ακόμα πιο πελώρια κούραση .Οι 2 κορυφές μου. Στο βάθος, μια μικρή κόκκινη κηλίδα πικάρει τα ήσυχα ντεσιμπέλ μου. 38.8/ 38.9
Μόνο έτσι μπαίνει η άνοιξη μέσα μας.
Με πυρετό!
Κρέμασα τις αμυγδαλές μου σε ένα σχοινί, κάτω από το φως της σελήνης. Απαλλάχτηκα έτσι από την υγρασία του ουρλιαχτού. Δεν αντέχω άλλο.
Φτάνει μέχρι εκεί; Αυτοσχεδιάζω.
Το δέρμα μου κάτω από το φως του φεγγαριού μοιάζει σαν να ναι από άλλον γαλαξία. Λευκό και τόσο ημιδιάφανο. Σαν τα μοναχικά μου εσώρουχα.
Ζω αυτοσχεδιάζοντας.
Μόνο όσοι γνωρίζουν μπορούν να σωθούν.
Αυτοσχεδιάζοντας.

Σα να χαλάει ο καιρός. Υπάρχει μια υπόνοια βοριά. Κάτι μικρά ρεύματα σαν νεογέννητες οχιές που ηλεκτρίζουν τις πατούσες και τα μάγουλα μου. Μια διαφήμιση με προτρέπει: «Πορτοκάλι και ω3 για γερή καρδιά».
Λίγο πριν το γιορτάσι του 3ημερου,φεύγοντας από την δουλειά άκουγα τα γέλια των αναχωρητών. Ξέρετε,αυτών που έχουν μονίμως το διαβατήριο στην τσέπη και χάρτες αλλόκοτων διαδρομών στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.
Ήρθε τότε πάλι και με πήρε μαζί της. Ανταλλάξαμε φιλιά κάτω από το θρόισμα της λεμονιάς. Άλλαξαν οι ήχοι έξω και οι νύχτες υποφέρουν από νόστο και έρωτα πια. Και για κοίτα που ο ουρανός με τα άστρα του, κολλημένα πάνω του σαν ιλαρά, λες και γύρισε ένα κλικ πιο δεξιά.

Με μια τρομακτική και τόσο ποιητική αξιοπρέπεια δαγκώσαμε τον ώμο της δύσης. Λούφαξε τότε ο κόσμος και κρύφτηκαν όλα κάτω από την μασχάλη του Μάρτη.
Τα ντεσιμπέλ του πόνου σου με έφεραν μέχρι εδώ. Αγκαλιά με τα φουστάνια της Άνοιξης χάθηκα μέσα στις μπλε ώρες. Είναι οι αγαπημένες μου ώρες αυτές. Εκεί στοιχίζω τα μέσα μου. Άσε με λίγο να στο ξαναπώ.
«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε».

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

ΜιA φOρA ήTαN....


Μια φορά ήταν ο ουρανός
Κι έναν καιρό η θάλασσα
Μια φορά ήταν
Ο ουρανός
Κι έναν καιρό η θάλασσα.
Ήταν η θάλασσα και ο ουρανός.
Μια φορά κι έναν καιρό.

Μια φορά και έναν καιρό ο ουρανός τύλιξε τη θάλασσα και εκείνη γαλήνεψε και έγινε ο μεγαλύτερος καθρέφτης του κόσμου.

Πάνω της αυτός ανέπνεε αλμύρα.
Κάτω του αυτή έπαιρνε από το χρώμα του.

Κάθε ξημέρωμα θα στάζω πάνω σου μισοδαγκωμένες αλμυρές σταγόνες που χωράνε μέσα τους όλη την άβυσσο του βυθού σου και όλο το χάος του ουρανού μου.


Μια φορά ερωτεύτηκαν κι έναν καιρό, κοντά στο δείλι θα ήταν θαρρώ, ο ουρανός άφησε από τα σπλάχνα του έναν μεγάλο πορτοκαλί δίσκο.

Έμοιαζε με ψυχή που το έσκασε από την μοναξιά του πιο σμαραγδένιου μου γαλαξία και έτρεξε να χωθεί στην καρδιά σου που έμοιαζε με εκείνη την ανατολή που μπροστά μου ξημέρωνε και πίσω μου νύχτωνε. Ας είναι πορτοκαλί η νύχτα μου απόψε.

Γλίστρησε αυτός στο αλμυρό υπογάστριο της θάλασσας και το άλλο πρωί εκείνη του χάρισε έναν άλλο δίσκο που έμοιαζε πολύ στα χρώματα με τον δικό του. Τον φόρεσε τότε, κορώνα από χρυσάφι στο κεφάλι του, ο ουρανός και αποφάσισε πως ήρθε ο καιρός που μια φορά αυτός και εκείνη θα το κάνανε για πάντα αυτό.

Μια φορά και έναν καιρό.

Έρωτας ήταν. Είχε ήχους. Χρώματα είχε. Σχήματα πολλά. Μυρωδιές πρωτόγνωρες και μικρές κραυγές που θύμιζαν κραυγές γλάρων.

Ήχους αθόρυβων εκρήξεων. Χρώματα ουράνια τόξα που μαζεύω από κάθε άκρη μου και πλέκω κασκόλ να το μπερδέψεις στο λαιμό σου. Σχήματα αλλόκοτα, σκαλισμένα στο σχήμα σου που κάθε μέρα βουλιάζω πιο πολύ μέσα του. Μυρωδιές που τις παίρνει ο άνεμος και χώνονται μέσα στα ρουθούνια μου καθώς η νύχτα μου έρχεται και η αφηρημένη σελήνη περπατάει χαμογελαστή στις γειτονιές μου και σέρνει πίσω της το πιο λευκό μου μυστικό. Κραυγές που θύμιζαν κραυγές δικές σου την ώρα που απλωνόμουν πάνω σου και σ έβαφα στις αποχρώσεις μου.

Κάθε δείλι έσταζε μέσα της κομμάτι από την ψυχή του κάθε χάραμα φύσαγε αυτή πνοή από τον μέσα της βυθό. Και όλο γεννιόντουσαν αστέρια πάνω του και αστερίες μέσα της. Και όλο πύκνωναν σαν αποσιωπητικά τα σύννεφα και οι μαύρες συστάδες από τα φύκια.

Ηλιόλουστα ραγισμένα αστέρια που πέφτουν αθόρυβα πάνω σου και βουτάνε στα μαύρα σου νερά ψάχνοντας για τα χρωματιστά κομμάτια σου που δίνουν άλλη όψη στα ηλιοβασιλέματα και στις ανατολές μου.

Και όλο γεννιόντουσαν θαύματα πάνω του μια φορά και μέσα της έναν καιρό.
Κι έτσι και γω αποφάσισα λίγο πριν σε γνωρίσω, γατί πάντα ήξερα πως θα έρθεις να με βρεις,να σε αγαπήσω όπως ο ουρανός την θάλασσα.

Όπως η θάλασσα τα κρυφά της ναυάγια.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

Σελ. 123



Η αξιότιμη Μαρκησία του Ο. Και ο Εξωπραγματικός barouak με προσκάλεσαν στο μπλογκοπαίχνιδο που συνοψίζεται στο "Σελίδα 123, του κοντινότερου σε σας αυτή τη στιγμή βιβλίου, πρόταση έκτη, έβδομη και όγδοη".



«Έκανα έναν όρκο: αν εμείς οι θνητοί δεν μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι από τους θεούς, τότε ας κρατάμε τουλάχιστον τις υποσχέσεις μας»

Τομ Ρόμπινς
«Το άρωμα του ονείρου»
Εκδόσεις Αίολος.




marko - Me:Moir-archive πιάστε δουλειά.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

ΠεΙρΑμα 48


Καλησπέρα φίλες και φίλοι. Γέρασαν τα μαλλιά μου 20 πόντους. Κανείς δεν μου είπε τίποτα για αυτό όμως. Σιωπή εκεί έξω. Παχύρρευστη σιωπή. Από αυτές που κρύβουν όλο το νόημα του κόσμου συμπυκνωμένο. Χάιδεψε μου τα μαλλιά να αρχίσει να κυκλοφορεί ξανά το αίμα στα δάχτυλά σου. Βάλε λίγο κονιάκ και κάτσε στην φωτιά μου. Καίει αργά το κατάρτι που δέθηκε ο Οδυσσέας. Ξύλο άχρηστο πια και τι να το έκανα. Μπλόκαρα με τόσο λευκό. Δεν ήξερα πως να το ξοδέψω. Ξήλωσα σαν πουλόβερ την λευκή ομηρία της φύσης και πάλεψα ελεύθερη στα μπράτσα του λευκού χειμώνα. Εσύ τολμάς ρε; Τολμάς;
Γέλια έξω. Κάποιοι πατάνε το χιόνι.
Ακούω μια παλιά κασέτα με μασημένες εξομολογήσεις. Χειμώνας του 86 τότε. Ερωτευμένη με τον Β. Για μια δεκαετία. Άτολμη η τότε καρδιά. Φραγμένες αρτηρίες από δικό μου χιόνι. Αλλιώτικο. Χειμώνας 86. Και τότε χιόνιζε όπως χτες. Μόνο που γλίστραγα πιο εύκολα τότε. Κατέβαινα να φάω το χιόνι τότε. Το πάταγα και δεν πονούσαν τα πλευρά μου. Φόραγα σκούφο και κόκκινες χοντρές μπότες. Μου άρεσε πολύ εκείνος τότε. Στο ίδιο θρανίο. Καλός μαθητής. Ο πρώτος του σχολείου. Σαν τον Απόλλωνα στην όψη, γεμάτος ξέφτια πια. Ότι δεν μπόρεσα ποτέ μου να του πω το έγραψα σε εκείνη την κασέτα. Ερωτευμένη από τότε. Κάποιες φορές χωρίς αιτία. Με θαύμαζα τότε γιατί είχα στον κρόταφο την σημασία των ωρών χωρίς κόστος. Με θαύμαζα για το παιδί που υπήρξα κι ας είχα την κόλαση γύρω από τον μικρό μου αφαλό. Δεν είχαν σκάσει μύτη ακόμα τα απόνερα της ζωής που δανείστηκα μετά. Έπειτα ήρθαν οι Κύκλωπες πίνοντας μπαρούτι μαζί με τους Λαιστρυγόνες που με άφησαν αργότερα μισή. Χειμώνας και τότε ίσως λίγο πιο κιτρινισμένος. Θαύμαζα την άχνα μου πιστεύοντας ότι κάπνιζα αρειμανίως, όπως ο πατέρας μου. Τότε. Τότε που βιαζόμουνα να κλειδώσω όλες τις πληροφορίες που είχα συλλέξει για την μισή μου ζωή και να τρέξω σε εκείνο εκεί το ματωμένο βέλος.
Ξανά τα γέλια από έξω. Το χιόνι σκορπάει μαζί με μένα κάτω από το ηλεκτρισμένο φως του δρόμου. Νευρικά γέλια από μέσα. Γέρασαν μονομιάς όλες οι πληγές του κόσμου. Τώρα το μέλλον είναι αληθινά μέλλον. Και ο Αντιφάτης( ο Βασιλιάς των Λαισρτυγόνων) στέκει εμπρός μου πιο πεινασμένος από ποτέ. Του έταξα όλες τις λέξεις μου σε σούπα κονσομέ.
Έλα Άννα στάματα να γίνεσαι μελό. Τι κι αν δεν είναι όμορφη η ζωή για όλον τον κόσμο;

Έπειτα ο «λευκός θόρυβος» από το αλουμινένιο τερματικό της μαγνητοταινίας.
Όλα είναι ένα πείραμα. Από την γραφή, την ζωή, το θάνατο, τα ταξίδια πάνω στις θάλασσες. Όλα είναι ένα πείραμα. Εδώ ο χειμώνας κρατάει 48 ώρες. Πείραμα και αυτό! Σκορπάω τώρα. Σκορπάω την αλήθεια μου στο κεφάλι του κόσμου.
Πείραμα. Το καράβι των Φαιάκων μπάρκαρε στα στενά της Αργυρούπολης.
Μα πως; Με τόσο χιόνι;
Πείραμα και αυτό. Δεν ψάχνω κόλακες. Δήμιους ψάχνω.