Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις -
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
- πάλι -
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ' το χτεσινό σου χάδι.
Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.
Βλέπεις -
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ' όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μιά λέξη μεγάλη σαν το Θεό.
Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.
^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^
Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Εϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.
Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μιά τρέλλα.
ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ- Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
( Α π ο σ π ά σ μ α τ α )
Μετάφραση:Γιάννης Ρίτσος.
Η Mantalena Parianos με προσκάλεσε σε αυτό το μπλογκοπαίχνιδο που λέει πως αν θέλω και δεν βαριέμαι μπορώ να γράψω ένα αγαπημένο μου ποίημα που αντιστέκεται στην κακογουστιά και την βλακεία των καιρών .



