Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

ΑνΤιΣτΑθΕίΤε

Μαρία, Μαρία, Μαρία,
Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις -
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
- πάλι -
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ' το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.

Βλέπεις -
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.

Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ' όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μιά λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;

Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.

^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^*^

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Εϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.


Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.


Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μιά τρέλλα.


ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ- Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
( Α π ο σ π ά σ μ α τ α )
Μετάφραση:Γιάννης Ρίτσος.



Η Mantalena Parianos με προσκάλεσε σε αυτό το μπλογκοπαίχνιδο που λέει πως αν θέλω και δεν βαριέμαι μπορώ να γράψω ένα αγαπημένο μου ποίημα που αντιστέκεται στην κακογουστιά και την βλακεία των καιρών .


Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

νΗπΕνΘέΣ

Ο Φλεβάρης μένει πια μαζί μου. Από τότε που έφτασε στην πόλη μου περνάει όλες τις μέρες του μαζί μου. Με κερνάει κρασί με μποράντζα κάθε βράδυ και μου λέει για τα χρώματα του πένθους. Οι ψυχές κρεμασμένες στις άκρες των μαλλιών του, τον διορθώνουν αν κάνει κάποιο λάθος. Έξω ο αέρας λυσσομανάει. Έχει πάρει όλη μου την ζωή και την έχει ανακατέψει μαζί με τα χώματα της ζαρντινιέρας. Γεύση αμμοθύελλας στο στόμα. Τα ποτήρια και τα πιάτα με τα υπολείμματα της χτεσινής νύχτας περιμένουν στο νεροχύτη. Ξύπνησα με μια ανησυχία σήμερα. Σα να γεννήθηκα έτσι ξαφνικά μαζί με τον κόσμο μου στην πλάτη σαν χοντρό και βαρύ σακίδιο.
Γεύση οδοντόκρεμας. Παγωμένα χέρια. Δεύτερος καφές.Αναγνωση.Αέρας.Αέρας.Με δύναμη. Μου λείπεις. Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Φύσα κι άλλο .Πάρτα όλα μαζί σου. Δεν με νοιάζει που. Πάρτα. Αρκεί να χαθούν για πάντα. Μεσολάβησαν τόσα πένθη,τόση ζωή,αλλά δεν πειράζει πια, μια και ακόμα νοιώθω την σελήνη να φουσκώνει τις ρίζες των μαλλιών μου κάθε φορά που σηκώνει το κεφάλι της για να με δει.
Δεν πειράζει πια. Έχω πυξίδα τώρα και έναν προορισμό που με έχει επιλέξει από πριν.
Έχω το Φλεβάρη στο μέρος που κοιμάμαι και τα φορέματα των πολύχρωμων νυχτών στην ξύλινη ντουλάπα μου. Έχω το νου μου σαν τύχει και ξυπνήσω ιδρωμένη .Έχω τα πάντα σε ένα ποτήρι με νερό δίπλα στο κομοδίνο και ένα γκαζάκι μωβ που καίω τα όνειρά μου. Έχω ακόμα, την πιο βαριά επένδυση στην φόδρα της ζωής μου και ένα κασκόλ με όλα τα χρώματα του κόσμου που αγνοούμε τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό μου. Ντύνομαι ζεστά και λίγο πριν χαράξει κατεβαίνω στα έγκατα μου. Ποτίζω τα λουλούδια στο Φιλοξενείο της ψυχής μου,φυτεύω βολβούς και πιάνω την κουβέντα μαζί τους. Με ρώτησες κάποτε πως μοιάζει. Το Φιλοξενείο της ψυχής μου μοιάζει με τεράστια μπαμπούσκα.

Αμυγδαλιές στα γκρι πεζοδρόμια .Διαδρομές με σύννεφα. Βουνά με κεραίες καρφωμένες στην ράχη τους. Ατυχήματα στους δρόμους. Κίνηση. Πάντα κίνηση. Αέρας. Αέρας. Φλεβάρης παντού .Ηλίθιες ειδήσεις. Ηλίθιος κόσμος. Αδιάφορα όλα όσα πλασάρουν. Τα φτύνω. Απαξιώ. Εγώ σαφώς θα ζω στον κόσμο μου και δεν θα γράφω ποτέ για αυτά που θέλουν. Γιατί αυτά που θέλουν μου είναι τόσο αδιάφορα. Όπως όλοι όσοι τα γράφουν. Ήδη έχουν ξεχαστεί .Μαζί με την κοιλιά της μάνας τους .Καλύτερα με τις μάσκες σας παιδιά. Περιμένω ακόμα να με ανακαλύψετε, αλλά φοβάμαι πως όταν το πάρετε απόφαση θα είναι ήδη αργά. Για σας μιλάω. Ναι, για εσάς.

Προχτές κράτησα για πρώτη φορά το πορτοκαλί. Μου άρεσε. Αποφάσισα να χρωματίσω με αυτό τα χέρια μου και όλες τις ώρες που περνάω μακριά σου.
Είχα καιρό που λες να βάλω μποράντζα στο κρασί μου. Από πέρυσι που ζούσαμε πάλι μαζί. Η Μποράντζα, πρέπει να ήταν το «Νηπενθές», που, όπως λέει ο Όμηρος, έδωσαν μέσα σε κρασί να πιει η ωραία Ελένη, για να ξεχάσει τα πάντα. Εγώ δεν θυμάμαι έτσι κι αλλιώς .Όταν το μούσκευαν στο νερό ξεδίψαγε όποιον το έπινε και όταν το έβαζαν στο κρασί έδιωχνε τη μελαγχολία κι έφερνε χαρά. Οι επιταφιακοί άνεμοι χτυπάν τα τοιχώματα του νου μου. Ξέρω για μένα όλα όσα δεν ξέρεις εσύ.
Είμαι αποδεκτή σε μένα, κι ας μην είναι τίποτα όπως πριν.
Και αυτό μου φτάνει πια.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

FeBrUa


Ήρθε ξημερώματα Πέμπτης με ένα ψιλόβροχο. Δοκίμασα μια σταγόνα. Μικρή σαν κεφάλι καρφίτσας. Είχε γεύση παγωμένων άστρων. Είμαι βαθύτατα ερωτευμένη με τον μήνα αυτόν. Είμαι ένδον του χρόνια τώρα. Από παιδί θυμάμαι που τον περίμενα μέσα από τα παλιά αναγνωστικά και τις λαογραφικές κατατοπίσεις των δασκάλων. Από παιδί θυμάμαι την μητέρα μου να μιλάει για αυτόν ντυμένη Γερμανίδα χορεύτρια μεσοπολεμικού καμπαρέ και τον πάτερα μου γεμάτο χρυσόσκονη στα μάγουλα, ντυμένο Άραβα. Πατσουλί και ξεραμένα γέλια σε όλο το σπίτι. Σάλες γεμάτες μασκαρεμένο κόσμο,κομφετί κολλημένο στα χείλια και μαλλιά σερπαντινέ. Και γω να κρυφοκοιτάω μέσα από τις μικρές χαραμάδες που άφηναν οι πόρτες. Σιωπηλή και τόσο εκστασιασμένη με όλο αυτό που σχεδόν ξεχνούσα πως έπρεπε ήδη να κοιμάμαι. Ύστερα ερχόταν ο Φλεβάρης κουτσαίνοντας στο δωμάτιο μου, όπως και τώρα, και νότιζε το πάτωμα με υγρασία. Με άφηνε να ψάχνω τα εβένινα μαλλιά του και μου έλεγε ιστορίες από τα χρόνια που οι Ρωμαίοι τον άφησαν μισό. Είκοσι οχτώ χρόνια μετά ο Φλεβάρης ακόμα παλεύει κάθε βράδυ στα σεντόνια μου. Είναι νέος με εβένινα σγουρά μαλλιά που μοιάζουν πάντοτε βρεγμένα. Από τις άκρες τους κρέμονται μικρές ψυχές που ζουν μέσα σε μπλε σκούρα Ψυχοσάββατα.
Ο Φλεβάρης έχει κίτρινα μάτια που θυμίζουν κεχριμπάρι. Μου είπε πως γεννήθηκε μέσα σε μια δροσοσταλίδα ρετσινιού. Οι φλέβες του φουσκωμένες και μωβ έχουν μέσα τους τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς του χειμώνα και μπόλικο βρεγμένο χώμα. Έχουν φουσκωμένα ποτάμια και γεννητούρια βολβών. Είκοσι βήματα της άνοιξης κι έναν προάγγελο αυτής. Το βλέμμα του γεμάτο φως καλοκαιριού και τα μαλλιά του αμείλικτο χειμώνα. Παλεύω και γω στα σεντόνια μαζί του. Παλεύω να χωθώ στην χαραμάδα της απόκοσμης αγκαλιάς του και τον παρακαλάω να με ξαναγεννήσει για να καταφέρω και φέτος να χαϊδέψω τα μαλλιά της Άνοιξης. Το πρωί με βάζει να μυρίζω τον αέρα και να του λέω τα συστατικά του. Με ακινητοποιεί κάτω από τον ήλιο του, που μοιάζει με απόσπασμα καλοκαιριού, και μου καίει τα χέρια με αυτό το κίτρινο φως που όλο δυναμώνει. Με πηγαίνει βόλτες στα μαγαζιά με τα αποκριάτικα και μου λέει την ιστορία της κάθε στολής. Ρίχνει στα μαλλιά μου σερπαντίνες και αλείφει τα πόδια μου με κομφετί. Γελάει αυτός. Γελάω και γω. Τα μεσημέρια τραβιόμαστε ανατολικά και σμίγουμε κάτω από αμυγδαλιές γεμάτες άνθη.
Μου αφήνει σημάδια παγωνιάς πάνω μου και ζωγραφίζει με χένα χελιδόνια στην σπονδυλική μου στήλη. Μου μιλάει για τις ψυχές που γνώρισε και γω έπειτα του λέω για τις δικές μου. Ανταλλάζουμε βλέμματα γεμάτα πορτοκαλί ηλεκτρισμό. Καταπίνουμε βολβούς και ρίζες τριανταφυλλιάς μαζί με λιωμένο χιόνι. Μεθυσμένοι σχεδόν, ξαπλώνουμε πάνω στις λίγες μέρες του, αφήνοντας τα πόδια μας να κρέμονται απ έξω. Τη νύχτα, λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου να κοιμηθώ, ακούω τα νερά του. Τρέχουν με μανία μέσα στις φλέβες του και υγραίνουν τα τοιχώματα μου.

Το καθαριστήριο της γειτονίας μου λέγεται, «Καθαριστήριον ο Φλεβάρης». Εκεί, ο περίεργος κύριος Μύρτος και η γυναίκα του, η Ανθή που είναι και μοδίστρα, αναλαμβάνουν κάθε χρόνο τον καθαρισμό του μανδύα της Άνοιξης. Οι φήμες λένε πως εποπτεύουν και πολλούς από τους καθαρμούς των ψυχών κάθε Σάββατο.
Περνάω και ρίχνω που και που κλεφτές ματιές, αφήνοντας παντελόνια για κόντυμα και μπουφάν με χαλασμένα φερμουάρ για φτιάξιμο.

Σήμερα το πρωί ο Φλεβάρης με φίλησε με εκείνο το γνώριμο ρυθμό στην γλώσσα του. Μου χτένισε τα μαλλιά και με τράβηξε στα σκοτάδια του. Εκεί, ξάφνου, άναψε ένα φως που έδειξε την πρώτη ανθισμένη αμυγδαλιά. Αυτήν που έχω στον κηπάκο της ψυχής μου.

Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2008

sΕaSoNaL aFfEcTiVe DiSoRdEr


Ο Φλεβάρης, αγαπημένος μήνας μου, παραμονεύει πίσω από αποκριάτικες στολές και ψυχοσάββατα. Γελάει δυνατά μέσα στα αφτιά μου έχοντας στα κίτρινα μάτια του το αποκριάτικο στίγμα και στους κήπους του τις μισανθισμένες αμυγδαλιές. Μετακομίζω το σαρκίο μου δίπλα στην θάλασσα. Μαζεύω ήλιο στην πλάτη και άμμο ψιλή στις σόλες των παπουτσιών μου. Πετραδάκια σε σχήμα καρδιάς απλωμένα παντού. Τα βάζω σαν κλέφτης γρήγορα-γρήγορα στην τσέπη του μπουφάν μου.


Στις χειμωνιάτικες νύχτες ξεπετάγονται που και που κάτι ανοιξιάτικα αποσπάσματα που κάνουν αφόρητη την ερημιά. Φαίνεται στην συγχυσμένη κόρη των ματιών μας. Πίσω από το τζάμι οι νιφάδες λιποθυμούν κάτω από τα φώτα του δρόμου. Τα μουδιασμένα πρωινά βάζω στο repeat κάτι ξεθωριασμένα κομμάτια της Greco. Ζεστός ελληνικός με μέλι. Εφημερίδες στο τραπέζι της κουζίνας. Άνοιξα τα μάτια μου σήμερα και ήταν όλα λευκά. Το χιόνι έχει καλύψει τα πάντα με αυτή την φοβερή σιωπή του. Μου είχε τόσο λείψει. Οδηγώ στην Αττική οδό. Οι μέρες της μαρμότας. Μέσα μου λέω ένα μουσικό δίστιχο εδώ και κάτι μήνες. Πάει κάπως έτσι. «Ρίξτε την κυβέρνηση. Να φανεί ο κάμπος από πίσω». Όλο έτσι λέω. Εμμονή μου έγινε πια. Ρίξτε την.



Μπαινοβγαίνω στα βαγόνια του μετρό. Παρατηρώ εξονυχιστικά τον κόσμο. Πλάθω ιστορίες. Κατεβαίνω με πακιστανές και ρουμάνες μέχρι τις κεντρικές λεωφόρους. Καταπίνω τους ήχους της Αθηναϊκής μητρόπολης και μπερδεύομαι στο πλήθος. Κυνηγάω το φως. Το μαζεύω. Συλλέγω μπόλικη σεροτονίνη για να έχω κάμποσες ουγκιές διάθεσης στους επόμενους μήνες. Μέχρι την άφιξη της. Εποχιακή συναισθηματική διαταραχή.

Κάπου μέσα στο βάθος της ρωγμής μου το γαλάζιο άρωμα των ζουμπουλιών, η βραχνάδα στην φωνή της και τα κατάμαυρα μάτια της μεταφέρουν παραισθησιογόνες ουσίες στον αποκριάτικο ψυχισμό μου. Φάσεις είναι. Στάδια που περνάμε σαν τις ιώσεις που έρχονται και φεύγουν. Θα έρθουν και καλύτερα. Και χειρότερα. Και πάλι καλύτερα. Όλα έχουν ένα τέλος.



Σήκωσα το βλέμμα μου στον μενεξεδένιο ουρανό κι ένα παλιό αεράκι άγγιξε τα βλέφαρα και έκανε την μνήμη να σκορπίσει ξανά. Στο ανθοπωλείο της γειτονιάς μου έφεραν τις πρώτες αμυγδαλιές κύριε Γεώργιε Δροσίνη.