Στα γενέθλια του Θερινού ηλιοστασίου εγώ έβαλα δύο πλυντήρια γεμάτα –γεμάτα. Ξεπλύθηκαν όλες οι αναμνήσεις της χτεσινής μου ζωής,όλα τα ίχνη τους. Λένε ότι σήμερα είναι η καλύτερη μέρα για να ξεκινήσεις κάτι και αυτό γιατί όλες οι δυνάμεις της φύσεως είναι ενωμένες και διώχνουν τα κακά. Αν διαλέξεις κάτι σήμερα θα σου προσφέρει καρπούς αργότερα. Διαλέγω να ζήσω μαζί σου σήμερα. Μην φοβάσαι για το μετά. Άκουσα πως μια αμερικάνικη εταιρία στο Τέξας αναλαμβάνει έναντι 13.000$ να σκορπάει τις στάχτες εκείνων που το επιθυμούν στην σελήνη. Βρήκα λοιπόν που θα πάω όταν τελειώσω από δω. Νυχτώνει αργά και οι μπλε ώρες διαλύονται σαν γαλάζιο μελάνι σε ποτήρι με νερό. Κοίτα εκεί, η σελήνη σα να χαμογέλασε ξαφνικά, έτσι δεν σου φάνηκε και σένα;
Ξαπλωμένη στον καναπέ μιας βεράντας ριγμένης στον τέταρτο όροφο ενός αλλόκοτου σπιτιού κοιτάω τα εφηβικά αστέρια του Ιούνη. Ανήκω στα πλάσματα της νύχτας. Γεννημένη σε ένα μέρος απόκοσμο, που δεν το έχει δει ποτέ κανείς. Φιλοξενείο ψυχών. Η φωνή σου ερχόμενη από κάποιο μακρινό μαγνητικό πεδίο μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Είσαι μια μυρωδιά που δεν γνώρισα ποτέ, άλλα τι παράξενο, την έχω ήδη μέσα μου,όπως έχω τον ήλιο και τους πλανήτες μας. Μια τόσο όμορφη νύχτα και εντελώς καλοκαιρινή,με το πλοίο στο κεφάλι μου πάω στις αμμουδιές διαφόρων ερωτημάτων. «Γιατί οι άνεμοι, ας πούμε, εξασθενούν πάντα τη νύχτα; Γιατί οι μεγαλύτερες επιτυχίες πρέπει να αφήνουν εποχή;Γιατί ποτέ κάνεις δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το ποιος πραγματικά είσαι;Γιατί ζούμε τις ζωές των άλλων σαν να ήταν δικιές μας; Γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις ότι σε έχω συγχωρέσει για ότι μου έκανες»; Κάνεις δεν πονάει όταν η αδρεναλίνη μέσα του χτυπάει κόκκινα. Κανείς. Το φεγγάρι κρεμιέται σαν αγχόνη από πάνω μου όσο εγώ αφήνω την αύρα μου στο φαρδύ μπαλκόνι. Δεν ξέρω αν μπορώ να την φέρω πίσω, αλλά το εύχομαι. Κοιτάω τα άκρα μου. Τα τεντώνω όσο πάει. Άλλαξαν σχήμα λίγο.
Νοιώθω ότι μεγαλώνω. Εσύ; Φλερτάρω τα 35 βλεφαρίζοντας. Σαλιώνω τα φρύδια μου να ισιώσουν οι γραμμές τους όπως έκανα παιδί και προσπαθώ ακόμα να ενθουσιάζομαι στην ιδέα του κάθε τι που μοιάζει καινούργιο. Εσύ; Η θάλασσα ξαπλωμένη ανάσκελα στο βάθος με ταξιδεύει. Φέρνω ένα ποτήρι νερό με πολλά παγάκια στο στόμα μου. Τα ακούω που χτυπάνε τα τοιχώματα του ποτηριού και ονειρεύομαι αποσπάσματα μιας ζωής που ακόμα δεν γνώρισα. Πίνω λαίμαργα μέχρι την μέση. Ποτέ δεν ξεδιψάω ολοκληρωτικά όταν πίνω λαίμαργα. Όταν ζω λαίμαργα όμως μόνο τότε ζω ολοκληρωτικά. Ζω ολοκληρωτικά όταν ξερνάω τους παγετώνες που πυκνώνουν μέσα μου. Κάθε καλοκαίρι δίπλα της.
Στο θερινό εργαστήρι της σκέψης μου κάποιος φτιάχνει βοτσαλωτά. Θα έρθεις επιτέλους ή θα πρέπει πάλι να σε επαναφέρω μηρυκάζοντας σε; Πόσο κουρασμένη νοιώθω κατά βάθος. Πόσο άνυδρη; Πόσο μείον;
Στηρίζω την πλάτη μου στην σκουριασμένη άγκυρα του Καλοκαιριού και φοράω εκείνο το βλέμμα των χαμένων πλοίων. Παρακολουθώ τις μέρες να ασπρίζουν. Μεγαλώνει το φως μαζί με το πένθος όσων μας άφησαν πίσω. Πρέπει πρώτα εσύ να συγχωρέσεις τον ίδιο σου τον εαυτό για να σε συγχωρέσουν και οι άλλοι. Είμαι μέσα στο 21 του Ιούνη και ετοιμάζομαι για την πρώτη έκθεση των κολλάζ μου,(κλικ) που θα γίνει το Σάββατο στις 30 του μήνα στην Λεοκορίου 6-8 στου ψυρρή. Να κάτι που ξεκινάει και με πάει ποιος ξέρει που. Δεν ξέρω τι θα γίνει μέχρι το επόμενο 21.Δεν είμαι σίγουρη για τίποτα. Μόνο για ένα πράγμα είμαι σίγουρη. Δεν βρίσκομαι πια στο χτες και σε εκείνη την εσωτερική μοναξιά που αφήνει το όνειρο σαν καταρρέει.